Διυλιστήρια: Ζεσταίνονται οι μηχανές για αύξηση της παραγωγής, έρχεται τεχνική ομάδα

Η Κομισιόν εξετάζει με τα ευρωπαϊκά διυλιστήρια τρόπους αύξησης παραγωγής ντίζελ και αεροπορικών καυσίμων. Τι αναφέρει η κα Γούτα

Διυλιστήρια ©freepik

Σε δύο παράλληλες κατευθύνσεις, με διαφορετικό χρονικό ορίζοντα αλλά κοινό ζητούμενο τη διατήρηση της ευρωπαϊκής παραγωγής καυσίμων, κινείται ο στρατηγικός διάλογος που εγκαινίασε η Κομισιόν με τη βιομηχανία διύλισης. Η πρώτη αφορά την αναζήτηση άμεσων λύσεων για την αύξηση της παραγωγής ντίζελ και αεροπορικού καυσίμου από τις υφιστάμενες εγκαταστάσεις, ενώ η δεύτερη επικεντρώνεται στη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα του κλάδου και στον μετασχηματισμό του προς την παραγωγή ανανεώσιμων καυσίμων. Όπως εξηγεί στο energygame.gr η γενική διευθύντρια της FuelsEurope, Λιάνα Γούτα, η διάκριση αυτή βρίσκεται στον πυρήνα των συζητήσεων με τις Βρυξέλλες, με την πρώτη κατεύθυνση να αποκτά άμεσα πρακτικό περιεχόμενο μέσω ειδικών τεχνικών εργασιών, για τις οποίες η Κομισιόν έχει ανταποκριθεί θετικά στο αίτημα του κλάδου. Η ακριβής σύνθεση και η οργάνωση της σχετικής ομάδας εργασίας μένουν να αποσαφηνιστούν, ενώ για τον μακροπρόθεσμο μετασχηματισμό προβλέπεται η κατάρτιση κοινού οδικού χάρτη.

Η πρώτη συνάντηση υψηλού επιπέδου πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη 28 Οκτωβρίου, με τη συμμετοχή του επιτρόπου Ενέργειας και Στέγασης Νταν Γιόργκενσεν και του επιτρόπου Άμυνας και Διαστήματος Άντριους Κουμπίλιους. Είχε προηγηθεί, στις 6 Οκτωβρίου, η εξαγγελία της σχετικής πρωτοβουλίας από την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, σε μια περίοδο κατά την οποία οι διαταραχές στις ενεργειακές ροές από τη Μέση Ανατολή και οι επιπτώσεις του πολέμου στην αγορά πετρελαϊκών προϊόντων έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της ευρωπαϊκής επάρκειας καυσίμων. Η συγκυρία είναι ιδιαίτερα κρίσιμη για τη διύλιση, έναν κλάδο που έχει χάσει σημαντικό μέρος της παραγωγικής του βάσης. Σύμφωνα με τα στοιχεία της FuelsEurope, από το 2009 έχουν κλείσει 35 διυλιστήρια στην Ευρώπη, με τη συνολική διυλιστική ικανότητα να έχει περιοριστεί κατά περίπου 20%.

Η έναρξη του διαλόγου αποκτά πρόσθετη βαρύτητα καθώς είχε προηγηθεί η πολιτική κατεύθυνση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 15ης και 16ης Οκτωβρίου. Στα συμπεράσματά τους, οι Ευρωπαίοι ηγέτες υπογράμμισαν την ανάγκη άμεσης αντιμετώπισης των υψηλών ενεργειακών τιμών, χαιρετίζοντας μεταξύ άλλων την πρόθεση της Κομισιόν να διαμορφώσει βραχυπρόθεσμο πλαίσιο για τη βελτιστοποίηση της δυναμικότητας και της αποδοτικότητας των ευρωπαϊκών διυλιστηρίων. Με αυτόν τον τρόπο, η συζήτηση για τον κλάδο εντάσσεται πλέον στις ευρύτερες ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες για την ενεργειακή ασφάλεια και τη συγκράτηση του κόστους.

Οι τεχνικές λύσεις για περισσότερα καύσιμα

Στο άμεσο σκέλος των διαβουλεύσεων, η προτεραιότητα είναι να εντοπιστούν τα περιθώρια περαιτέρω αξιοποίησης της υφιστάμενης παραγωγικής δυναμικότητας, ιδιαίτερα στα δύο προϊόντα που αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες πιέσεις, το ντίζελ και το αεροπορικό καύσιμο. Πρόκειται για αγορές στις οποίες η ευρωπαϊκή παραγωγή καλύπτει σημαντικό μέρος της κατανάλωσης, χωρίς ωστόσο να εξαλείφει την ανάγκη εισαγωγών. Σύμφωνα με την Κομισιόν, τα ευρωπαϊκά διυλιστήρια καλύπτουν περίπου το 85% της κατανάλωσης ντίζελ και το 70% των αναγκών σε αεροπορικό καύσιμο.

