Με δραματική συρρίκνωση του πληθυσμού και παράλληλα με δομική αλλαγή της ηλικιακής του σύνθεσης, αναμένεται να βρεθεί αντιμέτωπη η Ελλάδα τις επόμενες δεκαετίες, σύμφωνα με τη μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) για τις δημογραφικές τάσεις στις ελληνικές περιφέρειες.
Τα στοιχεία, που βασίζονται στις πληθυσμιακές προβολές της Eurostat και στο μοντέλο EUROPOP 2019, παρουσιάστηκαν σε εκδήλωση στην Πάτρα στο πλαίσιο της παρουσίασης της 3ης έκθεσης «Κοινωνικές και Οικονομικές Τάσεις στις Ελληνικές Περιφέρειες», που εκπονήθηκε με την υποστήριξη του Επιμελητηρίου Αχαΐας και του Πανεπιστημίου Πατρών.
Το βασικό συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι το δημογραφικό δεν αποτελεί πλέον μια μακρινή απειλή για τη χώρα, αλλά μια τάση που ήδη διαμορφώνει τις προοπτικές της οικονομίας, της αγοράς εργασίας και του ασφαλιστικού συστήματος.
Στο βασικό σενάριο προβολών της Eurostat, ο μόνιμος πληθυσμός της Ελλάδας εκτιμάται ότι θα ακολουθήσει σταθερά πτωτική πορεία σε όλη τη διάρκεια του 21ου αιώνα. Από τα σημερινά επίπεδα, προβλέπεται να περιοριστεί στα 9,5 εκατομμύρια το 2050 και να μειωθεί περαιτέρω στα 8,1 εκατομμύρια έως το 2100. Η μείωση, σύμφωνα με τη μελέτη, δεν αφορά μόνο το συνολικό μέγεθος του πληθυσμού. Συνοδεύεται από μετατόπιση της δημογραφικής πυραμίδας προς τις μεγαλύτερες ηλικίες, γεγονός που αλλάζει τις αναλογίες μεταξύ εργαζομένων, παιδιών και ηλικιωμένων.

Η εικόνα αυτή καθιστά το δημογραφικό ένα από τα πιο σύνθετα προβλήματα της εγχώριας δημόσιας πολιτικής. Αγγίζει ταυτόχρονα τη γονιμότητα, τη θνησιμότητα, τη μετανάστευση, τη συμμετοχή στην αγορά εργασίας, τη χρηματοδότηση των συντάξεων, τις δαπάνες υγείας και την αναπτυξιακή δυναμική των περιφερειών.
Η μετανάστευση μπορεί να αλλάξει το δημογραφικό μας μέλλον
Η μελέτη του ΙΟΒΕ δεν περιορίζεται σε μία μόνο πρόβλεψη για την πορεία του πληθυσμού. Εξετάζει διαφορετικά σενάρια της Eurostat, ώστε να καταγραφεί πως επηρεάζεται το δημογραφικό μέλλον της χώρας ανάλογα με τρεις βασικούς παράγοντες: τη γονιμότητα, τη θνησιμότητα και τη μετανάστευση.
Το βασικό σενάριο θεωρεί ότι οι σημερινές τάσεις θα συνεχιστούν, με μια σταδιακή προσέγγιση της Ελλάδας προς τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε γεννήσεις, προσδόκιμο ζωής και μεταναστευτικές ροές. Δίπλα σε αυτό, όμως, η Eurostat εξετάζει και άλλες πιθανές εκδοχές. Τι θα συμβεί αν η μετανάστευση είναι χαμηλότερη ή υψηλότερη από τις βασικές εκτιμήσεις, τι θα συμβεί αν δεν υπάρχει καθόλου καθαρή μετανάστευση, τι σημαίνει χαμηλότερη γονιμότητα και πώς επηρεάζεται ο πληθυσμός αν μειωθεί η θνησιμότητα και αυξηθεί περισσότερο το προσδόκιμο ζωής.
Με απλά λόγια, τα σενάρια αυτά επιχειρούν να απαντήσουν στο ερώτημα πόσο διαφορετική θα είναι η Ελλάδα του 2100 αν γεννιούνται λιγότερα παιδιά, αν ζούμε περισσότερα χρόνια ή αν η χώρα προσελκύει περισσότερους ανθρώπους από όσους χάνει προς το εξωτερικό;
Μέχρι το 2050, οι διαφορές ανάμεσα στα σενάρια δεν φαίνονται ακόμη πολύ μεγάλες. Ακόμη και στις πιο δυσμενείς εκδοχές, δηλαδή με χαμηλή γονιμότητα ή χωρίς καθόλου καθαρή μετανάστευση, ο πληθυσμός εκτιμάται ότι θα βρίσκεται κοντά στα 9,1 εκατομμύρια. Στο πιο θετικό σενάριο, εκείνο της υψηλής μετανάστευσης, φτάνει περίπου τα 9,6 εκατομμύρια.

