Η αναθεώρηση του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τη Βιομηχανία βάζει στο τραπέζι ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα της επόμενης δεκαετίας: πού και πώς θα εγκατασταθεί η νέα παραγωγή, πώς θα περιοριστεί η άναρχη εκτός σχεδίου βιομηχανική ανάπτυξη και με ποιον τρόπο θα συνδεθεί η μεταποίηση με την εφοδιαστική αλυσίδα, τα λιμάνια, τα μεγάλα αστικά κέντρα και τις περιφερειακές αγορές. Την ίδια στιγμή, το νέο πλαίσιο που τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση εχθές επιχειρεί να απαντήσει και σε μια σειρά νέων προκλήσεων που δεν υπήρχαν όταν θεσπίστηκε το προηγούμενο χωροταξικό: την απολιγνιτοποίηση, την ανάγκη ανάπτυξης βιομηχανιών που συνδέονται με την πράσινη μετάβαση, τις κρίσιμες πρώτες ύλες που αναζητά η Ευρώπη, αλλά και τον αναβαθμισμένο ρόλο των λιμένων και των εφοδιαστικών αλυσίδων στη νέα γεωοικονομική πραγματικότητα.
Η Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων που συνοδεύει το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τη Βιομηχανία καταγράφει με αριθμούς την ανάγκη για νέους Οργανωμένους Υποδοχείς Μεταποιητικών και Επιχειρηματικών Δραστηριοτήτων (ΟΥΜΕΔ), Επιχειρηματικά Πάρκα και υποδομές logistics, επιχειρώντας να δώσει λύση σε ένα διαχρονικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας, την έλλειψη επαρκούς, οργανωμένης, αδειοδοτημένης και περιβαλλοντικά ελεγχόμενης βιομηχανικής γης.
Πέρα όμως από τις ανάγκες σε νέες εκτάσεις, το σχέδιο σηματοδοτεί μια ευρύτερη αναδιάταξη του παραγωγικού χάρτη της χώρας. Προβλέπει την ενίσχυση νέων βιομηχανικών πόλων στις περιοχές που επηρεάζονται από την ενεργειακή μετάβαση, τη δημιουργία νέων εθνικών κόμβων εφοδιαστικής σε περιοχές όπως η Αλεξανδρούπολη και η Καβάλα, καθώς και τη θεσμοθέτηση για πρώτη φορά του Βιομηχανικού Λιμένα, ενός εργαλείου που φιλοδοξεί να καλύψει χρόνια κενά στη λειτουργία και τον εκσυγχρονισμό μεγάλων βιομηχανικών εγκαταστάσεων με πρόσβαση στη θάλασσα.
Αναζητώντας 57.000 στρέμματα για τη μεταποίηση
Σύμφωνα με τη μελέτη, η πρόσθετη έκταση νέων Οργανωμένων Υποδοχέων Μεταποιητικών και Επιχειρηματικών Δραστηριοτήτων (ΟΥΜΕΔ) που θα χρειαστεί η χώρα έως το 2032 υπολογίζεται σε 57.433 στρέμματα. Το μέγεθος αυτό δεν αφορά μόνο τη γη που θα καταληφθεί από βιομηχανικές εγκαταστάσεις, αλλά τη συνολική απαιτούμενη έκταση, συμπεριλαμβανομένων των κοινόχρηστων χώρων και των αναγκαίων υποδομών. Πρόκειται ουσιαστικά για το νέο χωρικό απόθεμα που απαιτείται προκειμένου η μεταποίηση να αναπτυχθεί χωρίς να αναπαράγει το μοντέλο της διάσπαρτης εκτός σχεδίου εγκατάστασης που χαρακτήρισε την ελληνική βιομηχανία τις προηγούμενες δεκαετίες.