Η Λιάνα Γούτα επισημαίνει ότι οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις διύλισης έχουν ήδη ανταποκριθεί στις αυξημένες απαιτήσεις που δημιούργησε η ενεργειακή κρίση. Επικαλούμενη στοιχεία του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA), αναφέρει ότι η παραγωγή αεροπορικού καυσίμου από τα ευρωπαϊκά διυλιστήρια αυξήθηκε κατά 22% τον Μάρτιο του 2026, ενώ τον Μάιο η αύξηση σε ετήσια βάση έφθασε το 30%. Η προσπάθεια αυτή αναγνωρίστηκε, όπως σημειώνει, και από τους δύο επιτρόπους κατά τη συνάντηση της 28ης Οκτωβρίου. Το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι κατά πόσο μπορούν να εξασφαλιστούν πρόσθετες ποσότητες, πέραν των αυξήσεων που έχουν ήδη επιτευχθεί.

Στον πρώτο στρατηγικό διάλογο συμμετείχε η FuelsEurope, η οποία εκπροσωπεί περίπου 40 εταιρείες παραγωγής καυσίμων, καθώς και εκπρόσωποι επιμέρους επιχειρήσεων που είχαν προσκληθεί από την Επιτροπή. Από την πλευρά της βιομηχανίας παρουσιάστηκαν προτάσεις για παρεμβάσεις στη λειτουργία των διυλιστηρίων, οι οποίες θα μπορούσαν να αυξήσουν την παραγωγή σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Ωστόσο, όπως εξηγεί η κ. Γούτα, δεν πρόκειται για αλλαγές που μπορούν να εφαρμοστούν χωρίς προηγούμενη τεχνική αξιολόγηση και συνεννόηση με τις αρμόδιες αρχές.

Μία από τις δυνατότητες που εξετάζονται αφορά τη χρονική μετάθεση προγραμματισμένων εργασιών συντήρησης. Όταν ένα διυλιστήριο εισέρχεται σε διαδικασία εκτεταμένης συντήρησης, η παραγωγή του μπορεί να περιοριστεί ή ακόμη και να διακοπεί για ορισμένο διάστημα. Επομένως, μια περιορισμένη αναβολή των σχετικών εργασιών θα μπορούσε να διατηρήσει μεγαλύτερες ποσότητες καυσίμων διαθέσιμες στην αγορά κατά τους επόμενους μήνες. Η κ. Γούτα διευκρινίζει, ωστόσο, ότι οποιαδήποτε τέτοια μεταβολή προϋποθέτει την πλήρη διασφάλιση της ασφάλειας των εγκαταστάσεων και της ορθής λειτουργίας τους. Επιπλέον, τα προγράμματα συντήρησης συνδέονται με ελέγχους και υποχρεώσεις έναντι εθνικών και τοπικών αρχών, γεγονός που καθιστά αναγκαίο τον μεταξύ τους συντονισμό.

Μια δεύτερη δυνατότητα αφορά περιορισμένες προσαρμογές στις τεχνικές προδιαγραφές του ντίζελ. Η μεγαλύτερη ευελιξία ως προς ορισμένα χαρακτηριστικά του καυσίμου θα μπορούσε ενδεχομένως να διευκολύνει την παραγωγική διαδικασία, απαιτεί όμως προηγούμενη συνεργασία με την αυτοκινητοβιομηχανία. Όπως εξηγεί η γενική διευθύντρια της FuelsEurope, ακόμη και μικρές αλλαγές στις προδιαγραφές πρέπει να αξιολογηθούν ως προς την καταλληλότητα του τελικού προϊόντος για τους κινητήρες των οχημάτων. Συνεπώς, η αύξηση της παραγωγής δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τις δυνατότητες των διυλιστηρίων, αλλά και από το κατά πόσο μπορούν να εξασφαλιστούν οι απαραίτητες τεχνικές και κανονιστικές προϋποθέσεις.

