Ως ένα στοίχημα με υψηλό ρίσκο, αλλά και δυνητικά καθοριστική σημασία για το ενεργειακό μέλλον της χώρας, αναδεικνύεται η γεώτρηση στο Βορειοδυτικό Ιόνιο, με τον διευθύνοντα σύμβουλο της Energean, Μαθιό Ρήγα, να σκιαγραφεί ένα project που, εφόσον αποδώσει, μπορεί να επαναπροσδιορίσει τη θέση της Ελλάδας στον ενεργειακό χάρτη της περιοχής και να αποτελέσει κινητήριο μοχλό ανάπτυξης για την ελληνική οικονομία.
Μάλιστα, στο πλαίσιο της εκδήλωσης που πραγματοποιήθηκε χθες για την υπογραφή της σύμβασης γεώτρησης για το Block 2 στο Βορειοδυτικό Ιόνιο, μεταξύ της Energean (ως operator της κοινοπραξίας ExxonMobil – Energean – HELLENiQ Energy) και της Stena Drilling, ο κ. Ρήγας κάλεσε την αγορά να θέσει μεγάλους στόχους και να σκεφτεί φιλόδοξα. Το «think big» του Μαθιού Ρήγα έδωσε το στίγμα στον «μαραθώνιο» που τρέχει η Ελλάδα, αποτυπώνοντας το εύρος του εγχειρήματος, το οποίο συνδυάζει τεχνική πολυπλοκότητα, γεωλογική αβεβαιότητα και τη δυνατότητα μιας ανακάλυψης με ευρείες οικονομικές και γεωπολιτικές προεκτάσεις.
Στο επίκεντρο βρίσκεται μια γεωλογική δομή με εκτιμώμενα δυνητικά αποθέματα που φτάνουν τα 270 δισ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου, ενώ σύμφωνα με εκτιμήσεις τα συνολικά έσοδα για το ελληνικό Δημόσιο από την εμπορική αξιοποίησή της θα μπορούσαν να προσεγγίσουν τα 10 δισ. ευρώ σε ορίζοντα 20ετίας, χωρίς να απαιτείται άμεση χρηματοδοτική συμμετοχή από κρατικούς πόρους. Την ίδια ώρα, το project εισέρχεται σε μια κρίσιμη φάση, με διαδοχικά ορόσημα την ολοκλήρωση των περιβαλλοντικών μελετών, την επιλογή του λιμένα βάσης και την έναρξη της γεώτρησης εντός του 2027, που θα κρίνει και την περαιτέρω πορεία του εγχειρήματος.
Τα ορόσημα
Τα βλέμματα όλων είναι στραμμένα σε ένα από τα μεγαλύτερα ενεργειακά στοιχήματα των τελευταίων δεκαετιών. Το εθνικό πρόγραμμα αποκτά πλέον σαφή επιχειρησιακή διάσταση και συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα και η Ελλάδα επιχειρεί να επανέλθει δυναμικά στον χάρτη των υπεράκτιων ερευνών, για πρώτη φορά έπειτα από σχεδόν τέσσερις δεκαετίες. Σε ένα περιβάλλον γεωπολιτικής αβεβαιότητας και αναζήτησης εναλλακτικών πηγών ενέργειας, το στοίχημα δεν είναι η προσέλκυση ενδιαφέροντος, αυτό έχει ήδη επιτευχθεί, αλλά η μετατροπή του σε ώριμες επενδύσεις και, εν τέλει, σε παραγωγή.
Κεντρικό ζήτημα που πρέπει να επιλυθεί άμεσα και συγκεκριμένα εντός Μαΐου είναι η επιλογή του λιμένα βάσης που θα υποστηρίξει τις γεωτρητικές εργασίες. Η απόφαση αυτή δεν αποτελεί μια τυπική διοικητική επιλογή, αλλά προϋπόθεση για την ίδια τη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ), καθώς το λιμάνι ενσωματώνεται στον συνολικό σχεδιασμό του έργου: από τη μεταφορά εξοπλισμού και προσωπικού μέχρι τη διαχείριση αποβλήτων και την εφοδιαστική αλυσίδα. Η Πάτρα φαίνεται να βρίσκεται λίγο πιο μπροστά στην κούρσα, λόγω του Master Plan, που ενισχύει τον ρόλο του λιμανιού ως κόμβου συνδυασμένων μεταφορών, ενώ η Ηγουμενίτσα προβάλλει ως εναλλακτική με ισχυρό πλεονέκτημα εγγύτητας προς την παραχώρηση, μειώνοντας σημαντικά χρόνους και κόστη μεταφοράς. Στη συζήτηση παραμένει και το λιμάνι του Αστακού. Όπως επισημαίνουν πηγές της αγοράς, πρόκειται για μια «λεπτή άσκηση ισορροπίας», αφού κάθε επιλογή συνοδεύεται από διαφορετικά τεχνικά και οικονομικά trade-offs που θα πρέπει να συνεκτιμηθούν.