Η σχετικά μικρή αυτή απόσταση δεν σημαίνει ότι οι παράγοντες αυτοί δεν έχουν σημασία. Σημαίνει ότι το δημογραφικό προχω΄ρα με αργούς ρυθμούς και ότι οι γεννήσεις, οι θάνατοι και οι μεταναστευτικές ροές δεν αλλάζουν την εικόνα από τη μία χρονιά στην άλλη. Οι συνέπειές τους συσσωρεύονται σταδιακά και γίνονται πολύ πιο ορατές σε βάθος δεκαετιών.
Γι’ αυτό και μετά το 2050 οι αποκλίσεις ανοίγουν θεαματικά. Στο σενάριο υψηλής μετανάστευσης, η συνολική μείωση του πληθυσμού από το 2022 έως το 2100 περιορίζεται στο 16%, με την Ελλάδα να έχει περίπου 8,9 εκατομμύρια κατοίκους στο τέλος του αιώνα. Στο βασικό σενάριο, η μείωση φτάνει το 23%, οδηγώντας τον πληθυσμό στα 8,1 εκατομμύρια.
Η πιο δυσοίωνη εικόνα εμφανίζεται στο σενάριο χωρίς μεταναστευτικές ροές. Εκεί η πληθυσμιακή συρρίκνωση μπορεί να φτάσει το 45%, με τον πληθυσμό να υποχωρεί στα 5,7 εκατομμύρια έως το 2100. Η απόσταση από τα 8,9 εκατομμύρια του σεναρίου υψηλής μετανάστευσης δείχνει πόσο καθοριστικός είναι ο ρόλος της μετανάστευσης για τη μακροπρόθεσμη δημογραφική πορεία της χώρας.
Τα στοιχεία δείχνουν πως η Ελλάδα δεν μπορεί να αντιμετωπίσει το δημογραφικό μόνο με πολιτικές που στοχεύουν στις γεννήσεις, όσο αναγκαίες κι αν είναι αυτές. Η οργανωμένη μεταναστευτική πολιτική θα επηρεάσει αποφασιστικά το μέγεθος και τη σύνθεση του πληθυσμού τις επόμενες δεκαετίες.
Σε χειρότερη θέση από το μέσο όρο της Ευρωζώνης
Η δημογραφική εικόνα γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική για τη χώρα μας όταν συγκρίνεται με την Ευρωζώνη. Σύμφωνα με το βασικό σενάριο της Eurostat, η Ευρωζώνη αναμένεται να καταγράψει περιορισμένη πληθυσμιακή μείωση, περίπου 5% έως το 2100 σε σχέση με το 2020. Η Ελλάδα, αντίθετα, προβλέπεται να βρεθεί μεταξύ των χωρών με τη μεγαλύτερη υποχώρηση πληθυσμού.
Η αντίθεση αυτή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς παρατηρείται μια σημαντική ανατροπή. Την περίοδο 1960-2020, η Ελλάδα παρουσίασε πληθυσμιακή αύξηση συγκρίσιμη με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Για την περίοδο 2021-2100, όμως, οι προβολές την κατατάσσουν στις χαμηλότερες θέσεις μεταξύ επιλεγμένων χωρών της Ευρωζώνης, με ποσοστιαία μείωση πολύ μεγαλύτερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Με βάση τη μελέτη, η δημογραφική πρόκληση της Ελλάδας δεν είναι απλώς μέρος μιας γενικής ευρωπαϊκής τάσης γήρανσης. Έχει πιο έντονα και πιο διαρθρωτικά χαρακτηριστικά. Αυτό σημαίνει ότι η χώρα κινδυνεύει να βρεθεί με μικρότερη παραγωγική βάση, περιορισμένη δυνατότητα ανανέωσης του εργατικού δυναμικού και αυξημένες πιέσεις σε τομείς που ήδη δοκιμάζονται, όπως το ασφαλιστικό και το εθνικό σύστημα υγείας.
Η σύγκριση με χώρες όπως η Ιρλανδία, η Αυστρία, η Γαλλία, η Ολλανδία, το Βέλγιο, η Γερμανία, η Ισπανία, η Ιταλία, η Φινλανδία και η Πορτογαλία δείχνει ότι η Ελλάδα βρίσκεται στην πλευρά των χωρών που αντιμετωπίζουν εντονότερο δημογραφικό βάρος σε βάθος χρόνου. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο πόσοι θα είναι οι κάτοικοι της χώρας, αλλά ποια θα είναι η ηλικιακή τους κατανομή και πόσοι από αυτούς θα βρίσκονται σε παραγωγική ηλικία.