Ακριβώς για την εξέταση αυτών των ζητημάτων, ο ευρωπαϊκός κλάδος πρότεινε τη δημιουργία ειδικής τεχνικής ομάδας υπό την Κομισιόν. Η πρόταση έγινε θετικά δεκτή, με την Επιτροπή να ανακοινώνει τη συνέχιση των εργασιών σε τεχνικό επίπεδο. Η σύνθεση και ο τρόπος λειτουργίας της ομάδας μένουν να αποσαφηνιστούν, ενώ η FuelsEurope έχει αναδείξει την ανάγκη συμμετοχής των εμπλεκόμενων φορέων, συμπεριλαμβανομένων εκπροσώπων της αυτοκινητοβιομηχανίας και των αρμόδιων αρχών.

Αντικείμενο της τεχνικής επεξεργασίας θα είναι να προσδιοριστεί ποιες παρεμβάσεις μπορούν πράγματι να εφαρμοστούν, πόση πρόσθετη παραγωγή θα μπορούσαν να αποδώσουν και κατά πόσο μπορούν να ενισχύσουν την επάρκεια της αγοράς. Σύμφωνα με την κ. Γούτα, η αξιολόγηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία για το επόμενο εξάμηνο, καθώς η ευρωπαϊκή αγορά καλείται να διαχειριστεί τις αυξημένες ανάγκες του χειμώνα εν μέσω συνεχιζόμενης γεωπολιτικής αβεβαιότητας. Μέχρι στιγμής, πάντως, δεν έχουν εγκριθεί συγκεκριμένες αλλαγές στις προδιαγραφές ή στα προγράμματα λειτουργίας των εγκαταστάσεων.

Η αβεβαιότητα για τις τιμές και η παρέμβαση Παπασταύρου

Η αύξηση της παραγωγής συνδέεται άμεσα με την προσπάθεια περιορισμού των πιέσεων στις τιμές των καυσίμων, χωρίς ωστόσο να υπάρχει ακόμη σαφής εκτίμηση για το μέγεθος ή τον χρόνο εκδήλωσης των πιθανών οφελών. Ερωτηθείς εάν οι εξεταζόμενες παρεμβάσεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ουσιαστική αποκλιμάκωση των τιμών ήδη από τον φετινό χειμώνα, ο Νταν Γιόργκενσεν απέφυγε να προχωρήσει σε συγκεκριμένη πρόβλεψη. Δήλωσε ότι η Κομισιόν θα αξιολογήσει τις προτάσεις του κλάδου, εμφανιζόμενος ανοιχτός σε προσωρινές και στοχευμένες τεχνικές προσαρμογές, εφόσον αποδειχθεί ότι μπορούν να αποδώσουν χωρίς να προκαλέσουν άλλα προβλήματα.

Ο επίτροπος προειδοποίησε παράλληλα ότι οι πιέσεις στην αγορά ντίζελ δεν αναμένεται να υποχωρήσουν σύντομα. Επικαλούμενος τις εκτιμήσεις του IEA, σημείωσε ότι η παγκόσμια αγορά θα παραμείνει σε συνθήκες περιορισμένης προσφοράς και μέσα στο 2027, διατηρώντας τις τιμές σε υψηλά επίπεδα. Η Κομισιόν, σε συνεργασία με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας και τα κράτη-μέλη, εξακολουθεί να παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις στην αγορά και τους κινδύνους περαιτέρω διαταραχών στον εφοδιασμό. Παρά τη στενότητα που καταγράφεται, η Επιτροπή είχε διευκρινίσει στις 22 Οκτωβρίου ότι δεν παρατηρούνταν φυσικές ελλείψεις ντίζελ και αεροπορικού καυσίμου στην Ευρώπη.

Η σοβαρότητα της κατάστασης αποτυπώθηκε και στις παρεμβάσεις των κρατών-μελών κατά το Συμβούλιο Υπουργών Ενέργειας της 29ης Οκτωβρίου στο Λουξεμβούργο. Ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου χαρακτήρισε την ενεργειακή κρίση πρωτοφανή, σημειώνοντας ότι ενδέχεται να είναι η σοβαρότερη που έχει αντιμετωπιστεί μέχρι σήμερα. Επικαλέστηκε τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, σύμφωνα με τα οποία η σημερινή συγκυρία απαιτεί επείγουσα και συντονισμένη ευρωπαϊκή απάντηση, με στοχευμένες και προσωρινές παρεμβάσεις που θα λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες των κρατών-μελών και θα διαφυλάσσουν την ενιαία αγορά.

