Σε σκληρό μπρά ντε φέρ εξελίσσεται το δημοψήφισμα για την ενταξιακή προοπτική της Ισλανδίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το ερώτημα που τέθηκε στους πολίτες της Ισλανδίας στην κάλπη που στήθηκε σήμερα, Σάββατο, ήταν συγκεκριμένο: πρέπει η κυβέρνηση να επαναλάβει τις διαπραγματεύσεις για την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση; Η συζήτηση που οδήγησε στο δημοψήφισμα εντεινόταν επί δύο χρόνια, υπό τη σκιά των επανειλημμένων δηλώσεων του Ντόναλντ Τραμπ ότι ενδέχεται να επιδιώξει την απόκτηση μιας γειτονικής περιοχής -της Γροιλανδίας.
Οι κάλπες για τους περίπου 270.000 ψηφοφόρους άνοιξαν στις 9 το πρωί, τοπική ώρα (12 το μεσημέρι για την Ελλάδα), ενώ τα αποτελέσματα αναμένονται τις πρώτες πρωινές ώρες της Κυριακής. Η τελευταία δημοσκόπηση πριν από την ψηφοφορία, η οποία διενεργήθηκε την Παρασκευή από την εταιρεία Maskína, κατέγραψε το ποσοστό όσων υποστήριζαν την επανέναρξη των συνομιλιών στο 50,4%, έναντι 49,6% που τάσσονταν κατά.
Ενδεχόμενη επικράτηση του «ναι» δεν δεσμεύει την Ισλανδία να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Θα εξουσιοδοτήσει την κυβέρνηση να επαναλάβει τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις, οι οποίες θα μπορούσαν τελικά να οδηγήσουν σε μια συμφωνία προσχώρησης. Η συμφωνία αυτή θα τεθεί στη συνέχεια στην κρίση των Ισλανδών μέσω δεύτερου δημοψηφίσματος. Αυτό που θα κριθεί, σε πρώτη φάση, είναι αν πρέπει να ξεκινήσουν εκ νέου οι συνομιλίες.
Η Ισλανδία υπέβαλε αίτημα ένταξης στην ΕΕ το 2009, στον απόηχο της χρηματοπιστωτικής κρίσης που μέσα σε λίγες εβδομάδες διέλυσε μεγάλο μέρος του τραπεζικού της τομέα. Οι διαπραγματεύσεις άρχισαν το 2010 και προχώρησαν σε 27 κεφάλαια, από τα οποία τα 11 έκλεισαν προσωρινά. Ωστόσο, η ευρωσκεπτικιστική κυβέρνηση τις ανέστειλε το 2013.
Δύο χρόνια αργότερα, η Ισλανδία απέσυρε επισήμως την υποψηφιότητά της, σε μία από τις ελάχιστες περιπτώσεις κατά τις οποίες η διαδικασία διεύρυνσης της ΕΕ οδηγήθηκε σε επίσημη οπισθοχώρηση. Η κεντροαριστερή κυβέρνηση, η οποία κέρδισε τις εκλογές του 2024 έχοντας δεσμευτεί για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος, διαπίστωσε έπειτα από σχετική έρευνα ότι οι Βρυξέλλες δεν είχαν ποτέ ακυρώσει την αίτηση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιβεβαίωσε ότι η Ισλανδία θα μπορούσε να συνεχίσει από το σημείο στο οποίο είχε σταματήσει.
Ο παράγοντας Τραμπ και η Γροιλανδία
Αυτό που άλλαξε από το 2015 έως σήμερα δεν εντοπίζεται πρωτίστως στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά στην Ουάσινγκτον.
Οι επανειλημμένες αναφορές του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ στο ενδεχόμενο οι Ηνωμένες Πολιτείες να επιδιώξουν την απόκτηση της Γροιλανδίας, της αυτόνομης περιοχής της Δανίας που βρίσκεται βορειοδυτικά της Ισλανδίας, προκάλεσαν στο Ρέικιαβικ μεγαλύτερη ανησυχία από εκείνη που είχαν δημιουργήσει χρόνια συζητήσεων για τη διεύρυνση της ΕΕ.
