Ρωσία: “Φουσκώνει” η πολεμική βιομηχανία σε βάρος της οικονομίας

Ανάπτυξη κατάγραψε η ρωσική οικονομία το β' τρίμηνο του έτους. Τι σημαίνει ότι, έπειτα από 5 χρόνια πόλεμο, πάσχει από την "ολλανδική νόσο"

Η Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας © cbr.ru

Εκ πρώτης όψης παρά τα πέντε χρόνια του πολέμου στην Ουκρανία, η οικονομία της Ρωσίας φαίνεται να διατηρεί τις αντοχές της. Τα στοιχεία της ρωσικής εθνικής στατιστικής αρχής που δημοσιεύτηκαν στις αρχές Αυγούστου έδειξαν ότι το δεύτερο τρίμηνο 2026 η οικονομία είχε ανάπτυξη 1,3%, έναντι συρρίκνωσης 0,2% του πρώτου τρίμηνου.

Οι επιδόσεις αυτές ήταν καλύτερες από ότι περίμενε η κυβέρνηση και η κεντρική τράπεζα που νωρίτερα μέσα στη χρονιά είχε διατυπώσει την εκτίμηση ότι η οικονομία της Ρωσίας θα περνούσε φέτος σε στασιμότητα. Ο λόγος για αυτό – όπως ακόμη και κυβερνητικά στελέχη π.χ. ο αντιπρόεδρος της ρωσικής κυβέρνησης Μαράτ Χουσνούλιν, αναγνωρίζουν – είναι οι έντονες ανισορροπίες που έχει προκαλέσει στο εσωτερικό της η μετατροπή της σε πολεμική οικονομία.

Κατά το Bloomberg, η εικόνα της ρωσικής οικονομίας παραπέμπει πλέον σε αυτό που οι οικονομολόγοι είχαν αποκαλέσει κατά τη δεκαετία του 1970 «ολλανδική νόσο». Ο όρος περιέγραφε τότε τις επιπτώσεις της μεγάλης ανάπτυξης των εξορύξεων φυσικού αερίου στην Ολλανδία, που μετακίνησε εργαζόμενους και κεφάλαια προς τον ενεργειακό τομέα αυξάνοντας τους μισθούς και την ισοτιμία του εθνικού νομίσματος, με αποτέλεσμα να πληγεί η εν γένει ανταγωνιστικότητα της χώρας και να ακολουθήσει ύφεση.

Στη σημερινή Ρωσία, τον ρόλο του ενεργειακού τομέα έχει ωστόσο η πολεμική οικονομία. Οι τεράστιες στρατιωτικές δαπάνες απορροφούν εργατικό δυναμικό και κεφάλαια, ενισχύοντας τις αμυντικές βιομηχανίες και το ρωσικό στρατό, όλα αυτά όμως γίνονται σε βάρος της υπόλοιπης οικονομίας. Η ανεργία βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά κοντά στο 2% κι ενώ από παντού λείπει προσωπικό, το Κρεμλίνο έθεσε ως στόχο του για φέτος την πρόσληψη 409.000 συμβασιούχων στρατιωτών – που σημαίνει ότι κάθε μήνα μπορεί 34.000 άνδρες να φεύγουν από την παραγωγή και πάνε στο στρατό.

Παράλληλα, η πολεμική βιομηχανία αύξησε τις θέσεις εργασίας της στην τετραετία 2022 – 2025 κατά 510.000 άτομα περίπου, φτάνοντας στα 2,8 εκατομμύρια εργαζομένους. Το αποτέλεσμα είναι μια εκρηκτική άνοδος των μισθών, της τάξης του 88% μέσα σε αυτό το διάστημα, χωρίς αντίστοιχη αύξηση της παραγωγικότητας. Ο μέσος μηνιαίος μισθός στη Ρωσία πέρασε από τα 57.244 ρούβλια το 2021 στα 101.784 ρούβλια το 2025 (1.280 δολάρια) αλλά αυτό δεν έχει και πολύ νόημα, καθώς δείχνει μόνο πόσο έχουν αποσυνδεθεί οι μισθοί από την παραγωγικότητα.