Η ανάγκη αναστροφής της συρρίκνωσης της ευρωπαϊκής διύλισης

Πέρα από τις άμεσες παρεμβάσεις, η Λιάνα Γούτα θεωρεί ιδιαίτερα σημαντικό το δεύτερο σκέλος του στρατηγικού διαλόγου, το οποίο αφορά τη διατήρηση και τον μετασχηματισμό της ευρωπαϊκής βιομηχανίας διύλισης. Όπως επισημαίνει, η αναγνώριση του στρατηγικού χαρακτήρα του κλάδου αποτελεί εξέλιξη που η FuelsEurope επιδίωκε εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα. Κατά την ίδια, η ευρωπαϊκή πολιτική οφείλει πλέον να αντιμετωπίσει τη διύλιση όχι ως μια δραστηριότητα που σταδιακά θα εκλείψει, αλλά ως βιομηχανική βάση που πρέπει να εξελιχθεί για να καλύψει τις ενεργειακές ανάγκες των επόμενων δεκαετιών.

Η θέση αυτή συνδέεται με την υποχώρηση της ευρωπαϊκής παραγωγικής ικανότητας και τις πιέσεις ανταγωνιστικότητας που αντιμετωπίζουν οι εναπομείνασες εγκαταστάσεις. Η κ. Γούτα επιμένει ότι η απώλεια του 20% της διυλιστικής δυναμικότητας από το 2009 δεν μπορεί να εξετάζεται ανεξάρτητα από τις σημερινές ανάγκες ενεργειακής ασφάλειας. Η συνέχιση των λουκέτων θα περιόριζε ακόμη περισσότερο τη δυνατότητα της Ευρώπης να παράγει τα καύσιμα που χρειάζεται, αυξάνοντας την εξάρτησή της από τρίτες χώρες. Ταυτόχρονα, θα αποδυνάμωνε την υφιστάμενη βιομηχανική υποδομή που μπορεί να αξιοποιηθεί για την παραγωγή ανανεώσιμων και χαμηλών εκπομπών άνθρακα καυσίμων.

Την ανάγκη διατήρησης επαρκούς και γεωγραφικά κατανεμημένης διυλιστικής ικανότητας στην Ευρώπη ανέδειξαν και η Πολωνία, η Τσεχία και η Σλοβακία, με κοινό κείμενο θέσεων που παρουσίασαν στο Συμβούλιο Υπουργών Ενέργειας της 29ης Οκτωβρίου. Οι τρεις χώρες προειδοποιούν ότι το κλείσιμο κυρίως μικρότερων διυλιστηρίων οδηγεί στη συγκέντρωση της παραγωγής σε λιγότερες, μεγαλύτερες εγκαταστάσεις, αυξάνοντας την ευπάθεια του ευρωπαϊκού εφοδιασμού σε ενδεχόμενες διακοπές λειτουργίας. Επισημαίνουν, μάλιστα, ότι η εξασφάλιση προμηθειών αργού πετρελαίου δεν συνεπάγεται αυτομάτως και επάρκεια καυσίμων, καθώς χωρίς την αναγκαία διυλιστική ικανότητα δεν μπορούν να παραχθούν οι απαιτούμενες ποσότητες ντίζελ και αεροπορικού καυσίμου. Στο πλαίσιο αυτό, ζητούν η ευρωπαϊκή στρατηγική να συνυπολογίζει τη γεωγραφική κατανομή των διυλιστηρίων, τα στρατηγικά αποθέματα και τις υποδομές διανομής, δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στις ανάγκες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης.

Σύμφωνα με τη γενική διευθύντρια της FuelsEurope, η ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών διυλιστηρίων αποτελεί βασική προϋπόθεση για να προχωρήσει ο μετασχηματισμός τους. Ο κλάδος αντιμετωπίζει υψηλό ενεργειακό κόστος, αυξημένες επιβαρύνσεις από την τιμολόγηση των εκπομπών άνθρακα και πρόσθετες κανονιστικές απαιτήσεις σε σχέση με ανταγωνιστικές εγκαταστάσεις εκτός Ευρώπης. Οι παράγοντες αυτοί πιέζουν την οικονομική βιωσιμότητα των επιχειρήσεων και περιορίζουν την ικανότητά τους να χρηματοδοτήσουν τις επενδύσεις που απαιτεί η ενεργειακή μετάβαση.

Πράγματι, η Ευρώπη δεν μπορεί να στηρίξει το μέλλον της παραγωγής ανανεώσιμων καυσίμων εάν προηγουμένως απολέσει τις εγκαταστάσεις, την τεχνογνωσία και το εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό που διαθέτει σήμερα. Η μετάβαση προϋποθέτει επενδύσεις δισεκατομμυρίων ευρώ, οι οποίες έχουν ήδη αρχίσει από αρκετές εταιρείες του κλάδου, αλλά θα πρέπει να αναπτυχθούν σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα τα επόμενα χρόνια. Από τις 94 εγκαταστάσεις διύλισης που καταγράφονται σήμερα στην Ευρώπη, οι 11 είναι βιοδιυλιστήρια με παραγωγή ανανεώσιμων καυσίμων, εξέλιξη που αποτυπώνει την έναρξη αυτής της αλλαγής.

