Πέντε λόγους για τους οποίους παραμένουν οι μεγάλες εισοδηματικές ανισότητες στην αγορά εργασίας επισημαίνει μελέτη του ΙΟΒΕ, η οποία παρουσιάστηκε χθες.
Οι λόγοι αυτοί είναι το υψηλό μερίδιο αυταπασχόλησης, το υψηλό μερίδιο ανεπίσημης οικονομίας, η χαμηλή συμμετοχή στην εργασία, το χαμηλό ποσοστό απασχόλησης και η χαμηλή συνδικαλιστική πυκνότητα.
Όπως επισημαίνεται στη μελέτη, η δομή της ελληνικής αγοράς εργασίας παρουσιάζει μακροχρόνιες ιδιαιτερότητες αλλά και κατάλοιπα της κρίσης τα οποία συχνά δρουν ως εμπόδια στην άμβλυνση των δεικτών ανισότητας.
Προκειμένου η αγορά εργασίας να δρα περισσότερο ως μοχλός, παρά ως εμπόδιο για την άμβλυνση των διαφόρων μορφών ανισότητας και την διευκόλυνση της κοινωνικής κινητικότητας, κρίνεται σκόπιμο η άσκηση πολιτικής να δώσει προτεραιότητα στις παραπάνω πέντε κατευθύνσεις στον τομέα της εργασίας, επισημαίνει η ίδια μελέτη.
Συμπληρωματικά, είναι κρίσιμο να ενισχυθούν οι θεσμοί-κλειδιά σε τομείς όπως η επιθεώρηση εργασίας, η μεσολάβηση και επίβλεψη, η ασφάλιση ανεργίας, οι ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης και ο κοινωνικός διάλογος, στα πλαίσια καλών διεθνών πρακτικών, καθώς έχει αναδειχθεί ότι οι διανεμητικές επιδράσεις των παρεμβάσεων εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την απρόσκοπτη και ανεξάρτητη λειτουργία των σχετικών θεσμών στην αγορά εργασίας, τονίζεται από τον ΙΟΒΕ.
Πιο αναλυτικά, η μελέτη του ΙΟΒΕ αναλύει τους λόγους των εισοδηματικών – μισθολογικών ανισοτήτων ως εξής:
1. Υψηλό μερίδιο αυταπασχόλησης
Στην Ελλάδα καταγράφεται με διαφορά το υψηλότερο ποσοστό αυτοαπασχόλησης στην Ευρώπη, καθώς περίπου το ένα τέταρτο των εργαζόμενων είναι αυτοαπασχολούμενοι, σχεδόν διπλάσιο μερίδιο από τον μέσο όρο στην ΕΕ, αναφέρει η μελέτη του ΙΟΒΕ.
Ωστόσο, το μερίδιο βαίνει μειούμενο την πρόσφατη δεκαετία, από 31,7% το 2013 σε 24,3% το 2025.

Η αυταπασχόληση τείνει να αυξάνει τόσο τις ευκαιρίες κοινωνικής ανόδου όσο και τον κίνδυνο κοινωνικής πτώσης, διευρύνοντας έτσι την κατανομή του εισοδήματος.
Το υψηλότερο ποσοστό αυταπασχόλησης συνδέεται με τη μεγαλύτερη διασπορά των εισοδημάτων. Ενδεικτικά, σε πρόσφατες μελέτες υποστηρίζεται ότι η αυταπασχόληση συμβάλλει στην ανισότητα, εν μέρει επειδή το εισόδημα των αυτοαπασχολούμενων είναι ευκολότερο να αποκρυφθεί από τις φορολογικές αρχές.
Ειδική μελέτη περίπτωσης για την ΕΕ διαπιστώνει ότι η υψηλότερη συχνότητα της αυταπασχόλησης στις χώρες της ΕΕ συνδέεται με μεγαλύτερη εισοδηματική ανισότητα.
Επιπλέον, τα μισθολογικά χάσματα μεταξύ των φύλων είναι συχνά μεγαλύτερα στον τομέα της αυταπασχόλησης σε σύγκριση με την μισθωτή εργασία, όπως αναδεικνύει η μελέτη περίπτωσης της Γερμανίας.
