Η Mondelez, μετά την εξαγορά της Chipita από τον Σπύρο Θεοδωρόπουλο το 2022, δεν έκλεισε κανένα από τα 13 εργοστάσια που διατηρούσε ο εξαγορασθείς όμιλος σε Ελλάδα και εξωτερικό, όπως ανέφερε σε συνέντευξη Τύπου η Βένια Ζαφόλια, Head of Corporate & Government Affairs Mondelez International. Η επιλογή να διατηρηθούν όλα τα εργοστάσια καταδεικνύει, σύμφωνα με τα στελέχη της εταιρείας, ότι η επιχείρηση που είχε στήσει ο σημερινός πρόεδρος του ΣΕΒ είχε οργανωθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να «κουμπώσει» στις ανάγκες της Mondelez, έστω και με τις απαραίτητες προσαρμογές που απαιτεί η ένταξη σε έναν πολυεθνικό οργανισμό σε επίπεδο εφαρμοζόμενων διαδικασιών σε όλα τα στάδια λειτουργίας. Παράλληλα, όμως, η Mondelez επέλεξε να επενδύσει στην παρακαταθήκη που άφησε ο προηγούμενος ιδιοκτήτης της Chipita.
Η Chipita με συστατικά πολυεθνικής
Η Chipita δεν ήταν μία εσωστρεφής βιομηχανία με περιορισμένη εγχώρια στόχευση. Είχε χτιστεί πάνω σε τρεις βασικούς άξονες, την εξωστρέφεια, την παραγωγική διασπορά και την καινοτομία στα προϊόντα ζύμης. Με εργοστάσια σε διαφορετικές χώρες, ισχυρή παρουσία στις διεθνείς αγορές και brands όπως τα 7Days και Molto, η εταιρεία είχε ήδη αποκτήσει χαρακτηριστικά πολυεθνικού ομίλου πριν περάσει στον έλεγχο της Mondelez. Αυτός είναι και ο λόγος που η εξαγορά της δεν οδήγησε σε συρρίκνωση των παραγωγικών της μονάδων, αλλά σε ενσωμάτωσή τους στο νέο μοντέλο.
Αυτό που επιδίωκε η Mondelez με την απόκτηση της Chipita ήταν να ενισχύσει τη θέση της στα προϊόντα ζύμης και ειδικά στο κρουασάν, μία κατηγορία στην οποία η ελληνική εταιρεία είχε χτίσει διεθνή τεχνογνωσία και καινοτομία. Το «πάντρεμα» αυτής της τεχνογνωσίας με τα παγκόσμια σήματα του ομίλου αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στα λανσαρίσματα 7Days με Oreo και Molto με γέμιση Oreo. Πρόκειται για προϊόντα που αξιοποιούν την κληρονομιά της Chipita στο κρουασάν και ταυτόχρονα τη διεθνή αναγνωρισιμότητα ενός από τα ισχυρότερα brands της Mondelez.
Την ίδια ώρα, η Mondelez διατήρησε και μάρκες που δεν βρίσκονται στην πρώτη γραμμή των πωλήσεων στην Ελλάδα, όπως τα γαριδάκια Extra, τα πατατάκια Tsipers (σήμερα πατατάκια Chipita) και τα γλυκίσματα της Fineti. Η απόφαση αυτή δείχνει ότι η πολυεθνική δεν αντιμετώπισε το χαρτοφυλάκιο της Chipita αποσπασματικά, αλλά ως ένα ευρύτερο οικοσύστημα προϊόντων και παραγωγικών δυνατοτήτων, το οποίο μπορεί να αξιοποιηθεί ανά αγορά και ανά κατηγορία.
