ΔΕΗ: Πώς βλέπει τη νέα εποχή του Ομίλου η Morgan Stanley, οι 8 καταλύτες ανάπτυξης

Η Morgan Stanley βλέπει τη ΔΕΗ να περνά από την εξυγίανση στη φάση της ανάπτυξης, με αιχμή τις ΑΠΕ, τα δίκτυα και τα data centers

Ο Γιώργος Στάσσης, πρόεδρος και CEO της ΔΕΗ © ΔΕΗ

Ένας όμιλος που έχει πλέον ξεφύγει από τα στενά όρια ενός εγχώριου παραγωγού ηλεκτρικής ενέργειας και μετασχηματίζεται σε έναν καθετοποιημένο περιφερειακό ενεργειακό όμιλο, με διαφοροποιημένο χαρτοφυλάκιο δραστηριοτήτων, πολυεπίπεδο επενδυτικό πρόγραμμα και νέες πηγές ανάπτυξης, είναι η εικόνα που σκιαγραφεί η Morgan Stanley για τη ΔΕΗ στην πρώτη της έκθεση κάλυψης της μετοχής. Πέρα από τη σύσταση overweight και την τιμή-στόχο των 27 ευρώ, ο αμερικανικός επενδυτικός οίκος εστιάζει σε οκτώ βασικούς άξονες που, κατά την εκτίμησή του, θα καθορίσουν την πορεία του Ομίλου τα επόμενα χρόνια: από το επενδυτικό πρόγραμμα των 22,2 δισ. ευρώ και την επέκταση στις ΑΠΕ και τα δίκτυα, έως τη διεθνοποίηση των δραστηριοτήτων, την ανάπτυξη των data centers και το στοίχημα της εκτέλεσης ενός από τα μεγαλύτερα ενεργειακά επενδυτικά σχέδια στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. 

Το βασικό συμπέρασμα της Morgan Stanley είναι ότι η ΔΕΗ δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως εταιρεία ανάκαμψης, αλλά ως πλατφόρμα ανάπτυξης. Ο μετασχηματισμός που ξεκίνησε μετά το 2019 θεωρείται από τον οίκο ότι έχει αλλάξει ουσιαστικά το προφίλ του Ομίλου. Τα EBITDA έχουν αυξηθεί από περίπου 300 εκατ. ευρώ σε 2 δισ. ευρώ, η εγκατεστημένη ισχύς από ΑΠΕ έχει υπερδιπλασιαστεί, η ρυθμιζόμενη περιουσιακή βάση των δικτύων έχει φθάσει τα 5,7 δισ. ευρώ, ενώ η πελατειακή βάση ανέρχεται πλέον σε περίπου 8,6 εκατ. πελάτες. Η έκθεση συμπυκνώνει αυτήν τη μετατόπιση στον τίτλο «From Local to Regional», δηλαδή από μια εγχώρια εταιρεία ηλεκτρισμού σε έναν περιφερειακό ενεργειακό όμιλο.

Σύμφωνα με τη Morgan Stanley, η επενδυτική ιστορία της ΔΕΗ δεν αφορά πλέον την αποκατάσταση της κερδοφορίας, αλλά την ικανότητα υλοποίησης ενός σύνθετου αναπτυξιακού σχεδίου. Το επόμενο στάδιο, όπως το περιγράφει η έκθεση, είναι η προσθήκη νέων MW, η επέκταση των ρυθμιζόμενων δικτύων, η αξιοποίηση της λιανικής βάσης, η ενίσχυση της παρουσίας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και η είσοδος σε νέες δραστηριότητες, όπως τα data centers. Αυτή ακριβώς η αλλαγή, κατά τη Morgan Stanley, δεν έχει ακόμη αποτιμηθεί πλήρως από την αγορά.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο οίκος ξεκινά κάλυψη της μετοχής με σύσταση overweight και τιμή-στόχο τα 27 ευρώ, βλέποντας περιθώριο ανόδου περίπου 14%. Η Morgan Stanley προβλέπει σύνθετο ετήσιο ρυθμό αύξησης των προσαρμοσμένων κερδών ανά μετοχή 22% την περίοδο 2025-2030, στοιχείο που αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους της θετικής σύστασης.