Ανάλογη ανάλυση με χρήση των στοιχείων των εθνικών λογαριασμών αποτυπώνει το διαχρονικά χαμηλό μερίδιο εισοδήματος από μισθωτή εργασία, αναλογικά με το ΑΕΠ, 36% στην Ελλάδα σε σύγκριση με 48% στον μέσο όρο στην ΕΕ.
Αντίθετα, το ακαθάριστο λειτουργικό πλεόνασμα, το οποίο περιλαμβάνει τόσο τα κέρδη των επιχειρήσεων όσο και τα εισοδήματα των αυτοαπασχολούμενων, εμφανίζει υψηλό μερίδιο του ΑΕΠ στην Ελλάδα.
Με διόρθωση για το υψηλότερο μερίδιο αυτοαπασχολούμενων εκτιμάται ότι η αμοιβή του κεφαλαίου υπερβαίνει την αμοιβή της εργασίας σε σχέση με τον μέσο όρο κατανομής στην ΕΕ, κατά περίπου 6 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, αναφέρει το ΙΟΒΕ.
Σε περιφερειακό επίπεδο, το μερίδιο αυταπασχόλησης καταγράφει υψηλή ετερογένεια. Αυτό ενδέχεται να συνδέεται με χωρική ανισότητα αν και η σχέση μεταξύ γεωγραφικής ετερογένειας και ανισότητας δεν είναι γραμμική.
Η βιβλιογραφία ξεχωρίζει μεταξύ «αυτοπασχόλησης από ευκαιρία», που αφορά δραστηριότητες με υψηλή καινοτομία και παραγωγικότητα και «αυταπασχόλησης από ανάγκη», που αφορά εν γένει δραστηριότητες χαμηλής παραγωγικότητας, τονίζοντας ότι η γεωγραφική ετερογένεια στην αυταπασχόληση αποτυπώνει ανόμοιες οικονομικές δομές.
Το γενικό συμπέρασμα είναι ότι περιφέρειες με πολύ χαμηλό μερίδιο αυταπασχόλησης πιθανά αποτυπώνουν σχετικό κορεσμό ή οικονομική στασιμότητα, ενώ περιφέρειες με πολύ υψηλό μερίδιο αυταπασχόλησης πιθανά συγκεντρώνουν και ανεπίσημες δραστηριότητες χαμηλής παραγωγικότητας.
2. Ανεπίσημη οικονομία και εργασία
Η ελληνική οικονομία χαρακτηρίζεται διαχρονικά από υψηλό μερίδιο ανεπίσημων συναλλαγών για τις οποίες δεν αποδίδεται, μερικώς ή πλήρως, ο ανάλογος φόρος, καθώς και από ανεπίσημες εργασιακές σχέσεις, σύμφωνα με το ΙΟΒΕ.
Yψηλότερο ποσοστό ανεπίσημης οικονομίας συνδέεται με χαμηλότερο βαθμό φορολογικής δικαιοσύνης και κατ’ επέκταση υψηλότερη ανισότητα. Αυτό έχει αναδειχθεί βιβλιογραφικά μέσα από διακριτά κανάλια που επιδρούν σε δείκτες ανισότητας. Τα κανάλια περιλαμβάνουν τα εξής:
- τα υψηλά εισοδήματα αλλά και η μεγάλη περιουσία συνήθως εμπλέκονται με μεγαλύτερα απόλυτα ποσά φοροδιαφυγής,
- υποβαθμίζεται η ισότητα πρόσβασης σε δημόσια αγαθά και υπηρεσίες, ειδικά σε πλαίσιο κοινωνικών πολιτικών με εισοδηματικά κριτήρια,
- διαμορφώνεται οριζόντια ανισότητα, δηλαδή διαφορετικοί πραγματικοί φορολογικοί συντελεστές για παρόμοια εισοδήματα, αλλά και διαφορετικές ασφαλιστικές καλύψεις για παρόμοια εργασία,
- καλλιεργείται ένας φαύλος κύκλος, σύμφωνα με τον οποίο υψηλότερη ανισότητα ενθαρρύνει τη ροπή προς την ανεπίσημη οικονομία.
