Στο επίκεντρο έντονου επενδυτικού ενδιαφέροντος έχει βρεθεί η Easyjet, η αεροπορική εταιρεία που ίδρυσε ο Στέλιος Χατζηιωάννου και άλλαξε τα δεδομένα στις ευρωπαϊκές αερομεταφορές χαμηλού κόστους. Η βρετανική εταιρεία απέρριψε προσφορά εξαγοράς ύψους 4,74 δισ. λιρών από την αμερικανική επενδυτική εταιρεία Castlelake, κατηγορώντας την ουσιαστικά ότι επιχειρεί να αποκτήσει την αεροπορική «σε τιμή ευκαιρίας» και αθέμιτα, σε μια περίοδο κατά την οποία η χρηματιστηριακή της αξία βρίσκεται υπό πίεση.
Η εξέλιξη επαναφέρει στο προσκήνιο όχι μόνο τη σημερινή θέση της Easyjet στην αγορά, αλλά και τη διαδρομή μιας εταιρείας που ξεκίνησε το 1995 ως τολμηρό επιχειρηματικό στοίχημα και εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους αεροπορικούς παίκτες της Ευρώπης. Η εταιρεία που ίδρυσε ο Στέλιος Χατζηιωάννου με τη λογική του χαμηλού κόστους αλλά χωρίς εκπτώσεις στην αξιοπιστία, είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα του πώς ένα επιχειρηματικό μοντέλο μπορεί να ανατρέψει τις ισορροπίες.
Η EasyJet μεταφέρει περίπου 93 εκατομμύρια επιβάτες τον χρόνο. Το πορτοκαλί της σήμα έγινε συνώνυμο των φθηνών αεροπορικών μετακινήσεων για εκατομμύρια ταξιδιώτες, αλλά και σύμβολο της ευρύτερης επιχειρηματικής φιλοσοφίας του ιδρυτή της που ξεδιπλώνεται στο γνωστό «more value for less». Η πορεία του Στέλιου Χατζηιωάννου προς τις αερομεταφορές δεν ήταν αυτονόητη και ευθύγραμμη. Ο ίδιος ξεκίνησε από τη ναυτιλία, έχοντας ως σημείο αναφοράς τον πατέρα του, Λουκά Χατζηιωάννου, έναν αυτοδημιούργητο επιχειρηματία με ισχυρή παρουσία στον κλάδο.
Σε ηλικία 25 ετών ίδρυσε τη Stelmar Shipping, η οποία αναπτύχθηκε γρήγορα, εισήχθη στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης και στη συνέχεια πωλήθηκε με επιτυχία. Εκεί, όπως έχει περιγράψει ο ίδιος, διαμόρφωσε μια βασική πεποίθηση που αποτέλεσε και την προσωπική του επιχειρηματική στρατηγική. Μια καλή ιδέα δεν αρκεί, αν δεν συνοδεύεται από πειθαρχία, σωστό timing και ξεκάθαρο πλάνο.
Αυτά τα στοιχεία μετέφερε λίγα χρόνια αργότερα στην EasyJet. Η Ευρώπη άνοιγε σταδιακά τις αεροπορικές της αγορές, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες οι low cost εταιρείες είχαν ήδη αποδείξει ότι υπήρχε χώρος για ένα διαφορετικό μοντέλο. Ο Σ. Χατζηιωάννου «είδε» ότι οι επιβάτες ζητούσαν ασφαλείς και αξιόπιστες μετακινήσεις, χωρίς τις πρόσθετες υπηρεσίες που επιβάρυναν την τιμή του εισητηρίου και με αφετηρία αυτήν την ανάγκη η EasyJet άνοιξε τα φτερά της.
