Το 33% των συνολικών απολήψεων νερού στην Ευρωπαϊκή Ένωση χρησιμοποιείται για την ψύξη σταθμών ηλεκτροπαραγωγής, ενώ περίπου το 65% της ευρωπαϊκής παραγωγής ρεύματος εξακολουθεί να εξαρτάται από τη διαθεσιμότητα νερού. Τα δύο αυτά μεγέθη εξηγούν γιατί η λειψυδρία αναδεικνύεται σε μία από τις ταχύτερα ανερχόμενες απειλές για την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης.
Η ΕΕ αντλεί περίπου 200 δισ. κυβικά μέτρα νερού ετησίως, χωρίς να συνυπολογίζονται οι ποσότητες που διέρχονται από τα υδροηλεκτρικά έργα. Περίπου 62 δισ. κυβικά μέτρα κατευθύνονται στην ψύξη θερμικών και πυρηνικών μονάδων. Ακολουθούν η γεωργία με μερίδιο 31%, η δημόσια ύδρευση με 21% και η μεταποίηση με 14%. Παρά τη μείωση των απολήψεων για την ηλεκτροπαραγωγή κατά 30% από το 2000, η εξάρτηση του συστήματος από τον συγκεκριμένο φυσικό πόρο παραμένει υψηλή.
Η προβληματική είναι συγκεκριμένη. Οι πυρηνικές και οι συμβατικές θερμικές μονάδες χρειάζονται νερό για την ψύξη τους, ενώ τα υδροηλεκτρικά εξαρτώνται από τις βροχοπτώσεις, τις εισροές και τα αποθέματα των ταμιευτήρων. Όταν οι ποταμοί υποχωρούν, οι εγκαταστάσεις δυσκολεύονται να αντλήσουν τις αναγκαίες ποσότητες. Όταν τα νερά θερμαίνονται, μειώνεται η δυνατότητα ψύξης και ενεργοποιούνται τα περιβαλλοντικά όρια για τη θερμοκρασία με την οποία επιστρέφουν στους ποταμούς.
Διαμορφώνεται έτσι μια επικίνδυνη εξίσωση: οι καύσωνες αυξάνουν τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας για κλιματισμό ακριβώς τη στιγμή που η ξηρασία μπορεί να περιορίζει την παραγωγή. Το αποτέλεσμα είναι λιγότερη διαθέσιμη ισχύς, μεγαλύτερη ανάγκη για εισαγωγές και αυξημένος κίνδυνος πίεσης στις τιμές χονδρικής.

Η απειλή ενισχύεται από την ταχύτητα της κλιματικής μεταβολής. Η Ευρώπη θερμαίνεται κατά περίπου 0,56 βαθμούς Κελσίου ανά δεκαετία, περισσότερο από δύο φορές ταχύτερα από τον παγκόσμιο μέσο όρο. Το 2023, συνθήκες λειψυδρίας αντιμετώπισαν τουλάχιστον για ένα τρίμηνο το 28% της ευρωπαϊκής γης και το 32% του πληθυσμού. Στη Νότια Ευρώπη, περίπου το 30% του πληθυσμού βρίσκεται υπό μόνιμη υδατική πίεση, ποσοστό που φθάνει το καλοκαίρι έως το 70%.
Μόνο το 2024, σοβαρή ξηρασία έπληξε περισσότερα από 601.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα ευρωπαϊκής γης. Οι επιπτώσεις έγιναν αισθητές σε 87.567 τετραγωνικά χιλιόμετρα καλλιεργειών και 33.518 τετραγωνικά χιλιόμετρα δασών. Στην Ελλάδα, την Κύπρο και την Ιταλία η παραγωγικότητα της βλάστησης δεν επανήλθε στα συνήθη επίπεδα σε έκταση που ξεπερνούσε το 10% της επικράτειας κάθε χώρας.
Ουγγαρία: Βυθίζει φορτηγίδες στον Δούναβη
Στην Ουγγαρία, η πτώση της στάθμης του Δούναβη περιόρισε έως και στο 10% την παραγωγή του πυρηνικού σταθμού Πακς, ισχύος περίπου 2.000 MW. Η μονάδα καλύπτει υπό κανονικές συνθήκες σχεδόν το μισό της ηλεκτροπαραγωγής της χώρας, γεγονός που μετέτρεψε τη λειψυδρία σε άμεση απειλή για την επάρκεια του συστήματος.