ΑΠΕ, αποθήκευση και καθετοποιημένο μοντέλο 

Καρδιά της ανάλυσης είναι το επενδυτικό πρόγραμμα. Η Morgan Stanley ενσωματώνει στο βασικό της σενάριο επενδύσεις 22,2 δισ. ευρώ την περίοδο 2026-2030, έναντι εταιρικού πλάνου 24,2 δισ. ευρώ, καθώς υιοθετεί πιο συντηρητικές παραδοχές για την ταχύτητα ανάπτυξης σε νέες αγορές. Από το συνολικό ποσό, περίπου 16,6 δισ. ευρώ, δηλαδή το 69%, κατευθύνονται στο integrated business, που περιλαμβάνει παραγωγή, προμήθεια, ΑΠΕ, αποθήκευση, υδροηλεκτρικά και ευέλικτη παραγωγή. Άλλα 4,6 δισ. ευρώ αφορούν τα δίκτυα διανομής, 1,2 δισ. ευρώ τα data centers και περίπου 1,7 δισ. ευρώ λοιπές δραστηριότητες. Η έκθεση σημειώνει ότι το 95% του συνολικού capex είναι growth capex, υπογραμμίζοντας ότι το σχέδιο της ΔΕΗ είναι κατά κύριο λόγο αναπτυξιακό και όχι απλώς συντηρητικό ή αντικατάστασης υφιστάμενων υποδομών.

Το integrated business εμφανίζεται ως ο βασικός μηχανισμός δημιουργίας αξίας. Η διοίκηση της ΔΕΗ καθοδηγεί για αύξηση των EBITDA του συγκεκριμένου τομέα από 1,3 δισ. ευρώ το 2025 σε 2,4 δισ. ευρώ το 2028 και 3,3 δισ. ευρώ το 2030, ενώ η Morgan Stanley κινείται πιο συντηρητικά, εκτιμώντας 2,3 δισ. ευρώ το 2028 και 2,7 δισ. ευρώ το 2030. Στο τέλος της περιόδου, το integrated business αναμένεται να αντιπροσωπεύει περίπου το 72% των EBITDA του Ομίλου. Η κατανομή των επενδύσεων είναι ενδεικτική της στρατηγικής στόχευσης: περίπου 61% του capex του integrated business κατευθύνεται σε αιολικά και φωτοβολταϊκά, 13% σε ευέλικτη παραγωγή, 9% σε υδροηλεκτρικά, 7% σε αποθήκευση και περίπου 7% στην προμήθεια.

Στις ΑΠΕ, η κλίμακα της μεταβολής είναι ήδη εμφανής. Η εγκατεστημένη ισχύς έχει αυξηθεί από 3,4 GW το 2021 σε 7,2 GW το 2025. Έως το 2030, η Morgan Stanley προβλέπει συνολική εγκατεστημένη ισχύ 23,3 GW, έναντι στόχου της διοίκησης για 24,3 GW. Η καθαρή αύξηση από το 2025 έως το 2030 εκτιμάται σε 10,9 GW, εκ των οποίων 2,5 GW στην Ελλάδα, 3,8 GW στη Ρουμανία και 4,6 GW σε λοιπές αγορές. Το 98% αυτής της νέας ισχύος αφορά ΑΠΕ, αν και το πλάνο περιλαμβάνει και ευέλικτη παραγωγή, με αναφορές σε CCGT σε Ελλάδα και Βουλγαρία.

Η Morgan Stanley αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στο καθετοποιημένο μοντέλο της ΔΕΗ, καθώς ο Όμιλος συνδυάζει παραγωγή, προμήθεια και δίκτυα σε Ελλάδα και Ρουμανία. Η καθετοποίηση λειτουργεί ως αντιστάθμισμα απέναντι στη μεταβλητότητα των χονδρεμπορικών τιμών και παρέχει φυσική διέξοδο για τη νέα παραγωγή που θα προστεθεί τα επόμενα χρόνια. Το 2025 η ΔΕΗ παρήγαγε περίπου 21 TWh, ενώ οι πωλήσεις/προμήθεια ανήλθαν σε περίπου 32 TWh, διαμορφώνοντας ένα έλλειμμα παραγωγής περίπου 11 TWh. Το πλάνο έως το 2030 προβλέπει περιορισμό αυτού του κενού σε περίπου 1 TWh, με παραγωγή 39 TWh και προμήθεια περίπου 40 TWh. Με άλλα λόγια, η νέα ισχύς δεν προστίθεται σε ένα κενό χαρτοφυλάκιο, αλλά έρχεται να καλύψει υπαρκτή ανάγκη της λιανικής βάσης.