Άλλαξε τις αερομεταφορές και έγινε στόχος εξαγοράς
Η επιτυχία της ΕasyJet ήταν ταχύτερη από όσο ακόμη και ο ιδρυτής της είχε αρχικά προβλέψει. Το 2000 η εταιρεία εισήχθη στο Χρηματιστήριο, γεγονός που σηματοδότησε τη μετάβασή της από ένα φιλόδοξο επιχειρηματικό εγχείρημα σε έναν οργανωμένο αεροπορικό όμιλο με ευρωπαϊκό αποτύπωμα. Εκείνη την περίοδο ο Στέλιος Χατζηιωάννου πήρε και μία από τις καθοριστικές αποφάσεις της διαδρομής του, κράτησε την ιδιοκτησία του brand «Εasy» στην ιδιωτική του εταιρεία, την ΕasyGroup.
Μια επιλογή που αποδείχθηκε καθοριστική για τη συνέχεια. Η ΕasyJet εξελίχθηκε σε σημείο αναφοράς μιας ευρύτερης οικογένειας αεροπορικών brands, τα οποία αξιοποίησαν την ίδια βασική ιδέα: απλές υπηρεσίες, καθαρή τιμολόγηση και αξία για τον καταναλωτή. Η εταιρεία προσδιόρισε σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο με τον οποίο οι Ευρωπαίοι ταξιδεύουν για δουλειά, αναψυχή ή σύντομες αποδράσεις. Έβαλε στο καθημερινό λεξιλόγιο την ιδέα ότι το αεροπορικό ταξίδι μπορεί να είναι απλό, οικονομικό και προσβάσιμο, χωρίς να αποτελεί προνόμιο για λίγους.
Πλέον όμως η EasyJet δεν είναι πια η μικρή εταιρεία που ήρθε για να επαναπροσδιορίσει τις ευρωπαϊκές αερομεταφορές. Είναι ένας μεγάλος εισηγμένος όμιλος, με εκατοντάδες αεροσκάφη και μεγάλες παραγγελίες νέων αεροπλάνων, που επηρεάζεται άμεσα από τις πιέσεις του κλάδου, όπως το κόστος των καυσίμων και η διεθνής ενεργειακή κρίση, ο σκληρός ανταγωνισμός, τα λειτουργικά έξοδα, οι γεωπολιτικές κρίσεις και βέβαια οι αλλαγές στις συνήθειες των ταξιδιωτών.
Αυτή ακριβώς η πορεία, από ένα δυναμικό επιχειρηματικό στοίχημα σε έναν ώριμο αεροπορικό όμιλο, εξηγεί γιατί η εταιρεία βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Η Castlelake, αμερικανική επενδυτική εταιρεία με ισχυρή παρουσία στην εκμίσθωση αεροσκαφών, έχει βάλει στο στόχαστρο την εταιρεία, επιχειρώντας να ανοίξει τον δρόμο για μια πιθανή εξαγορά.
Το fund γνωρίζει καλά το σύμπαν των «ταξιδιών». Διαχειρίζεται στόλο 375 αεροσκαφών, τα οποία εκμισθώνονται σε αερομεταφορείς διεθνώς, ενώ έχει ήδη δείξει ότι δεν περιορίζεται στον ρόλο του απλού εκμισθωτή. Το 2023 απέκτησε ποσοστό 32% στη σκανδιναβική SAS, η οποία είχε βρεθεί σε διαδικασία χρεοκοπίας, συμμετοχή που σήμερα συνδέεται με τις κινήσεις της Air France-KLM για την ενσωμάτωση της εταιρείας.
Στην περίπτωση της ΕasyJet, όμως, η κίνηση είναι πολύ πιο φιλόδοξη. Η Castlelake υπέβαλε τρεις προτάσεις μέσα σε διάστημα δέκα ημερών στο διοικητικό συμβούλιο της βρετανικής εταιρείας, οι οποίες απορρίφθηκαν. Η τελευταία έφθασε τις 625 πένες ανά μετοχή, αποτιμώντας την easyJet κοντά στα 5 δισ. λίρες. Το fund επέλεξε να δημοσιοποιήσει το ενδιαφέρον του, υποστηρίζοντας ότι οι μέτοχοι πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εξετάσουν τα πλεονεκτήματα της πρότασης.