Η κυβέρνηση αποφάσισε να βυθίσει δύο φορτηγίδες μήκους 80 μέτρων κοντά στο σημείο άντλησης, προκειμένου να αυξήσει προσωρινά τη στάθμη του νερού κατά περίπου 20 εκατοστά. Παράλληλα, προωθεί την κατασκευή υποθαλάσσιου αναβαθμού, ο οποίος εκτιμάται ότι μπορεί να την ανεβάσει έως και κατά ένα μέτρο.
Το έργο απαιτεί περίπου 145.000 κυβικά μέτρα πετρωμάτων και υπολογίζεται ότι θα κοστίσει 6 δισ. φιορίνια, περίπου 19 εκατ. δολάρια. Το ποσό είναι σημαντικό, αλλά μικρότερο από τις απώλειες που προκαλεί η μειωμένη λειτουργία του Πακς, οι οποίες υπολογίζονται σε περίπου 50 δισ. φιορίνια τον μήνα. Η Βουδαπέστη επανεξετάζει πλέον και τις ανάγκες ψύξης της σχεδιαζόμενης επέκτασης Πακς 2, ενώ επιταχύνει την ανάπτυξη αιολικών, με στόχο συνολική ισχύ 4 GW έως το 2030.
Ρουμανία: Εκτός λειτουργίας πυρηνική ισχύς 1.412 MW
Ακόμη σοβαρότερη ήταν η επίπτωση στη Ρουμανία. Οι δύο αντιδραστήρες των 706 MW του πυρηνικού σταθμού Τσερναβόντα τέθηκαν εκτός λειτουργίας λόγω της ιστορικά χαμηλής στάθμης του Δούναβη. Συνολικά χάθηκαν 1.412 MW πυρηνικής ισχύος, που αντιστοιχούν περίπου στο 20% της ηλεκτροπαραγωγής της χώρας.
Πριν τεθεί εκτός και ο δεύτερος αντιδραστήρας, η Ρουμανία εισήγαγε περίπου 1.700 MW, με τη ζήτηση να κινείται κοντά στα 7.000 MW. Οι αρχές εκτιμούσαν ότι, χωρίς την πυρηνική παραγωγή, οι ανάγκες εισαγωγών θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τα 2.500 MW.
Η κυβέρνηση κήρυξε ενεργειακή κατάσταση έκτακτης ανάγκης για τον Αύγουστο και επιχείρησε να διατηρήσει τη ροή προς τον σταθμό με εκβαθύνσεις, απομάκρυνση βράχων, προσωρινά αναχώματα και ανακατεύθυνση τμήματος των νερών του Δούναβη. Όταν οι παρεμβάσεις δεν επαρκούσαν, ενεργοποιήθηκε λιγνιτική μονάδα, αυξήθηκαν οι εισαγωγές και ζητήθηκε από μεγάλους καταναλωτές να περιορίσουν τη χρήση ρεύματος στις ώρες αιχμής.
Σε βάθος χρόνου εξετάζονται μόνιμες παρεμβάσεις στην κοίτη του κλάδου Μπάλα του Δούναβη, ώστε να διασφαλιστεί η τροφοδοσία του Τσερναβόντα με νερό ψύξης. Το περιστατικό ανέδειξε, όμως, ότι η κλιματική προσαρμογή πρέπει να ενσωματωθεί και στις επενδύσεις παράτασης της ζωής ή επέκτασης των πυρηνικών εγκαταστάσεων.
Γαλλία: Παραγωγή ανάλογα με τη θερμοκρασία των ποταμών
Η Γαλλία, όπου η πυρηνική ενέργεια καλύπτει περίπου το 70% της ηλεκτροπαραγωγής, αντιμετωπίζει συστηματικά τον κίνδυνο των θερμών ποταμών. Το καλοκαίρι του 2026 τέθηκαν προσωρινά εκτός λειτουργίας αντιδραστήρες στους σταθμούς Bugey, Nogent-sur-Seine και Golfech, ενώ μειώθηκε η ισχύς και άλλων μονάδων.
Στο Nogent-sur-Seine, η θερμοκρασία του Σηκουάνα μετά την απόρριψη του νερού ψύξης δεν πρέπει υπό κανονικές συνθήκες να υπερβαίνει τους 28 βαθμούς Κελσίου, ούτε η λειτουργία του σταθμού να την αυξάνει περισσότερο από τρεις βαθμούς. Αντίστοιχο όριο 28 βαθμών εφαρμόζεται στον Γκαρόν για τη μονάδα Golfech.
Διαβάστε περισσότερα στο energygame.gr
