Συναγερμός έχει σημάνει στους κόλπους της ενεργοβόρου βιομηχανίας της Ευρώπης για επιβάρυνση του ενεργειακού τους κόστους λόγω των εισηγήσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (DG Clima) για την αναθεώρηση των συντελεστών αναφοράς (benchmarks) για την περίοδο 2026-2030. Τα benchmarks αποτελούν τον κεντρικό μηχανισμό κατανομής δωρεάν δικαιωμάτων εκπομπών CO2 στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (EU ETS), καθώς καθορίζουν τον αριθμό των δωρεάν δικαιωμάτων που λαμβάνει κάθε βιομηχανική εγκατάσταση ανά μονάδα παραγόμενου προϊόντος.
Προς αύξηση κόστους για τις βιομηχανίες που καίνε φυσικό αέριο
Όπως εξηγούν στο energygame.gr κύκλοι της εγχώριας ενεργοβόρου βιομηχανίας με γνώση του θέματος, «το νέο benchmark συνεπάγεται ότι οι βιομηχανίες που καίνε φυσικό αέριο θα λαμβάνουν δωρεάν δικαιώματα μόνο για περίπου το 50% των πραγματικών εκπομπών τους και θα πρέπει να αγοράζουν δικαιώματα για περίπου 100 kg CO₂/MWh, με κόστος που εξαρτάται από την τιμή των δικαιωμάτων εκπομπών στο Χρηματιστήριο Εκπομπών CO2 (π.χ. ~7,5 €/MWh στα 75 €/tCO₂). Διότι το φυσικό αέριο όταν καίγεται έχει εκπομπές 200 kg CO2 ανά MWh, ενώ πλέον οι βιομηχανίες θα λαμβάνουν δωρεάν δικαιώματα για μόνο 100 kg CO2/MWh. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι εάν περάσει η πρόταση της Επιτροπής, η τιμή του φυσικού αερίου θα μας κοστίζει επιπλέον 7,5 ευρώ/MWh».
Η αντίφαση
Αυτήν τη στιγμή παρατηρείται το παράδοξο φαινόμενο από τη μία η Επιτροπή -διά της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού (DG COMP)- να χαλαρώνει τους κανόνες κρατικής στήριξης για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες και να καθιστά πιο ευέλικτο το σχετικό πλαίσιο (CISAF), προβλέποντας μεταξύ άλλων επιδότηση του κόστους ενέργειας σε ποσοστό έως και 70% των επιπλέον δαπανών λόγω της αύξησης των τιμών προσωρινά και εξαιτίας του πολέμου στον Κόλπο (έναντι του 50% που είναι ο γενικός κανόνας), με στόχο την ελάφρυνση του κλάδου. Και από την άλλη να δρομολογούνται αλλαγές στα benchmarks του ETS για τα επόμενα χρόνια, που εν πολλοίς «εξουδετερώνουν» τις θετικές επιπτώσεις από την εφαρμογή του αναθεωρημένου CISAF.
Η επιστολή των 60 εταιρειών και φορέων προς την Ούρσουλα VdL
Όπως έχει γράψει το energygame.gr, τον «κώδωνα του κινδύνου» για δυσβάσταχτη αύξηση στα κόστη που συνδέονται με τις εκπομπές CO2 είχαν κρούσει τον προηγούμενο μήνα με επιστολή τους προς την πρόεδρο της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, 60 εταιρείες και σύνδεσμοι από ενεργοβόρες βιομηχανίες της ΕΕ. Η επιστολή -την οποία είχαν υπογράψει μεταξύ πολλών άλλων και τρεις ελληνικές εταιρίες, η Metlen, η ΤΕΡΝΑ Λευκόλιθοι και οι Ελληνικοί Λευκόλιθοι- αναδείκνυε τις μεγάλες παρενέργειες που θα έχουν οι εξεταζόμενες αλλαγές στα benchmarks, καθώς επηρεάζουν επί το αρνητικότερο τα δωρεάν δικαιώματα εκπομπών CO2 που λαμβάνουν οι ενεργοβόρες βιομηχανίες της Ευρώπης, επιβαρύνοντας το ενεργειακό τους κόστος, τη στιγμή που η Κομισιόν φέρεται να δίνει αυξημένη έμφαση στην ανταγωνιστικότητα του κλάδου. «Tα επιπρόσθετα κόστη που συνεπάγεται το εξεταζόμενο “σφίξιμο” των benchmarks για το ETS για την περίοδο 2026-2030 απειλεί να εξουδετερώσει την όποια θετική επίδραση στο ενεργειακό κόστος από τα σχήματα κρατικής στήριξης, είτε μιλάμε για την έμμεση αποζημίωση του κόστους CO2 (αντιστάθμιση) είτε για το CISAF», τονιζόταν χαρακτηριστικά στο κείμενο.
Η αναθεώρηση των ETS benchmarks για την περίοδο 2026–2030 αντανακλά την δυσκολία του εγχειρήματος ανεύρεσης της χρυσής τομής μεταξύ της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας και της κλιματικής φιλοδοξίας στην ΕΕ, Η ευρύτερη αναθεώρηση του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (με τις σχετικές προτάσεις των Βρυξελλών να αναμένονται τον Ιούλιο) θα δώσει αποφασιστικές κατευθύνσεις για τη μορφή του συστήματος μετά το 2030. Η εισήγηση της Κομισιόν για την αναθεώρηση της Οδηγίας για το ETS αναμένεται να αντιμετωπίσει -μεταξύ άλλων- τον ρόλο της αποθήκευσης C02 (CCS), τη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής του ETS σε νέους κλάδους, την αναθεώρηση του Market Stability Reserve και την ευθυγράμμιση με τους κλιματικούς στόχους του 2040.
Το διακύβευμα για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες
Το ύψος των benchmarks συναρτάται όχι μόνο με τη δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων στο ETS, αλλά και με τον Μηχανισμό Διασυνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα CBAM. Όσο πιο αποδοτική είναι μια παραγωγική μονάδα σε σχέση με το benchmark τόσο λιγότερο κόστος έχει. Oι Βρυξέλλες φαίνεται να κινούνται προς μια κατεύθυνση αυστηροποίησης των benchmarks -που συνεπάγεται διανομή λιγότερων δωρεάν δικαιωμάτων-, προκειμένου να εξωθήσουν τις εταιρείες να μειώσουν το ανθρακικό τους αποτύπωμα χρησιμοποιώντας πιο καθαρές βιομηχανικές διεργασίες, καθαρότερα καύσιμα και τεχνολογίες όπως τη δέσμευση CO2.
Η ενεργοβόρος βιομηχανία από την πλευρά της αντιτείνει ότι η αναθεώρηση των benchmarks πρέπει να στηρίζεται σε πραγματικά και ρεαλιστικά δεδομένα, ειδάλλως είναι ορατός ο κίνδυνος η διαδικασία να οδηγήσει σε τιμές αναφοράς χαμηλότερες από τα εφικτά επίπεδα εκπομπών στη βάση των διαθέσιμων τεχνολογιών. Η βασική της γραμμή είναι ότι τα benchmarks πρέπει να δίνουν ρεαλιστικά κίνητρα για τη μείωση των εκπομπών CO2 και όχι να λειτουργούν ως τιμωρητικό εργαλείο.
Διαβάστε περισσότερα στo energygame.gr