Η αξιοποίηση των υφιστάμενων διυλιστηρίων μπορεί, μάλιστα, να περιορίσει σημαντικά το κόστος των νέων επενδύσεων. Όπως εξηγεί η κ. Γούτα, η μετατροπή μιας λειτουργούσας μονάδας σε εγκατάσταση παραγωγής ανανεώσιμων καυσίμων μπορεί να απαιτήσει κατά 30% έως 50% χαμηλότερες επενδυτικές δαπάνες σε σύγκριση με την κατασκευή μιας αντίστοιχης νέας μονάδας από μηδενική βάση. Τα οικονομικά οφέλη συνδυάζονται με τη δυνατότητα αξιοποίησης υφιστάμενων συστημάτων παραγωγής, αποθήκευσης και διακίνησης, αλλά και με την ανάγκη να διατηρηθεί αδιάλειπτος ο εφοδιασμός της αγοράς κατά τη μεταβατική περίοδο.

Η διαδικασία, σύμφωνα με την ίδια, πρέπει να εξελιχθεί σταδιακά. Η παραγωγή ανανεώσιμων καυσίμων θα χρειαστεί να αυξηθεί σημαντικά, χωρίς όμως να διακοπεί πρόωρα η παραγωγή συμβατικών προϊόντων που εξακολουθούν να είναι αναγκαία. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την αεροπορία, τη ναυτιλία και την άμυνα, αλλά και για τη χημική βιομηχανία, η οποία χρησιμοποιεί προϊόντα της διύλισης ως πρώτες ύλες. Για τους τομείς αυτούς, η απανθρακοποίηση θα εξαρτηθεί σε σημαντικό βαθμό από τη δυνατότητα παραγωγής ανανεώσιμων υγρών καυσίμων και εναλλακτικών πρώτων υλών σε επαρκείς ποσότητες.

Η κ. Γούτα υπογραμμίζει ότι η κλιματική ουδετερότητα δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από το ζήτημα της ευρωπαϊκής παραγωγής. Εάν τα καύσιμα που θα συνεχίσουν να χρησιμοποιούνται στην Ευρώπη παράγονται αποκλειστικά ή σε αυξανόμενο βαθμό σε τρίτες χώρες, η ΕΕ κινδυνεύει να μεταφέρει εκτός των συνόρων της κρίσιμη βιομηχανική δραστηριότητα, χωρίς αυτό να συνεπάγεται κατ’ ανάγκην αντίστοιχο περιβαλλοντικό όφελος. Ιδιαίτερα όταν πρόκειται για εγκαταστάσεις που λειτουργούν με χαμηλότερες περιβαλλοντικές προδιαγραφές, η αύξηση της εξάρτησης από εισαγόμενα προϊόντα μπορεί να δημιουργήσει πρόσθετες προκλήσεις τόσο για την ανταγωνιστικότητα όσο και για τους κλιματικούς στόχους.

Ξεχωριστή θέση έχει η αμυντική ετοιμότητα της Ευρώπης. Η διαθεσιμότητα υγρών καυσίμων παραμένει απαραίτητη για τη λειτουργία των ενόπλων δυνάμεων και τη στρατιωτική κινητικότητα, γεγονός που εξηγεί και τη συμμετοχή του επιτρόπου Άμυνας στον στρατηγικό διάλογο. Υπό αυτό το πρίσμα, η δυνατότητα εγχώριας παραγωγής αντιμετωπίζεται πλέον ως μέρος της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας, με την ενεργειακή ασφάλεια να συνδέεται άμεσα με την αμυντική και βιομηχανική πολιτική.

Ο οδικός χάρτης και το επόμενο ραντεβού με την Κομισιόν

Μπορεί η πρώτη συνάντηση να μην κατέληξε σε συγκεκριμένο κατάλογο εγκεκριμένων μέτρων ή σε δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα εφαρμογής τους, δημιούργησε, ωστόσο, τη βάση για τη συνέχιση της συνεργασίας σε δύο επίπεδα: την τεχνική αξιολόγηση των άμεσων επιλογών αύξησης της παραγωγής και την προετοιμασία ενός κοινού οδικού χάρτη για το μέλλον της ευρωπαϊκής διύλισης.

Διαβάστε περισσότερα στο energygame.gr