Την κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για τις επιχειρήσεις σχεδιάζει η κυβέρνηση και όπως όλα δείχνουν φέτος θα είναι η τελευταία χρόνια που θα το πληρώσουν. Το τέλος επιβλήθηκε στα μνημονιακά χρόνια και συγκεκριμένα το 2011 και έκτοτε επιβαρύνει οριζόντια τη λειτουργία των επιχειρήσεων. Πρόκειται ουσιαστικά για έναν φόρο που δεν συνδέεται με την πραγματική οικονομική κατάσταση της επιχείρησης, καθώς επιβάλλεται ανεξάρτητα από το αν είναι κερδοφόρα ή ζημιογόνα. Σημειώνεται ότι όταν θεσμοθετήθηκε είχε τη λογική του έκτακτου φόρου, ο οποίος όμως ακόμα διατηρείται, παρά την ανάπτυξη της οικονομίας.
Η επιχειρηματική κοινότητα ζητάει εδώ και χρόνια την πλήρη κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος, υποστηρίζοντας ότι λειτουργεί ως αντικίνητρο για την ανάπτυξη και την επένδυση, ειδικά σε μια οικονομία όπου οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της παραγωγής και της απασχόλησης.
Σημειώνεται ότι το τέλος επιτηδεύματος έχει καταργηθεί για τους ελεύθερους επαγγελματίες από το 2025 και παρέμεινε για τις επιχειρήσεις, οι οποίες καλούνται ετησίως να πληρώσουν 800-1.000 ευρώ ανάλογα με το που βρίσκεται η έδρα της εταιρείας. Σήμερα το τέλος επιτηδεύματος κοστίζει στις επιχειρήσεις περί τα 240 εκατομμύρια ευρώ. Ειδικότερα:
- 800 ευρώ για νομικά πρόσωπα που ασκούν εμπορική δραστηριότητα με έδρα σε τουριστικούς τόπους ή σε πόλεις και χωριά με πληθυσμό έως 200.000 κατοίκους.
- 1.000 ευρώ για επιχειρήσεις με έδρα σε πόλεις άνω των 200.000 κατοίκων.
- 600 ευρώ για κάθε υποκατάστημα που διατηρεί νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα.
Σήμερα από το τέλος επιτηδεύματος απαλλάσσονται οι επιχειρήσεις που αυξάνουν την απασχόληση. Συγκεκριμένα, απαλλάσσονται νομικά πρόσωπα που αυξάνουν κατά τουλάχιστον 3/12 τον μέσο αριθμό εργαζομένων πλήρους απασχόλησης σε ένα έτος σε σχέση με το προηγούμενο, υπό την προϋπόθεση ότι τα ακαθάριστα έσοδά τους δεν υπερβαίνουν τα 2 εκατ. ευρώ για το φορολογικό έτος της εξαίρεσης.
Σε αντίθεση με την ελληνική πρακτική του «τέλους επιτηδεύματος», η ευρωπαϊκή φορολογική πραγματικότητα βασίζεται κατά κανόνα στην αρχή της αναλογικότητας. Τα περισσότερα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφεύγουν την επιβολή ενός ενιαίου και σταθερού τέλους ανεξάρτητα από την οικονομική δυνατότητα της επιχείρησης και προκρίνουν συστήματα επιβαρύνσεων που συνδέονται με την πραγματική οικονομική δραστηριότητα, το ύψος των κερδών ή άλλα αντικειμενικά οικονομικά κριτήρια.
Στη Γερμανία, για παράδειγμα, εφαρμόζεται ο δημοτικός φόρος επιχειρήσεων (Gewerbesteuer), ο οποίος υπολογίζεται με βάση τα κέρδη και όχι ως σταθερό ποσό, ενώ προβλέπεται και αφορολόγητο όριο για πολύ μικρές επιχειρήσεις. Στη Γαλλία επιβάλλεται τοπικός φόρος, που συνδέεται με την επαγγελματική εγκατάσταση και την ακίνητη περιουσία, με κλιμακωτή προσαρμογή ανάλογα με το μέγεθος της επιχείρησης. Στην Ιταλία ισχύει ο φόρος IRAP, ο οποίος επιβάλλεται επί της παραγωγικής δραστηριότητας και υπολογίζεται βάσει οικονομικών μεγεθών. Αντίστοιχα, σε χώρες όπως η Πορτογαλία και η Αυστρία εφαρμόζονται τοπικοί φόροι υπέρ των δήμων, οι οποίοι είναι αναλογικοί και όχι κατ’ αποκοπή.
Παράλληλα, η κυβέρνηση σχεδιάζει τη μείωση του ποσοστού της προκαταβολής φόρου για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Παρότι η πρακτική της προπληρωμής φόρου δεν αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα, το ύψος και η λειτουργία της προκαταβολής στη χώρα μας διαφοροποιούνται αισθητά σε σχέση με άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σήμερα οι ελληνικές επιχειρήσεις καλούνται να καταβάλουν προκαταβολή φόρου που ανέρχεται στο 80% του φόρου εισοδήματος που προκύπτει από τα κέρδη του προηγούμενου έτους, ενώ για τις νεοσύστατες επιχειρήσεις προβλέπεται μειωμένο ποσοστό (κατά 50% για τα τρία πρώτα χρόνια).