Η μεγαλύτερη πίεση καταγράφεται στην Αττική, όπου οι ανάγκες για νέους ΟΥΜΕΔ φτάνουν τα 21.656 στρέμματα. Ακολουθούν η Κεντρική Μακεδονία με 9.799 στρέμματα και η Στερεά Ελλάδα με 7.877 στρέμματα. Οι τρεις αυτές Περιφέρειες συγκεντρώνουν περισσότερα από τα δύο τρίτα της συνολικής πρόσθετης βιομηχανικής γης που εκτιμάται ότι θα χρειαστεί η χώρα τα επόμενα χρόνια. Η εικόνα αυτή αντανακλά τη σημερινή γεωγραφία της παραγωγής: η Αττική και η Θεσσαλονίκη παραμένουν τα ισχυρότερα κέντρα μεταποίησης, κατανάλωσης και διανομής, ενώ η Στερεά Ελλάδα εξακολουθεί να διαθέτει μία από τις σημαντικότερες βιομηχανικές βάσεις της χώρας, με στενή λειτουργική διασύνδεση με το μητροπολιτικό συγκρότημα της πρωτεύουσας.
Στόχος είναι να περιοριστεί η εκτός σχεδίου βιομηχανική ανάπτυξη. Ενώ στο παρελθόν περίπου οκτώ στις δέκα νέες μονάδες εγκαθίσταντο εκτός οργανωμένων υποδοχέων, ο νέος σχεδιασμός προβλέπει ότι μόλις το ένα τρίτο των νέων εγκαταστάσεων θα χωροθετείται εκτός ΟΥΜΕΔ και οργανωμένων μορφών ανάπτυξης.
Αντίστοιχα ισχυρές πιέσεις καταγράφονται και στον τομέα της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η μελέτη εκτιμά ότι έως το 2032 θα απαιτηθούν περίπου 29.000 επιπλέον στρέμματα για δραστηριότητες logistics, επιβεβαιώνοντας τον ολοένα σημαντικότερο ρόλο που αποκτά ο κλάδος στην οικονομία. Από τη συνολική αυτή έκταση, περίπου 24.000 στρέμματα ή το 83% αναμένεται να αναζητηθούν εντός νέων Επιχειρηματικών Πάρκων ή μεγάλων οργανωμένων εγκαταστάσεων εφοδιαστικής, ενώ τα υπόλοιπα 5.000 στρέμματα εκτιμάται ότι θα αναπτυχθούν εκτός οργανωμένων υποδοχέων, κυρίως κοντά σε περιοχές παραγωγής αγροτικών ή ορυκτών πρώτων υλών.
Η εφοδιαστική αλυσίδα αποκτά τον δικό της χωρικό χάρτη
Ανά Περιφέρεια, η μεγαλύτερη ανάγκη για νέους οργανωμένους χώρους εφοδιαστικής εντός Επιχειρηματικών Πάρκων καταγράφεται στην Αττική, όπου οι απαιτήσεις έως το 2032 υπολογίζονται σε 7.752 στρέμματα. Ακολουθούν η Κεντρική Μακεδονία με 2.956 στρέμματα, η Πελοπόννησος με 2.293 στρέμματα, η Στερεά Ελλάδα με 1.878 στρέμματα, η Κρήτη με 1.248 στρέμματα και η Δυτική Ελλάδα με 1.241 στρέμματα.
Η γεωγραφική αυτή κατανομή αντανακλά τη συγκέντρωση οικονομικής δραστηριότητας στα μεγάλα αστικά και παραγωγικά κέντρα της χώρας, αλλά και τον καθοριστικό ρόλο που διαδραματίζουν τα λιμάνια, οι βασικοί οδικοί άξονες και οι περιφερειακές αγορές στη διακίνηση των εμπορευμάτων. Το βασικό συμπέρασμα του νέου χωροταξικού σχεδιασμού είναι ότι η εφοδιαστική αλυσίδα παύει να αντιμετωπίζεται ως μια απλή υποστηρικτική λειτουργία της βιομηχανίας και αναδεικνύεται σε αυτόνομη χωρική δραστηριότητα με σημαντικές ανάγκες σε γη, υποδομές και οργανωμένους υποδοχείς.

