Με οριακή πλειοψηφία οι Ισλανδοί αντιτίθεται στην επανέναρξη διαπραγματεύσεων για την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με νέα δημοσκόπηση της Gallup που δημοσιεύθηκε την Παρασκευή.
Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί αλλαγή σε σχέση με προηγούμενες δημοσκοπήσεις, μια μέρα πριν από το δημοψήφισμα του Σαββάτου, στο οποίο οι πολίτες θα κληθούν να αποφασίσουν εάν η Ισλανδία θα ξαναρχίσει διαπραγματεύσεις για ένταξη στην ΕΕ.
Το δημοψήφισμα της 29ης Αυγούστου δεν αφορά την ίδια την ένταξη στην ΕΕ. Ακόμη και αν οι ψηφοφόροι εγκρίνουν την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων, οποιαδήποτε συμφωνία θα πρέπει στη συνέχεια να τεθεί σε δεύτερο δημοψήφισμα, προκειμένου οι Ισλανδοί να αποφασίσουν εάν επιθυμούν τελικά να ενταχθούν στην ΕΕ με βάση τους όρους που θα συμφωνηθούν.
Η έρευνα, η οποία πραγματοποιήθηκε από τις 24 έως τις 27 Αυγούστου σε δείγμα 4.583 ατόμων, έδειξε ότι το 51,6% των ερωτηθέντων αντιτίθεται στην έναρξη διαπραγματεύσεων με τις Βρυξέλλες για ένταξη στην ΕΕ, ενώ το 48,4% την υποστηρίζει.
Η ισλανδική εφημερίδα Visir είχε μεταδώσει προ ημερών ότι, σύμφωνα με έρευνα της εταιρείας δημοσκοπήσεων Maskina, το 51,3% των ερωτηθέντων τασσόταν υπέρ της διεξαγωγής διαπραγματεύσεων με τις Βρυξέλλες για την ένταξη, ενώ το 48,7% ήταν αντίθετο.
Το Ρέικιαβικ εγκατέλειψε τις διαπραγματεύσεις για την ένταξη στην ΕΕ το 2013, τέσσερα χρόνια μετά την υποβολή της αίτησης ένταξης, αφού ανήλθαν στην εξουσία οι ευρωσκεπτικιστές.
Έκτοτε, όμως, η αύξηση του κόστους ζωής και ο πόλεμος στην Ουκρανία έχουν αναζωπυρώσει το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης για την επανεξέταση του ζητήματος.
Η Ισλανδία υπέβαλε αίτηση ένταξης στην ΕΕ το 2009, στον απόηχο της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης.
Η σημερινή κυβέρνηση της χώρας παρουσιάζει το σχέδιο ένταξης στην ΕΕ ως ευκαιρία «τώρα ή ποτέ».
Η πρωθυπουργός Kρίστεν Φρόσταντότιρ δήλωσε στους ψηφοφόρους τον Αύγουστο ότι το «όχι» θα έβαζε τέλος σε κάθε συζήτηση σχετικά με ένταξη στην ΕΕ.
Το δημοψήφισμα διεξάγεται σε μια συγκυρία όπου η Αρκτική αναδεικνύεται σε επίκεντρο του ανταγωνισμού για κρίσιμα ορυκτά, ενώ η κλιματική αλλαγή λιώνει γρήγορα τους θαλάσσιους πάγους, ανοίγοντας νέες ναυτιλιακές διαδρομές.
Οι απειλές Τραμπ για τη Γροιλανδία φτάνουν έως το… Ρέικιαβικ
Παράλληλα, τη δική της βαριά σκιά ρίχνει η προσπάθεια του Ντόναλντ Τραμπ να αποκτήσει τη Γροιλανδία, το αρκτικό νησί που αποτελεί την πλησιέστερη γειτονική χώρα της Ισλανδίας.
Μάλιστα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ φάνηκε επανειλημμένα να μπερδεύει τη Γροιλανδία με την Ισλανδία κατά τη διάρκεια ομιλίας του στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός της Ελβετίας φέτος.
«Όλα τα επιχειρήματα που έχει προβάλει ο πρόεδρος των ΗΠΑ για το γιατί θα ήταν απαραίτητο να αποκτήσουν οι ΗΠΑ τη Γροιλανδία ισχύουν εξίσου και για την Ισλανδία. Η μόνη διαφορά είναι ότι η Ισλανδία είναι επίσημα ανεξάρτητο κράτος», δήλωσε ο Έρικουρ Μπέργκμαν, καθηγητής πολιτικής στο ισλανδικό Πανεπιστήμιο Bifröst.
Πέρα από τις φιλοδοξίες του Τραμπ για τη Γροιλανδία, ο Μπέργκμαν δήλωσε ότι ακόμη ένας σημαντικός παράγοντας ενόψει του δημοψηφίσματος είναι η μείωση της εμπιστοσύνης προς τις ΗΠΑ ως εταίρο στον τομέα της ασφάλειας.
Σχέσεις με ΝΑΤΟ και ΕΕ
Η Ισλανδία είναι ιδρυτικό μέλος του ΝΑΤΟ, αλλά αποτελεί τη μοναδική χώρα-μέλος της Συμμαχίας που δεν διαθέτει δικές της ένοπλες δυνάμεις.
Η επανεκλογή Τραμπ έχει προκαλέσει εντάσεις στη διατλαντική συμμαχία και έχει δημιουργήσει ερωτήματα σχετικά με την αμυντική συμφωνία ΗΠΑ-Ισλανδίας του 1951.
Η εν λόγω συνθήκη δεσμεύει τις ΗΠΑ να στηρίζουν την άμυνα της Ισλανδίας στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, ενώ η χώρα φιλοξενεί αμερικανικές βάσεις και στρατιωτικές δυνάμεις.
Η Ισλανδία είναι ήδη βαθιά ενσωματωμένη στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, κυρίως μέσω της συμμετοχής της στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ).
Αυτή η συνθήκη της παρέχει πρόσβαση στην ενιαία αγορά της ΕΕ, χωρίς να απαιτείται πλήρης ένταξη στην Ένωση.
Επίσης, η χώρα μέλος της Ζώνης Σένγκεν, γεγονός που επιτρέπει την ελεύθερη μετακίνηση χωρίς ελέγχους διαβατηρίων μεταξύ της ίδιας και των άλλων συμμετεχουσών ευρωπαϊκών χωρών.