Το μερίδιο της ανεπίσημης οικονομίας στην Ελλάδα έχει μεν συρρικνωθεί την τελευταία 15ετία, ωστόσο παραμένει υψηλό. Πρόσφατη μελέτη του ΔΝΤ εκτιμάει ότι η ανεπίσημη οικονομία άγγιζε το 15% του ΑΕΠ το 2021, από άνω του 30% το 2012, τονίζει το ΙΟΒΕ.
Για την περίοδο 2019-2024, εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αποτυπώνουν περαιτέρω μείωση της ανεπίσημης οικονομίας, με υποτριπλασιασμό του δείκτη απώλειας εσόδων από φόρο προστιθέμενης αξίας.
Το κενό συμμόρφωσης ΦΠΑ ορίζεται ως η διαφορά μεταξύ των εσόδων που θα εισπράττονταν υπό πλήρη συμμόρφωση όλων των φορολογούμενων και των πραγματικών εσόδων που εισπράττονται από τις αρχές.
Το κενό περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα απώλειας εσόδων, όπως τη νόμιμη εκμετάλλευση νομικών «παραθύρων» στα φορολογικά συστήματα καθώς και την οργανωμένη φοροδιαφυγή μεγάλης κλίμακας.
Η μη συμμόρφωση μπορεί επίσης να είναι ακούσια, ως αποτέλεσμα διοικητικών σφαλμάτων, παραλείψεων, μη δόλιων χρεοκοπιών επιχειρήσεων και άλλων παραγόντων. Οι εκτιμήσεις του κενού συμμόρφωσης ΦΠΑ συχνά χρησιμοποιούνται ως δείκτες αποτελεσματικότητας της είσπραξης του ΦΠΑ.
Η απώλεια εσόδων από τον ΦΠΑ έχει αρνητικό αντίκτυπο στο δημοσιονομικό ισοζύγιο και περιορίζει τη δυνατότητα για δημόσιες δαπάνες για αγαθά και υπηρεσίες.
Η βελτίωση στη συμμόρφωση ΦΠΑ διευρύνει τη φορολογική βάση, επιμερίζοντας δικαιότερα το φορολογικό βάρος, και επίσης προάγει τον υγιή ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων.
Τα έσοδα από ΦΠΑ το 2024 αντιστοιχούν σε 63,6% των συνολικών έμμεσων φόρων στην Ελλάδα (68,6% στην ΕΕ) και 32,0% των συνολικών φορολογικών εσόδων (27,1% στην ΕΕ). Το κενό συμμόρφωσης ΦΠΑ στην Ελλάδα ήταν συστηματικά υψηλότερο από το κενό στον Ευρωπαϊκό μέσο όρο, με τάση σύγκλισης τα τελευταία έτη.
Έχει καταγραφεί σημαντική πρόοδος διαχρονικά με το κενό να μειώνεται από 24,0% το 2019 (το 3ο υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ) σε 11,4% το 2023 (το 7ο υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ).

3. Χαμηλή συμμετοχή στην εργασία
Η ελληνική αγορά εργασίας χαρακτηρίζεται διαχρονικά από χαμηλή συμμετοχή του πληθυσμού σε ηλικία απασχόλησης, ειδικά σε κατηγορίες όπως οι γυναίκες, τα άτομα σε προ-συνταξιοδοτική ηλικία, οι νέοι, καθώς και τα άτομα με αναπηρία. Το χαμηλό ποσοστό συμμετοχής στην αγορά εργασίας συνδέεται με υψηλότερη ανισότητα, μέσα από διάφορα κανάλια, όπως αυτά έχουν αναδειχθεί βιβλιογραφικά.
Πρώτον, μεγαλύτερος αριθμός νοικοκυριών με έναν ή κανέναν εργαζόμενο μεταφράζεται σε μεγαλύτερη διασπορά στα εισοδήματα ανά νοικοκυριό.