Η ανάπτυξη της μεταποίησης, του χονδρεμπορίου, των εξαγωγών, των εισαγωγών και των υπηρεσιών αστικής διανομής αυξάνει διαρκώς τη ζήτηση για σύγχρονους χώρους αποθήκευσης, διαλογής, μεταφόρτωσης και διανομής προϊόντων. Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στους οργανωμένους χώρους αποθήκευσης και διαχείρισης υγρών φορτίων, κυρίως καυσίμων, για τους οποίους οι πρόσθετες ανάγκες εκτιμώνται σε περίπου 5.000 στρέμματα έως το 2032.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο τρόπος με τον οποίο οργανώνεται ο εθνικός χάρτης των μεγάλων εμπορευματικών κέντρων. Ο σχεδιασμός εστιάζει σε τρεις κομβικές υποδομές: το Θριάσιο Ι, το Θριάσιο ΙΙ και το Στρατόπεδο Γκόνου στη Θεσσαλονίκη. Οι τρεις αυτοί πόλοι προορίζονται να αποτελέσουν τη ραχοκοκαλιά της διεθνούς εφοδιαστικής αλυσίδας της χώρας, αναλαμβάνοντας το μεγαλύτερο μέρος της διακίνησης φορτίων σε σύνδεση με τα μεγάλα λιμάνια, το σιδηροδρομικό δίκτυο και τους βασικούς οδικούς διαδρόμους.
Η επιλογή των συγκεκριμένων θέσεων αποτυπώνει τη φιλοσοφία του νέου χωροταξικού μοντέλου, το οποίο αντιμετωπίζει την εφοδιαστική ως ένα δίκτυο πυλών εισόδου και αναδιανομής φορτίων. Στο πλαίσιο αυτό, η Αττική, μέσω του Πειραιά και του Θριασίου, και η Θεσσαλονίκη, μέσω του λιμένα και του Στρατοπέδου Γκόνου, αναδεικνύονται στα δύο βασικά κέντρα υποδοχής, επεξεργασίας και ανακατεύθυνσης εμπορευμάτων προς την ελληνική και τη διεθνή αγορά.
Ο νέος χάρτης των logistics
Στην κορυφή της πυραμίδας βρίσκονται η Αττική και η Θεσσαλονίκη, οι οποίες κατατάσσονται στην Ομάδα Α των Μητροπολιτικών Εφοδιαστικών Κέντρων. Πρόκειται για τα δύο μεγαλύτερα κέντρα συγκέντρωσης, επεξεργασίας και αναδιανομής φορτίων της χώρας, τα οποία συνδέονται άμεσα με τα μεγάλα λιμάνια, τα εθνικά δίκτυα μεταφορών και τις σημαντικότερες καταναλωτικές αγορές.
Ακολουθεί η Ομάδα Β, στην οποία εντάσσονται τα Μεγάλα Εφοδιαστικά Κέντρα και οι Πύλες Εισόδου της χώρας. Σε αυτήν περιλαμβάνονται το Ηράκλειο, η Θεσπρωτία, τα Ιωάννινα, η Αχαΐα, η Βοιωτία, η Εύβοια και η Μαγνησία. Οι περιοχές αυτές λειτουργούν ως κρίσιμοι κόμβοι διασύνδεσης της ελληνικής αγοράς με τις διεθνείς και διαπεριφερειακές εμπορευματικές ροές, αξιοποιώντας τη θέση τους κοντά σε λιμένες, βασικούς οδικούς άξονες ή σημαντικά παραγωγικά κέντρα.
Το επόμενο επίπεδο συγκροτείται από την Ομάδα Γ των Ενδιάμεσων Εφοδιαστικών Κέντρων Διαπεριφερειακής Εμβέλειας. Σε αυτήν εντάσσονται τόσο νησιωτικές όσο και ηπειρωτικές Περιφερειακές Ενότητες, όπως η Ρόδος, η Κως, η Νάξος, η Σύρος, τα Χανιά, ο Έβρος, η Καβάλα, οι Σέρρες, η Κοζάνη, η Λάρισα, η Αιτωλοακαρνανία, η Φθιώτιδα, η Κορινθία και η Μεσσηνία. Ο ρόλος τους είναι να εξυπηρετούν ευρύτερες περιφερειακές αγορές και να λειτουργούν ως ενδιάμεσοι σταθμοί μεταξύ των μεγάλων εθνικών πυλών και των τοπικών δικτύων διανομής.