Η επιλογή του λιμανιού συνδέεται άρρηκτα με τη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ). Η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων θα πρέπει να κατατεθεί έως τις 15 Ιουνίου, ενώ η έγκρισή της τοποθετείται χρονικά στα μέσα Νοεμβρίου. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα σφιχτό πλαίσιο, το οποίο ουσιαστικά καθορίζει και τον συνολικό ρυθμό ωρίμανσης του έργου.
Αυτήν τη στιγμή πραγματοποιείται η Environmental Baseline Survey (EBS), δηλαδή η λεπτομερής αποτύπωση της υφιστάμενης περιβαλλοντικής κατάστασης της περιοχής. Το ειδικό ερευνητικό σκάφος πραγματοποιεί υψηλής ανάλυσης χαρτογράφηση του θαλάσσιου πυθμένα, καταγράφοντας βιοποικιλότητα, ιζήματα και οικοσυστήματα. Η διαδικασία αυτή, που σύμφωνα με πληροφορίες ολοκληρώνεται εντός Απριλίου, αποτελεί κρίσιμο τεχνικό υπόβαθρο: χωρίς αυτήν δεν μπορεί να τεκμηριωθεί η περιβαλλοντική ασφάλεια της γεώτρησης, ούτε να προχωρήσει η αδειοδότηση.
Τα τεχνικά χαρακτηριστικά της γεώτρησης
Στο επιχειρησιακό σκέλος, στα βασικά τεχνικά χαρακτηριστικά της γεώτρησης στον στόχο «Ασωπός-1», που αφορά μια γεωλογική δομή με έκταση σχεδόν αντίστοιχη με το σύνολο του Λεκανοπεδίου, αποτυπώνεται και το εύρος της πρόκλησης. Η γεώτρηση προγραμματίζεται να ξεκινήσει τον Φεβρουάριο του 2027, με εκτιμώμενη διάρκεια περίπου 60 ημερών και συνολικό κόστος που κυμαίνεται μεταξύ 60 και 80 εκατ. ευρώ, ανάλογα με τις επιχειρησιακές συνθήκες.
Η προγραμματισμένη γεώτρηση θα πραγματοποιηθεί σε βάθος περίπου 4.600 μέτρων κάτω από τον βυθό, σε θαλάσσια περιοχή με βάθος νερού 840 μέτρα, καθιστώντας το έργο τεχνικά απαιτητικό και εντάσσοντάς το στην κατηγορία των σύνθετων υπεράκτιων γεωτρήσεων βαθιάς θάλασσας. Το γεωτρύπανο που θα αναλάβει την εκτέλεση της γεώτρησης είναι το «Stena DrillMAX», ένα σύγχρονο drillship υψηλών προδιαγραφών, σχεδιασμένο για επιχειρήσεις σε δύσκολα περιβάλλοντα.
Στο επίκεντρο της ερευνητικής προσπάθειας βρίσκεται ένα εκτιμώμενο κοίτασμα της τάξης των 270 δισ. κυβικών μέτρων φυσικού αερίου, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου σε 5 δισ. βαρέλια ισοδύναμου πετρελαίου. Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος, η ετήσια κατανάλωση φυσικού αερίου της Ελλάδας κυμαίνεται σήμερα στα 6 έως 7 δισ. κυβικά μέτρα, γεγονός που υπογραμμίζει τη δυνητική σημασία μιας τέτοιας ανακάλυψης.
Όπως ανέφερε ο Μαθιός Ρήγας, πρόκειται για μια «τεράστια ανεξερεύνητη γεωλογική ζώνη», με πιθανότητα επιτυχίας της τάξης του 16%, ποσοστό που, όπως διευκρίνισε, θεωρείται σχετικά υψηλό για τα δεδομένα των γεωτρήσεων αυτού του τύπου. Το βασικό γεωλογικό ρίσκο σχετίζεται με το αν οι υδρογονάνθρακες παγιδεύτηκαν εγκαίρως στη δομή ή αν διέφυγαν πριν από τον σχηματισμό της.
Το χρονοδιάγραμμα είναι σαφές: η γεώτρηση αναμένεται να ολοκληρωθεί έως τα τέλη Απριλίου 2027, με την 21η Απριλίου να αποτελεί ορόσημο για τα πρώτα αποτελέσματα. Από εκεί και πέρα, σε περίπτωση επιτυχούς ανακάλυψης θα ακολουθήσει άμεσα η φάση επιβεβαίωσης και ανάπτυξης, με τη σκυτάλη να περνά στην ExxonMobil ως κύριο επενδυτή της κοινοπραξίας.
Η ανάπτυξη του κοιτάσματος, εφόσον επιβεβαιωθεί η εμπορικότητά του, θα βασιστεί σε πλωτή μονάδα επεξεργασίας φυσικού αερίου, μέσω της οποίας το καύσιμο θα διοχετεύεται στο εθνικό σύστημα και σε διεθνείς αγορές. Η παραγωγή θα μπορούσε να ξεκινήσει μέσα σε χρονικό ορίζοντα 3,5 έως 4 ετών από τη λήψη της τελικής επενδυτικής απόφασης, με τη συνολική επένδυση να εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει τα 5 δισ. ευρώ.
Διαβάστε περισσότερα στο energygame.gr