Γιατί η EasyJet αποτελεί «λεία»
Το ερώτημα είναι πώς μια εταιρεία με τόσο ισχυρό εμπορικό σήμα και τόσο ισχυρή παρουσία στις ευρωπαϊκές αερομεταφορές βρέθηκε να αντιμετωπίζεται ως εύκολος στόχος εξαγοράς. Η απάντηση βρίσκεται σε έναν συνδυασμό παραγόντων.
Πρώτον, η χρηματιστηριακή της εικόνα έχει επιδεινωθεί αισθητά. Η EasyJet έχει χάσει περίπου το 45% της αξίας της μέσα σε πέντε χρόνια, την ώρα που η Ryanair, ο μεγάλος ανταγωνιστής της στον χώρο των low cost πτήσεων, έχει κινηθεί στην αντίθετη κατεύθυνση. Η απόσταση αυτή δημιουργεί την εντύπωση ότι η αγορά αποτιμά την EasyJet χαμηλότερα από τις πραγματικές δυνατότητές της.
Δεύτερον, τα οικονομικά αποτελέσματα έχουν επιβαρύνει το επενδυτικό κλίμα. Στο πρώτο εξάμηνο της οικονομικής της χρήσης, από την 1η Οκτωβρίου έως τις 31 Μαρτίου, η εταιρεία ανακοίνωσε ζημιές 377 εκατ. λιρών, περίπου 436 εκατ. ευρώ, αυξημένες κατά 27% σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο. Το αυξημένο κόστος των καυσίμων, σε συνδυασμό με τη γεωπολιτική αστάθεια στη Μέση Ανατολή, έχει ασκήσει πρόσθετη πίεση στα περιθώρια κέρδους.
Τρίτον, το ίδιο το επιχειρηματικό μοντέλο της ΕasyJet βρίσκεται υπό εξέταση. Η εταιρεία κινείται σε μια ενδιάμεση ζώνη, δεν είναι ούτε «σκληρή» low cost όπως η Ryanair ή η Wizz Air, αλλά ούτε και παραδοσιακός αερομεταφορέας. Η τοποθέτησή της ως ένα είδος «premium low cost» την έκανε ελκυστική για ένα μεγάλο κοινό, αλλά σήμερα τη φέρνει αντιμέτωπη με ανταγωνισμό και από τις δύο πλευρές. Οι αμιγώς low cost πιέζουν τις τιμές, ενώ οι κλασικές αεροπορικές έχουν προσαρμόσει μέρος της εμπορικής τους πολιτικής σε χαμηλότερους ναύλους.
Υπάρχει όμως και ένας ακόμη κρίσιμος παράγοντας και αφορά τον στόλο. Η EasyJet διαθέτει 356 αεροσκάφη και έχει παραγγείλει ακόμη 287, εκ των οποίων τα 90 αναμένονται μέσα στα επόμενα τρία χρόνια. Για έναν επενδυτή όπως η Castlelake, που γνωρίζει σε βάθος την αγορά των αεροσκαφών και των μισθώσεων, αυτό το στοιχείο έχει ιδιαίτερη σημασία. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, η αξία του υφιστάμενου και μελλοντικού στόλου της εταιρείας θα μπορούσε να υπερβαίνει ακόμη και τη χρηματιστηριακή της αποτίμηση.
Το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας, πάντως, δεν δείχνει διατεθειμένο να αποδεχθεί εύκολα την προσέγγιση. Χαρακτήρισε την κίνηση της Castlelake «άκρως καιροσκοπική», υποστηρίζοντας ότι γίνεται σε μια περίοδο προσωρινά χαμηλής χρηματιστηριακής αξίας και ότι η πρόταση υποτιμά ουσιαστικά την εταιρεία και τις προοπτικές της. Η υπόθεση έχει και γενικότερο ενδιαφέρον καθώς αναδεικνύει τις ευρύτερες ανακατατάξεις που συντελούνται στην ευρωπαϊκή αεροπορική αγορά. Οι μεγάλοι αερομεταφορείς προσπαθούν να συντηρηθούν και να αυξήσουν τα κέρδη τους, ενώ την ίδια στιγμή οι επενδυτές ψάχνουν για ευκαιρίες και εύκολα θηράματα.