Δεύτερον, χαμηλότερη συμμετοχή του γυναικείου πληθυσμού μεταφράζεται σε υψηλότερη ανισότητα εντός αλλά και μεταξύ νοικοκυριών και τέλος, η συστηματικά χαμηλή συμμετοχή συνδέεται με δομικά χαρακτηριστικά μακροχρόνιας ανισότητας καθώς αποτυπώνει αποσύνδεση από την αγορά εργασίας, απαξίωση δεξιοτήτων και επιδείνωση της ψυχικής υγείας του ηλικιακά ενεργού πληθυσμού.
Έτσι, σωρευτικά στον χρόνο η χαμηλή συμμετοχή οδηγεί σε ανισότητα περιουσίας και συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων.
Παρά την πρόοδο που έχει συντελεστεί την τελευταία δεκαετία, το ποσοστό συμμετοχής στην ελληνική αγορά εργασίας για τα άτομα 15-64 ετών διαμορφώθηκε το 2025 στο 70,9%, που αποτελεί το τρίτο χαμηλότερο ποσοστό συμμετοχής στην ΕΕ.
Το χάσμα των περίπου 5 ποσοστιαίων μονάδων από τον μέσο όρο στην ΕΕ οφείλεται στο ότι για επιμέρους πληθυσμιακές ομάδες η συμμετοχή στην αγορά εργασίας είναι παραδοσιακά χαμηλή. Η μία ομάδα είναι ο γυναικείος πληθυσμός, για τον οποίο παρά την πρόοδο που έχει επιτευχθεί, καθώς η συμμετοχή έχει αυξηθεί κατά περίπου 14 π.μ. από το 2000, παραμένει χαμηλότερη από τον μέσο όρο στην ΕΕ κατά περίπου 7 π.μ.
Αντίστοιχα, για τα άτομα σε προ-συνταξιοδοτική ηλικία (50-64 ετών) η συμμετοχή παραμένει χαμηλότερη από τον μέσο όρο στην ΕΕ, κατά περίπου 3 π.μ., παρά τη συστηματική σύγκλιση που καταγράφηκε μετά το 2015, όταν το χάσμα άγγιζε τις 12 π.μ.
Στη σύγκλιση αυτή συνέβαλαν οι παρεμβάσεις πολιτικής για τον περιορισμό των κινήτρων για πρόωρη συνταξιοδότηση, καθώς και των αντικινήτρων για εργασία μετά τη συνταξιοδότηση.
Ιδιαίτερα χαμηλή είναι η ένταξη των ατόμων με αναπηρία στην ελληνική αγορά εργασίας, με αποτέλεσμα να εντείνεται η ανισότητα εισοδήματος, περιουσίας, αλλά και δυνατότητες κοινωνικής κινητικότητας για τη συγκεκριμένη ομάδα πληθυσμού.
Μια τέταρτη ομάδα πληθυσμού με χαμηλή συμμετοχή στην εργασία είναι οι νέοι, τάση η οποία συνδέεται με την υψηλή συμμετοχή των νέων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.
4. Χαμηλό ποσοστό απασχόλησης
Τα ποσοστά απασχόλησης αυξήθηκαν στην Ελλάδα τις δεκαετίες ‘80, ‘90 και 2000, δηλαδή έως την έναρξη της κρίσης χρέους, κυρίως λόγω του αυξανόμενου ποσοστού απασχόλησης των γυναικών, ωστόσο από ιδιαίτερα χαμηλή βάση. Αντίθετα, τα ποσοστά απασχόλησης των νέων μειώθηκαν σταδιακά την ίδια περίοδο λόγω της μαζικής επέκτασης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης μετά τη δεκαετία του 1980, αναφέρει η μελέτη του ΙΟΒΕ.
Παρόμοια τάση παρατηρείται στην ηλικιακή ομάδα άνω των 55 ετών, πιθανώς λόγω της αυξανόμενης γενναιοδωρίας του ελληνικού συνταξιοδοτικού συστήματος όσον αφορά τα κριτήρια συνταξιοδότησης.
Εν μέσω αυτών των αντίρροπων τάσεων, το ποσοστό απασχόλησης στην Ελλάδα παρέμεινε χαμηλότερο του μέσου όρου στην Ευρώπη, με αντίστοιχα υψηλότερο ποσοστό ανεργίας, ακόμα και σε περιόδους επέκτασης του οικονομικού κύκλου, όπως π.χ. τη δεκαετία του 2000.