Εκτός των άλλων, η Mondelez δημιούργησε κρουασάν Milka με γέμιση κακάο και βανίλια, που αναπτύχθηκε αξιοποιώντας την τεχνογνωσία της παραγωγικής δραστηριότητας της Chipita, το οποίο ωστόσο δεν διατίθεται στην Ελλάδα. Η μη εισαγωγή του στην εγχώρια αγορά συνδέεται με την ισορροπία που πρέπει να διατηρήσει η Mondelez ανάμεσα στα δικά της ισχυρά σήματα. Από τη μία πλευρά η Milka, που ανήκει στο παγκόσμιο χαρτοφυλάκιό της, θα μπορούσε να λειτουργήσει ανταγωνιστικά προς τη Lacta, η οποία ηγείται της αγοράς στη σοκολάτα γάλακτος στην Ελλάδα. Από την άλλη, ένα κρουασάν Milka θα μπορούσε να επηρεάσει τα ήδη ισχυρά Molto και 7Days. Άλλωστε, η ίδια η Mondelez Ελλάδας δεν εισάγει τη Milka, η οποία φτάνει στην ελληνική αγορά μέσω χονδρεμπόρων.
Στην Ελλάδα η βάση του hub, που ελέγχει 12 χώρες
Σήμερα η Ελλάδα έχει αναβαθμιστεί σημαντικά στον χάρτη της Mondelez. Μετά την εξαγορά της Chipita, η έδρα του South-Central Europe hub μεταφέρθηκε από τη Ρουμανία στην Ελλάδα, καθώς η χώρα διαθέτει πλέον τρία εργοστάσια και σημαντικό παραγωγικό αποτύπωμα. Το hub καλύπτει 12 χώρες, έχει καθαρά έσοδα άνω του 1 δισ. ευρώ, περισσότερους από 4.000 εργαζόμενους, επτά γραφεία και έξι εργοστάσια στην ευρύτερη περιοχή, εκ των οποίων τα τρία εργοστάσια βρίσκονται στην Ελλάδα.
Στην Ελλάδα και την Κύπρο, σύμφωνα με τη managing director Mondelez Greece, Marina Hadrovic, ο τζίρος της εταιρείας το 2025 διαμορφώθηκε περίπου στα 250 εκατ. ευρώ, ενώ στις δύο χώρες απασχολούνται περίπου 1.000 εργαζόμενοι. Η Ελλάδα λειτουργεί και ως κέντρο καινοτομίας για προϊόντα ζύμης και μπισκότα, με προϊόντα που αναπτύσσονται εδώ και εξάγονται ακόμη και σε αγορές όπως η Βραζιλία.
Παράλληλα, η Mondelez επενδύει ετησίως περίπου 4 εκατ. ευρώ στην Ελλάδα, ενώ οι κεφαλαιακές επενδύσεις μετά την εξαγορά της Chipita έχουν ανέλθει στα 18 εκατ. ευρώ. Στην Αθήνα λειτουργεί επίσης ένας από τους τρεις παγκόσμιους κόμβους κυβερνοασφάλειας του ομίλου, με λύσεις που εφαρμόζονται σε 140 εργοστάσια και 80 χώρες.
Νέα λανσαρίσματα Lacta με μπισκότα και αρτοσκευάσματα
Η επόμενη φάση αφορά την περαιτέρω αξιοποίηση των τοπικών brands. Η Lacta, από τις κυρίαρχες δυνάμεις στη σοκολάτα γάλακτος, επεκτείνεται πλέον σε μπισκότα και αρτοσκευάσματα, με νέα προϊόντα που αναμένεται να βρεθούν στα ράφια έως τα τέλη Ιουνίου. Με αυτόν τον τρόπο η Mondelez αξιοποιεί τοπικά σήματα υψηλής αναγνωρισιμότητας.
Σε παγκόσμιο επίπεδο η πολυεθνική διατηρεί χαρτοφυλάκιο που εκτείνεται από τη σοκολάτα και τα μπισκότα έως τα προϊόντα ζύμης, τις τσίχλες, τις καραμέλες και τα τυροκομικά προϊόντα. Ο όμιλος, που απασχολεί περισσότερους από 90.000 εργαζόμενους και έχει παρουσία σε πάνω από 100 χώρες, κατέγραψε το 2025 κύκλο εργασιών 38,5 δισ. δολαρίων.
