Απροσδόκητη συρρίκνωση κατέγραψε η γαλλική οικονομία το τρίτο τρίμηνο του 2026, εντείνοντας τις ανησυχίες για τις επιπτώσεις της πολιτικής αστάθειας, των αυξανόμενων επιτοκίων δανεισμού και της δημοσιονομικής κρίσης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσε την Παρασκευή η γαλλική στατιστική υπηρεσία Insee, το ΑΕΠ της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας της ευρωζώνης μειώθηκε κατά 0,1% το τρίτο τρίμηνο σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο και με το προηγούμενο έτος, διαψεύδοντας τις εκτιμήσεις των οικονομολόγων που συμμετείχαν σε έρευνα του Bloomberg και ανέμεναν ανάπτυξη 0,1%.
Η αρνητική επίδοση οφείλεται κυρίως στη συνεχιζόμενη υποχώρηση των επενδύσεων και στη μείωση των εξαγωγών, ενώ η μικρή ανάκαμψη της ιδιωτικής κατανάλωσης δεν ήταν αρκετή για να αντισταθμίσει τις απώλειες. Οι εξαγωγές μειώθηκαν κατά 1,7% το τρίτο τρίμηνο, με αποτέλεσμα το εξωτερικό εμπόριο να αφαιρέσει 0,6 ποσοστιαίες μονάδες από την ανάπτυξη. Παράλληλα, οι επιχειρηματικές επενδύσεις συνέχισαν να υποχωρούν, καταγράφοντας πτώση για τρίτο συνεχόμενο τρίμηνο μέσα στο 2026.
Αντίθετα, η κατανάλωση των νοικοκυριών εμφάνισε μικρή ανάκαμψη, σημειώνοντας αύξηση 0,4%. Ωστόσο, τα μηνιαία στοιχεία για τον Σεπτέμβριο δείχνουν ότι η δυναμική αυτή παραμένει εύθραυστη. Η καταναλωτική δαπάνη μειώθηκε κατά 0,5%, μετά από αντίστοιχη πτώση τον Αύγουστο, ενώ οι αναλυτές ανέμεναν αύξηση 0,1%. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει τις ανησυχίες ότι η κατανάλωση, ένας από τους βασικούς πυλώνες της οικονομίας, δυσκολεύεται να ανακάμψει ουσιαστικά.
Πολιτική κρίση και υψηλό κόστος δανεισμού
Η επιδείνωση των οικονομικών επιδόσεων συμπίπτει με μια περίοδο έντονης πολιτικής και δημοσιονομικής αβεβαιότητας. Η κυβέρνηση μειοψηφίας του πρωθυπουργού Σεμπαστιάν Λεκορνί βρίσκεται αντιμέτωπη με νέα κοινοβουλευτική αντιπαράθεση για τα μέτρα λιτότητας, ενώ η χώρα προετοιμάζεται για τις προεδρικές εκλογές του 2027.
Οι κοινωνικές εντάσεις έχουν επίσης κλιμακωθεί, με τις κινητοποιήσεις για τη χρηματοδότηση της εκπαίδευσης και την αύξηση του κόστους ζωής να οδηγούν σε βίαια επεισόδια στις 17 Οκτωβρίου.
Η πολιτική αβεβαιότητα έχει επηρεάσει την εμπιστοσύνη των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων, με τον σχετικό δείκτη καταναλωτικής εμπιστοσύνης να υποχωρεί στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2013.
Την ίδια στιγμή, η άνοδος των αποδόσεων των γαλλικών κρατικών ομολόγων αυξάνει το κόστος δανεισμού, δυσχεραίνοντας τις προσπάθειες περιορισμού του δημοσιονομικού ελλείμματος.
Η κυβέρνηση έχει ήδη εγκαταλείψει τον στόχο για μικρή μείωση του ελλείμματος φέτος, μετά την υποβάθμιση της πρόβλεψης για την ανάπτυξη στο 0,5%. Σύμφωνα με την Insee, εάν η οικονομική δραστηριότητα παραμείνει στάσιμη το τέταρτο τρίμηνο, η ανάπτυξη για το σύνολο του 2026 θα περιοριστεί μόλις στο 0,2%.
Crédit Agricole: Επιβραδύνονται τα επενδυτικά σχέδια στη Γαλλία
Την ανησυχία για τις προοπτικές της οικονομίας ενίσχυσαν και οι δηλώσεις του διευθύνοντος συμβούλου της Crédit Agricole, Ολιβιέ Γκαβαλντά, ο οποίος προειδοποίησε ότι η πολιτική και δημοσιονομική αστάθεια αρχίζει να επηρεάζει τις επιχειρηματικές αποφάσεις.
Όπως ανέφερε σε τηλεδιάσκεψη με δημοσιογράφους, τα αιτήματα χρηματοδότησης επενδύσεων και τα επιχειρηματικά σχέδια στη Γαλλία παρουσιάζουν επιβράδυνση. Ο ίδιος εκτίμησε ότι το επόμενο διάστημα ενδέχεται να καταγραφούν λιγότερες αιτήσεις για νέα δάνεια, αλλά και αύξηση των πιστωτικών κινδύνων.
Σημειώνεται πως η Crédit Agricole συγκαταλέγεται στις μεγάλες τράπεζες με σημαντική έκθεση στη γαλλική οικονομία, γεγονός που εξηγεί και τη στρατηγική της διοίκησης για επέκταση των δραστηριοτήτων στο εξωτερικό. Ο Όμιλος διαθέτει έκθεση περίπου 26 δισ. ευρώ σε γαλλικά κρατικά ομόλογα, γνωστά ως OATs.