Η αμυντική συμφωνία ΗΠΑ – Ισλανδίας του 1951 αποτελεί τη βάση της αρχιτεκτονικής ασφαλείας της χώρας. Η παρουσίαση, όμως, της κυριαρχίας στην Αρκτική από τον Τραμπ ως ενός ζητήματος που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης, εισήγαγε ένα στοιχείο αβεβαιότητας στη συγκεκριμένη σχέση, το οποίο οι διπλωμάτες δεν κατάφεραν να παραβλέψουν.
Ο Τομπίας Έτζολντ, από το European Policy Centre, επισήμανε ότι οι αυξανόμενες αμφιβολίες για την αξιοπιστία των Ηνωμένων Πολιτειών, σε συνδυασμό με την εχθρική στάση της Ρωσίας, έδωσαν «νέα δυναμική» σε μια συζήτηση για την ΕΕ που παρέμενε επί χρόνια αδρανής.
Οι ρωσικές κυβερνοεπιθέσεις και η μάχη για την Αρκτική
«Οι κρίσιμες υποδομές της χώρας δέχονται διαρκώς επιθέσεις από Ρώσους παράγοντες και πρέπει να προστατευθούν» δήλωσε ο Μάγκνους Μάγκνουσον, επικεφαλής της βασικής ισλανδικής πλατφόρμας υπέρ της ένταξης στην ΕΕ.
Οι ρωσικές κυβερνοεπιθέσεις σε ισλανδικά συστήματα προβάλλονται από τους υποστηρικτές της ευρωπαϊκής προοπτικής ως απόδειξη ότι οι υφιστάμενες συμφωνίες αφήνουν τη χώρα εκτεθειμένη. Το ίδιο το ΝΑΤΟ έχει αναγνωρίσει τις διευρυνόμενες φιλοδοξίες της Ρωσίας και της Κίνας στον απώτατο Βορρά, αυξάνοντας παράλληλα τη δραστηριότητά του στην περιοχή.
Η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Κάγια Κάλας, συνόψισε ευθέως τη στρατηγική διάσταση του ζητήματος: «Από τις ρωσικές απειλές κατά των υποθαλάσσιων υποδομών έως το αυξανόμενο ενδιαφέρον της Κίνας για την Αρκτική, η από κοινού αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων μάς προσφέρει μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ».
Την ίδια ώρα, η πλατφόρμα Áfram Ísland («Εμπρός, Ισλανδία») πραγματοποίησε συγκέντρωση στο Ρέικιαβικ κατά της επανέναρξης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Η εκστρατεία του «όχι» υποστηρίζει ότι η συμμετοχή της Ισλανδίας στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (σ.σ. η συμφωνία που συνδέει τα 27 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τρεις χώρες της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών: την Ισλανδία, τη Νορβηγία και το Λιχτενστάιν) εξασφαλίζει ήδη τα οφέλη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, χωρίς τους περιορισμούς της πλήρους ένταξης.
Η σχέση με την ΕΕ και τα 9.000 νομοθετήματα
Η Ισλανδία είναι μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, γεγονός που της παρέχει πρόσβαση στην ενιαία αγορά της ΕΕ και την υποχρεώνει να υιοθετεί περίπου το 75% των ευρωπαϊκών κανονισμών -συνολικά περίπου 9.000 νομοθετικές πράξεις.
Το συγκεκριμένο στοιχείο βρίσκεται στον πυρήνα της επιχειρηματολογίας των ευρωσκεπτικιστών. Ο Χάραλντουρ Όλαφσον, επικεφαλής της πλατφόρμας Heimssýn που αντιτίθεται στην προσχώρηση, υποστηρίζει ότι, αφού η σχέση λειτουργεί ήδη σε τόσο μεγάλο βάθος, η επίσημη ένταξη θα προσθέσει περιορισμούς χωρίς να αποφέρει ουσιαστικά νέα οφέλη.
Ο σημαντικότερος από αυτούς τους περιορισμούς για τους πολέμιους της ένταξης αφορά τα επιτρεπόμενα όρια αλιευμάτων. Η αλιεία αντιστοιχεί στο 6,5% του ΑΕΠ της Ισλανδίας. Η Κοινή Αλιευτική Πολιτική της ΕΕ καθορίζει ποσοστώσεις που θα υπερίσχυαν της δυνατότητας της Ισλανδίας να διαχειρίζεται αυτόνομα τα ύδατά της.