Η άνοδος των μισθών που βοήθησε όμως τη ρωσική οικονομία να αντέξει τα πρώτα χρόνια του πολέμου τώρα μετατρέπεται σε βαρίδι: λόγω της έλλειψης εργαζομένων η παραγωγή σε όλους τους κλάδους πλην πολεμικής βιομηχανίας συρρικνώνεται ενώ τα υψηλά επιτόκια που βρίσκονται στο 14% δυσκολεύουν και τις επενδύσεις.

Την ίδια στιγμή, οι ουκρανικές επιθέσεις με drones κατά των ρωσικών πετρελαϊκών υποδομών έχουν καταφέρει για πρώτη φορά να μειώσουν σημαντικά τα πετρελαϊκά έσοδα της Ρωσίας.

Σύμφωνα με πηγές που επικαλείται το Reuters, από τις αρχές του καλοκαιριού, τα ουκρανικά drones έχουν προκαλέσει μεγάλες ζημιές στα ρωσικά διυλιστήρια, με αποτέλεσμα μερικά να μένουν εκτός λειτουργίας για μήνες.
Για το ρωσικό στρατό – που ο ανεφοδιασμός του αποτελεί προτεραιότητα για τη Μόσχα – οι ελλείψεις καυσίμων σημαίνουν προβλήματα στην στρατιωτική εφοδιαστική αλυσίδα. Για τις επιχειρήσεις σημαίνουν αύξηση του κόστους μεταφορών. Για τους απλούς πολίτες σημαίνουν κατά διαστήματα βενζίνη με το δελτίο, μειωμένο ωράριο στα πρατήρια και μεγάλες ουρές. Και για το ρωσικό κράτος σημαίνουν σημαντική πτώση στα δημόσια έσοδα.
Για τη Ρωσία παραδοσιακά τα έσοδα από εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου αντιστοιχούσαν στο ένα τέταρτο των συνολικών δημοσίων εσόδων της. Τα προηγούμενα χρόνια, παρά τις δυτικές κυρώσεις, τα πετρελαϊκά έσοδα δεν είχαν πληγεί. Στο πρώτο εξάμηνο 2026 όμως μειώθηκαν στο 64% της αντίστοιχης περιόδου του 2024, παρά μάλιστα την άνοδο των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου, λόγω πολέμου στο Ιράν. Στο δεύτερο εξάμηνο τα ρωσικά ενεργειακά έσοδα αναμένεται να μειωθούν περαιτέρω, μετά την πλήρη απαγόρευση των εξαγωγών βενζίνης και ντίζελ από τη ρωσική κυβέρνηση για να αντιμετωπιστούν οι ελλείψεις στην εσωτερική αγορά.

Υπό αυτές τις συνθήκες, ο άλλοτε πλεονασματικός ρωσικός κρατικός Προϋπολογισμός εμφανίζει ελλείμματα. Το 2025 η Ρωσία είχε έλλειμμα 2,6% του ΑΕΠ που στο επτάμηνο 2026 αυξήθηκε στο 2,8% και ο Πούτιν καλείται να βρει πώς θα χρηματοδοτήσει. Σύμφωνα με δηλώσεις του Τσαρλς Λίτσφιλντ, διευθυντή οικονομικής ανάλυσης στο GeoEconomics Center του Atlantic Council, στο CNBC, η Μόσχα δεν έχει πολλές λύσεις: μπορεί είτε να αξιοποιήσει τα αποθεματικά ύψους 300 δισ. δολαρίων της κεντρικής τράπεζας που παραμένουν εκτός δυτικών κυρώσεων, διακινδυνεύοντας την άνοδο του πληθωρισμού, είτε να αυξήσει τους ήδη υψηλούς συντελεστές φορολογίας στις εταιρείες πετρελαίου και φυσικού αερίου. Και οι δύο επιλογές ενέχουν ρίσκο και αναμένεται να ενισχύσουν τις αρκετές πια φωνές ακόμη εντός της ρωσικής ελίτ που λένε ότι η ρωσική οικονομία δεν αντέχει άλλο τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Παραπολιτικά».