Η σοκολάτα αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες της δραστηριότητας του ομίλου, αντιπροσωπεύοντας το 33% των συνολικών εσόδων. Σε αξία, τα παγκόσμια έσοδα από τη συγκεκριμένη κατηγορία ανήλθαν το 2025 στα 12,7 δισ. δολάρια. Ακόμη μεγαλύτερη είναι η συμβολή των μπισκότων και των προϊόντων ζύμης, που αποτελούν το 48% των καθαρών εσόδων της Mondelez, με έσοδα 18,4 δισ. δολαρίων. Πρόκειται για την κατηγορία στην οποία η εταιρεία διαθέτει και τη μεγαλύτερη διεθνή ισχύ, καθώς κατέχει την πρώτη θέση παγκοσμίως στα μπισκότα.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτήν την επίδοση έχει το Oreo, το μπισκότο με τις μεγαλύτερες πωλήσεις παγκοσμίως και ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα brands τροφίμων διεθνώς. Παράλληλα, η Mondelez είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος παίκτης παγκοσμίως στη σοκολάτα, ενώ καταλαμβάνει την τρίτη θέση στις κατηγορίες των κέικ, των γλυκισμάτων και της μπάρας δημητριακών.
Η εξαίρεση της Ελλάδας στον διεθνή «κανόνα» της κυριαρχίας των Oreo και η κυριαρχία των «Γεμιστών Παπαδοπούλου»
Το χαρτοφυλάκιο της εταιρείας χωρίζεται σε δύο μεγάλες κατηγορίες. Αφενός τα παγκόσμια brands και τις ισχυρές τοπικές μάρκες. Στην πρώτη κατηγορία εντάσσονται ονόματα όπως Oreo, Milka, Cadbury, Clif και Chips Ahoy!, τα οποία διαθέτουν διεθνή παρουσία και υψηλή αναγνωρισιμότητα. Στη δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνονται μάρκες με ισχυρή θέση σε επιμέρους αγορές, όπως Lacta, 7Days, Cub Social, Ricodino, Παυλίδης, Cote D’Or, Alpen Gold και Merenda. Οι συγκεκριμένες μάρκες έχουν εισέλθει στο χαρτοφυλάκιο της Mondelez μέσω διαδοχικών εξαγορών, με την εταιρεία να επιλέγει όχι μόνο να τις διατηρεί, αλλά και να επενδύει στην περαιτέρω ανάπτυξή τους.
Σημειώνεται, ωστόσο, πως παρά το γεγονός ότι σε παγκόσμιο επίπεδο η Mondelez διατηρεί την πρώτη θέση στα μπισκότα τύπου σάντουιτς με το Oreo, στην Ελλάδα συμβαίνει η εξαίρεση στον «κανόνα», όπου είναι δεύτερος παίκτης με τα συγκεκριμένα μπισκότα, καθώς την κυριαρχία διατηρεί η Παπαδοπούλου, με τα «Γεμιστά», που είναι το πρώτο σε πωλήσεις προϊόν της κατηγορίας.
Σημαντικό στοιχείο της παγκόσμιας παρουσίας του ομίλου Mondelez είναι και η συμβολή των αναδυόμενων αγορών, από τις οποίες προέρχεται περίπου το 40% του τζίρου. Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη αντιπροσωπεύει το 39% των καθαρών εσόδων της Mondelez, ενώ παραμένει μία από τις κεντρικές γεωγραφικές περιοχές για την ανάπτυξη της εταιρείας.
Μέσα σε αυτό το ευρωπαϊκό πλαίσιο, ιδιαίτερη σημασία αποκτά η περιοχή της Νότιας και Κεντρικής Ευρώπης, στην οποία εντάσσεται και η Ελλάδα. Πρόκειται για τη δεύτερη μεγαλύτερη περιοχή του ομίλου στην Ευρώπη, με διψήφιο ποσοστό ανάπτυξης σε ετήσια βάση.