Η αποθήκευση αποτελεί κρίσιμο συμπλήρωμα αυτού του σχεδίου, καθώς η αύξηση της διείσδυσης των ΑΠΕ εντείνει τις ανάγκες διαχείρισης παραγωγής, περικοπών και ενδοημερήσιας μεταβλητότητας. Η έκθεση αναφέρεται στη συνεργασία της ΔΕΗ με τη Metlen για έργα BESS έως 1,5 GW / 3 GWh σε Ρουμανία, Βουλγαρία και Ιταλία, με 1 GW να αναμένεται να υλοποιηθεί μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες. Παράλληλα, καταγράφει την απόκτηση αιολικών πάρκων από τη MORE, του ομίλου Motor Oil, καθώς και την ενοποίηση 12 SPVs για την ανάπτυξη 1.175 MW φωτοβολταϊκών έργων στην Ελλάδα. Τα έργα αυτά, σύμφωνα με την οπτική της Morgan Stanley, είναι κρίσιμα τόσο για την επίτευξη των στόχων ισχύος όσο και για τη βελτίωση της απόδοσης του καθετοποιημένου χαρτοφυλακίου.

Τα δίκτυα ως σταθερός πυλώνας 

Τα δίκτυα αποτελούν τον πιο σταθερό και ρυθμιζόμενο πυλώνα του Ομίλου. Η ΔΕΗ διαθέτει συνολική Ρυθμιζόμενη Περιουσιακή Βάση 5,7 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 4,2 δισ. ευρώ στην Ελλάδα και 1,5 δισ. ευρώ στη Ρουμανία. Η Morgan Stanley προβλέπει ότι το RAB θα αυξηθεί στα 7,3 δισ. ευρώ έως το 2030, στηριζόμενο σε επενδύσεις 4,6 δισ. ευρώ στα δίκτυα. Οι επενδύσεις αυτές εκτιμάται ότι θα οδηγήσουν σε αύξηση του RAB κατά 27,8% και των EBITDA των δικτύων κατά 21,3%. Αν και η συμμετοχή των δικτύων στα συνολικά EBITDA αναμένεται να υποχωρήσει από περίπου 40% το 2025 σε περίπου 25% το 2030, η Morgan Stanley τα αντιμετωπίζει ως αμυντικό άξονα, που προσφέρει ορατότητα ταμειακών ροών και σταθερότητα σε περίπτωση καθυστερήσεων στο αναπτυξιακό σκέλος.

Η Ελλάδα ως βάση και η Ρουμανία ως δεύτερη αγορά 

Στη γεωγραφική διάσταση, η έκθεση επιβεβαιώνει ότι η διεθνοποίηση αποκτά όλο και μεγαλύτερη βαρύτητα, χωρίς όμως να αναιρεί τον κεντρικό ρόλο της Ελλάδας. Η Ρουμανία αποτελεί πλέον τη δεύτερη βασική αγορά της ΔΕΗ, συνεισφέροντας περίπου 22% των EBITDA του Ομίλου, μετά την εξαγορά των δραστηριοτήτων της Enel. Εκεί, η ΔΕΗ κατέχει ηγετική θέση στις ΑΠΕ, ισχυρή παρουσία στα δίκτυα και τη δεύτερη θέση στη λιανική. Παράλληλα, ο Όμιλος έχει αποκτήσει παρουσία σε Ιταλία, Βουλγαρία και Κροατία, ενώ η Morgan Stanley αναγνωρίζει προοπτικές περαιτέρω ανάπτυξης σε αγορές όπως η Ουγγαρία, η Πολωνία και η Σλοβακία.

Το σκεπτικό για την επέκταση στη Νοτιοανατολική και Κεντρική Ευρώπη συνδέεται με την αύξηση της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας, την απόσυρση παλαιών θερμικών μονάδων, τις περιορισμένες διασυνδέσεις με άλλες ευρωπαϊκές περιοχές και τις υψηλότερες περιφερειακές τιμές ηλεκτρισμού. Ωστόσο, η Ελλάδα παραμένει ο βασικός πυλώνας του Ομίλου: σύμφωνα με τη Morgan Stanley, θα απορροφήσει περίπου το 52% των επενδύσεων της περιόδου 2026-2030 και θα εξακολουθήσει να αντιπροσωπεύει περίπου το 63% των EBITDA το 2030. Αυτό δείχνει ότι η διεθνής επέκταση δεν αντικαθιστά την ελληνική βάση, αλλά λειτουργεί συμπληρωματικά σε ένα ευρύτερο περιφερειακό μοντέλο.

Διαβάστε περισσότερα στο energygame.gr