Προηγούμενη διαμάχη για την κατανομή των ποσοστώσεων αλιείας σκουμπριού προκάλεσε πολυετείς εμπορικές τριβές ανάμεσα στην Ισλανδία και κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο κύριος φορέας εκπροσώπησης του ισλανδικού αλιευτικού κλάδου προειδοποίησε ότι η ένταξη στην ΕΕ θα στερούσε από τη χώρα «τη δυνατότητα να ενεργεί ως ανεξάρτητο παράκτιο κράτος».
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει αφήσει να εννοηθεί ότι υπάρχουν περιθώρια ελιγμών. Η επίτροπος Διεύρυνσης Μάρτα Κος δήλωσε ότι οι Βρυξέλλες ενδέχεται να βρουν «κοινό έδαφος» στα ζητήματα της αλιείας, εκτιμώντας ότι η Ισλανδία θα μπορούσε να επισημοποιήσει την επανέναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων έως το 2027, εφόσον επικρατήσει το «ναι» στο δημοψήφισμα.
Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, η οποία επισκέφθηκε το Ρέικιαβικ τον Ιούλιο του 2025, είχε δηλώσει ότι η Ισλανδία και η ΕΕ μοιράζονται κοινές «αξίες» και βρίσκονται «στο ίδιο μήκος κύματος». Απέφυγε, ωστόσο, να υποστηρίξει οποιαδήποτε συγκεκριμένη παραχώρηση σχετικά με τα αλιευτικά δικαιώματα.
Ο υπουργός Οικονομικών της Ισλανδίας, Ντάντι Μαρ Κριστόφερσον, προέβαλε και το εσωτερικό οικονομικό επιχείρημα, υποστηρίζοντας ότι η ένταξη στην ΕΕ θα μπορούσε να συμβάλει στη σταθεροποίηση της οικονομίας, την ώρα που ο πληθωρισμός εξακολουθεί να συμπιέζει τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Το επιχείρημα αυτό αμφισβητείται. Οι επικριτές του επισημαίνουν ότι η συμμετοχή στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο παρέχει ήδη τα περισσότερα πλεονεκτήματα της πρόσβασης στην ενιαία αγορά, χωρίς το πλήρες βάρος των ευρωπαϊκών κανονιστικών υποχρεώσεων.
Τα αποτελέσματα που αναμένονται το πρωί της Κυριακής θα απαντήσουν μόνο στο πρώτο ερώτημα. Το κατά πόσο μια ενδεχόμενη επικράτηση του «ναι» θ’ αντέξει, όταν οι πολίτες έρθουν αντιμέτωποι με τους πραγματικούς όρους των διαπραγματεύσεων δεν μπορεί να κριθεί από τη συγκεκριμένη κάλπη.
Έπειτα από μια δεκαετία συζητήσεων που σταματούν και ξαναρχίζουν, δεν έχει ακόμη βρεθεί μια ρύθμιση για την αλιεία η οποία να θεωρείται αποδεκτή τόσο από το Ρέικιαβικ όσο και από τα υφιστάμενα κράτη-μέλη της ΕΕ. Η πολιτική συναίνεση, η οποία το 2026 επαρκεί οριακά για να εγκρίνει την επανέναρξη των συνομιλιών, θα πρέπει να διατηρηθεί επί χρόνια διαπραγματεύσεων, η έκβαση των οποίων παραμένει πραγματικά άγνωστη.
Οι λόγοι που οδήγησαν την Ισλανδία ξανά στις κάλπες είναι σαφέστεροι. Με τις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις για την Ουκρανία σε αδιέξοδο και τα ρωσικά πλήγματα με μη επανδρωμένα αεροσκάφη την ίδια εβδομάδα να επιτείνουν τη στρατιωτική κρίση στην Ευρώπη, οι ρυθμίσεις ασφαλείας στις οποίες στηριζόταν η Ισλανδία επί 70 χρόνια φαίνονται λιγότερο σταθερές από οποιαδήποτε άλλη στιγμή μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.
Η γενιά των ψηφοφόρων που είδε την Ισλανδία να αποσύρει την υποψηφιότητά της από την ΕΕ το 2015 βρισκόταν αντιμέτωπη με έναν διαφορετικό κόσμο. Οι διάδοχοί της καλούνται τώρα να αποφασίσουν εάν ο κόσμος μέσα στον οποίο ζουν απαιτεί διαφορετικές απαντήσεις…