Αυτό αναδεικνύει δομικές αδυναμίες της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα και αναντιστοιχίες μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, όπως αποτυπώνεται από εκτιμώμενη υψηλή διαρθρωτική ανεργία.
Το χαμηλό ποσοστό απασχόλησης που συνδέεται με το υψηλό ποσοστό διαρθρωτικής ανεργίας σχετίζεται επίσης με υψηλότερη ανισότητα, μέσα από διάφορα κανάλια, όπως αυτά έχουν αναδειχθεί βιβλιογραφικά.
Αρχικά, στη διαρθρωτική ανεργία είναι περισσότερο εκτεθειμένες ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες του εργατικού δυναμικού, όπως άτομα με χαμηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης ή με έλλειψη σύγχρονων δεξιοτήτων, το οποίο μεταφράζεται σε επιδείνωση της ανισότητας ευκαιριών για εξεύρεση εργασίας και της ανισότητας εισοδήματος.
Επιπλέον, η διαρθρωτική ανεργία συχνά αποτυπώνεται και μέσα από υψηλό μερίδιο μακροχρόνιας ανεργίας η οποία με τη σειρά της σχετίζεται με παρατεταμένες περιόδους απώλειας εισοδήματος για τα εκτεθειμένα νοικοκυριά και υψηλότερο κίνδυνο φτώχειας. Επίσης, η μακροχρόνια ανεργία οδηγεί σε απώλεια δεξιοτήτων, με υποβάθμιση των προοπτικών για εξεύρεση καλύτερα αμειβόμενων θέσεων εργασίας σε βάθος χρόνου, με συνέπεια την όξυνση της ανισότητας περιουσίας.
Τέλος, η διαρθρωτική ανεργία συχνά χαρακτηρίζεται από γεωγραφική ετερογένεια, με αποτέλεσμα την όξυνση της χωρικής και περιφερειακής ανισότητας .
Μετά την κρίση χρέους, το χάσμα στο ποσοστό απασχόλησης και ποσοστό ανεργίας μεταξύ Ελλάδας και ΕΕ διογκώθηκε έντονα, με συστηματική αλλά σταδιακή σύγκλιση να καταγράφεται μόνο μετά το 2013.

Το 2025, το ποσοστό απασχόλησης στην Ελλάδα παραμένει το τρίτο χαμηλότερο στην ΕΕ, απέχοντας κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες από τον μέσο όρο στην ΕΕ. Αντίστοιχα, το ποσοστό ανεργίας παραμένει σημαντικά υψηλότερο του μέσου όρου στην ΕΕ, αγγίζοντας το 8,8% το 2025.
Πρόκληση για τον άνεργο πληθυσμό αποτελεί το υψηλό μερίδιο μακροχρόνιας ανεργίας (άνω των 12 μηνών), που παρά τη βελτίωση μετά την κρίση, ξεπερνάει το 50% του συνολικού άνεργου πληθυσμού, το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ.
Οι μακροχρόνια άνεργοι αντιμετωπίζουν απαξίωση των δεξιοτήτων τους, με επιδείνωση των προοπτικών εξεύρεσης καλά αμειβόμενης εργασίας, τάση η οποία οξύνει την εισοδηματική ανισότητα, την ανισότητα περιουσίας, ενώ επιβραδύνει την κοινωνική κινητικότητα.
5. Χαμηλή συνδικαλιστική πυκνότητα
Η κάλυψη των εργαζομένων από Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (ΣΣΕ) μειώθηκε μετά τις παρεμβάσεις στην αγορά εργασίας την περίοδο 2011-2012, που μεταξύ άλλων στόχευσαν στην αποκέντρωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων.
Οι ρυθμιστικές παρεμβάσεις στην αγορά εργασίας την περίοδο της εσωτερικής υποτίμησης εκτιμάται ότι είχαν θετική επίδραση στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και τη συγκράτηση της ανεργίας, ωστόσο επέδρασαν αρνητικά στη συμμετοχή στην εργασία και την εισοδηματική ανισότητα.