Στην Ομάδα Δ κατατάσσονται τα Μικρά Εφοδιαστικά Κέντρα Τοπικής Εμβέλειας, στα οποία περιλαμβάνονται περιοχές όπως η Πιερία, η Χαλκιδική, η Άρτα, η Πρέβεζα, η Ηλεία, η Αργολίδα, η Αρκαδία και η Λακωνία. Τέλος, στην Ομάδα Ε εντάσσονται τα Πολύ Μικρά Εφοδιαστικά Κέντρα, τα οποία εξυπηρετούν κυρίως τοπικές ανάγκες και μικρότερες αγορές, όπως η Λέσβος, η Χίος, η Σάμος, η Λήμνος, η Κέρκυρα, η Κεφαλονιά, η Ζάκυνθος, η Ξάνθη, η Ροδόπη, η Δράμα και άλλες περιφερειακές ενότητες της χώρας.
Η κατηγοριοποίηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς το νέο χωροταξικό εγκαταλείπει τη λογική της ομοιόμορφης ανάπτυξης και αναγνωρίζει ότι κάθε περιοχή καλείται να διαδραματίσει διαφορετικό ρόλο στην εφοδιαστική αλυσίδα. Άλλες λειτουργούν ως εθνικές και διεθνείς πύλες εισόδου, άλλες ως διαπεριφερειακοί κόμβοι συγκέντρωσης και αναδιανομής φορτίων και άλλες ως κέντρα τοπικής εξυπηρέτησης.
Αλεξανδρούπολη και Καβάλα στο επίκεντρο των logistics
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει το νέο χωροταξικό στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, η οποία αναδεικνύεται σε μία από τις σημαντικότερες περιοχές ανάπτυξης της εφοδιαστικής αλυσίδας και των συνδυασμένων μεταφορών τα επόμενα χρόνια.
Ο σχεδιασμός προβλέπει την ανάπτυξη δύο Επιχειρηματικών Πάρκων Εφοδιαστικής Εθνικής Εμβέλειας σε άμεση σύνδεση με τους μεγάλους εμπορευματικούς λιμένες της περιοχής, ενισχύοντας τον ρόλο της Βόρειας Ελλάδας ως πύλης διακίνησης φορτίων προς τα Βαλκάνια, την Κεντρική Ευρώπη και τη Μαύρη Θάλασσα.
Στην Αλεξανδρούπολη προωθείται η ανάπτυξη οργανωμένου Εμπορευματικού Πάρκου στα ανατολικά του λιμένα, σε περιοχή που έχει χαρακτηριστεί ως ΒΙΠΑ-ΒΙΟΠΑ προς εξυγίανση. Η παρέμβαση αυτή έρχεται να ενισχύσει περαιτέρω τον αναβαθμισμένο ρόλο του λιμανιού, το οποίο τα τελευταία χρόνια αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία για τις εμπορευματικές, ενεργειακές και γεωστρατηγικές ροές της ευρύτερης περιοχής.
Αντίστοιχα, στην Καβάλα προβλέπεται η δημιουργία νέου Εμπορευματικού Πάρκου εντός της χερσαίας ζώνης του εμπορευματικού λιμένα «Φίλιππος Β΄». Η χωροθέτηση αυτή επιτρέπει την άμεση διασύνδεση των αποθηκευτικών και διαμετακομιστικών δραστηριοτήτων με τις λιμενικές υποδομές, μειώνοντας το μεταφορικό κόστος και ενισχύοντας τη λειτουργική αποδοτικότητα του λιμένα.
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι προβλέψεις για τα κέντρα εθνικής εφοδιαστικής μοναδοποιήσιμων φορτίων, δηλαδή φορτίων που διακινούνται κυρίως οδικώς και θαλασσίως προς την εσωτερική αγορά. Η μελέτη προβλέπει διαφορετική χωροθέτηση και κλίμακα ανάπτυξης ανάλογα με τα χαρακτηριστικά κάθε περιοχής. Στην Αττική και τη Θεσσαλονίκη, για παράδειγμα, τα κέντρα αυτά μπορούν να αναπτυχθούν σε πολύ μεγάλες εκτάσεις, ακόμη και άνω των 300 στρεμμάτων.
Διαβάστε περισσότερα στο energygame.gr