Η Ελλάδα γερνά, οι νέοι λιγοστεύουν
Το πιο ανησυχητικό και κρίσιμο συμπέρασμα αφορά την ηλικιακή σύνθεση του πληθυσμού. Το διάγραμμα της εξέλιξης ανά ηλικιακή ομάδα δείχνει μια ξεκάθαρη μετατόπιση προς τις μεγαλύτερες ηλικίες. Σε αντίθεση, οι νεότερες ηλικιακές ομάδες, έως 29 ετών, ακολουθούν διαχρονικά πτωτική πορεία. Η μείωση εντείνεται μετά το 2010 και συνεχίζεται σε όλο τον ορίζοντα των προβολών έως το 2100.
Την ίδια στιγμή, η ηλικιακή ομάδα 30-54 ετών, δηλαδή ο βασικός κορμός του παραγωγικού πληθυσμού, παρουσιάζει σταθερή συρρίκνωση μετά την κορύφωση της δεκαετίας του 2000. Πρόκειται για μια εξέλιξη με άμεσο αντίκτυπο για την οικονομία, καθώς η συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα είναι συνυφασμένη με την απασχόληση, την παραγωγικότητα, τη φορολογική βάση και τη δυνατότητα στήριξης των κοινωνικών δαπανών.

Αντίθετη πορεία ακολουθούν οι «πρεσβύτεροι». Οι ηλικίες 55-84 ετών και οι άνω των 85 ετών καταγράφουν σημαντική αύξηση έως περίπου το 2040-2050 και στη συνέχεια παραμένουν σε υψηλά επίπεδα σε σχέση με το παρελθόν. Η αύξηση των ατόμων άνω των 85 ετών, αν και στην Ελλάδα προβλέπεται ηπιότερη σε σχέση με την Ευρωζώνη, αποτελεί κεντρικό στοιχείο της νέας δημογραφικής πραγματικότητας.
Η μεταβολή αυτή επιβαρύνει τον δείκτη εξάρτησης της τρίτης ηλικίας, δηλαδή τον λόγο του πληθυσμού ηλικίας 65 ετών και άνω προς τον πληθυσμό παραγωγικής ηλικίας 15-64 ετών. Όσο οι νεότερες και μεσαίες ηλικίες μειώνονται και οι μεγαλύτερες ηλικίες αυξάνονται ή παραμένουν υψηλές, τόσο λιγότερα άτομα παραγωγικής ηλικίας θα καλούνται να στηρίξουν περισσότερους ηλικιωμένους.
Η επιδείνωση του δείκτη δεν οφείλεται μόνο στην αύξηση του προσδόκιμου ζωής. Σύμφωνα με την ανάλυση, προκύπτει κυρίως από τον συνδυασμό χαμηλής γονιμότητας, συρρίκνωσης των νεότερων γενεών και μετακίνησης πολυπληθέστερων γενεών προς τις μεγαλύτερες ηλικίες. Με απλά λόγια, μικρότερες γενιές εισέρχονται στην αγορά εργασίας, ενώ μεγαλύτερες γενιές αποχωρούν από αυτήν και περνούν σταδιακά στις ηλικίες συνταξιοδότησης.

Οι συνέπειες είναι πολλαπλές και πολυεπίπεδες, προκαλώντας αναταράξεις σε οικονομία και ανάπτυξη. Η βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος θα εξαρτηθεί από μικρότερη αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους. Οι δαπάνες υγείας θα αυξηθούν, καθώς η γήρανση του πληθυσμού συνδέεται με μεγαλύτερη ανάγκη ιατρικής και μακροχρόνιας φροντίδας. Η αγορά εργασίας θα χρειαστεί περισσότερη συμμετοχή, υψηλότερη παραγωγικότητα και καλύτερη αξιοποίηση δεξιοτήτων. Παράλληλα, οι περιφέρειες με ήδη ισχνή πληθυσμιακή βάση είναι πιθανό να δεχθούν ακόμη ισχυρότερες πιέσεις.
Το βασικό «μήνυμα» από τη μελέτης του ΙΟΒΕ είναι ότι η δημογραφική πορεία της Ελλάδας πρέπει να επανακαθοριστεί με το βλέμμα στο μέλλον αλλά και με πολιτικές που αφορούν το εδώ και τώρα. Η στήριξη της γονιμότητας, η ενίσχυση της οικογένειας, η οργανωμένη μεταναστευτική πολιτική, η αύξηση της συμμετοχής στην εργασία και η προσαρμογή των συστημάτων υγείας και κοινωνικής ασφάλισης δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται αποσπασματικά. Οι προβολές έως το 2100 δείχνουν ότι η δημογραφική στρατηγική που θα ακολουθήσει η χώρα τα επόμενα χρόνια θα επηρεάσει όχι μόνο το μέγεθος του πληθυσμού, αλλά και τη δυνατότητα της χώρας να διατηρήσει μια οικονομική και κοινωνική ισορροπία.