Σήμερα, ο βαθμός κάλυψης των εργαζομένων στην Ελλάδα από ΣΣΕ παραμένει σημαντικά χαμηλότερος του στόχου του 80% που θέτει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, καθώς εκτιμάται χαμηλότερος από το 30%, ενώ η πρόσφατη Κοινωνική Συμφωνία μεταξύ Κυβέρνησης και Κοινωνικών Εταίρων έχει στόχο την ενίσχυσή του.
Παρά τον αυξημένο αριθμό των επιχειρησιακών ΣΣΕ τα τελευταία χρόνια, η μειωμένη κάλυψη σχετίζεται με τον περιορισμένο αριθμό κλαδικών και όμοιο-επαγγελματικών ΣΣΕ, καθώς και με την περιορισμένη συχνότητα επέκτασής τους (περίπου 1 στις 3) λόγω χαμηλής αντιπροσωπευτικότητας. Στο τελευταίο συνηγορεί η φθίνουσα συνδικαλιστική πυκνότητα μετά τη δεκαετία του 1980, τόσο μεταξύ των εργαζομένων, κάτω του 15% το 2020, αλλά και μεταξύ των εργοδοτών, περί το 33%.
Παράλληλα ωστόσο με την χαμηλή συνδικαλιστική πυκνότητα, στην Ελλάδα καταγράφεται ιδιαίτερα υψηλή συμπίεση μισθών, μεταξύ άλλων καθώς οι αυξήσεις του κατώτατου μισθού την περίοδο 2019-2026 ήταν σημαντικά μεγαλύτερες από τις αυξήσεις στον μέσο μισθό.

Το χαμηλό ποσοστό κάλυψης των εργαζομένων από συλλογικές διαπραγματεύσεις και η χαμηλή συνδικαλιστική πυκνότητα, σχετίζονται με την ανισότητα, όχι απαραίτητα με γραμμική σχέση, μέσα από δύο κύρια κανάλια. Αρχικά, η πτώση της συνδικαλιστικής κάλυψης γενικά συμβάλλει στην αύξηση της εισοδηματικής ανισότητας.
Δεύτερον, η συνδικαλιστική δράση με αδύναμη αντιπροσωπευτικότητα δύναται να επιτείνει τον κίνδυνο προώθησης συμφερόντων των ήδη συμμετεχόντων, «εσωτερικών» στην αγορά εργασίας (insiders-outsiders problem) εις βάρος των μη συμμετεχόντων, «εξωτερικών».
Συμπερασματικά, οι διανεμητικές επιδράσεις των συνδικάτων εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το πόσο αντιπροσωπευτικοί είναι οι θεσμοί διαπραγμάτευσης και ο κοινωνικός διάλογος, και όχι απαραίτητα από το πόσο ισχυρά είναι τα συνδικάτα.
Επίσης, ενώ η συμπίεση μισθών σχετίζεται γενικά με μείωση της διασποράς των εισοδημάτων, εξ ορισμού, ωστόσο έχει αναδειχθεί βιβλιογραφικά ότι η σχέση με την ανισότητα και την παραγωγικότητα δεν είναι απαραίτητα γραμμικές.
Ενδεικτικά, αφενός δύναται να δημιουργείται ανισότητα μέσα από τάση εξομοίωσης των αμοιβών για διαφορετικού επιπέδου δεξιότητες και ποιότητας της παρεχόμενης εργασίας.
Aφετέρου, τόσο η πολύ υψηλή διασπορά μισθών όσο και η υψηλή συμπίεση αυτών συχνά δρουν ως αντικίνητρο για αύξηση της παραγωγικότητας των εργαζομένων.
Συμπερασματικά, οι οικονομίες που βρίσκουν τη χρυσή τομή μεταξύ μέτριας διασποράς μισθών και αξιοκρατίας μεταξύ των εργαζομένων, αναδεικνύονται περισσότερο παραγωγικές καθώς συνδυάζουν μετριοπαθώς συμπιεσμένους μισθούς με θεσμούς που διατηρούν κίνητρα για την απόκτηση δεξιοτήτων, την καινοτομία και την αποδοτική κατανομή των πόρων.
