Πόσο φορολογείται ο πλούτος στην Ελλάδα

Η Ελλάδα δεν έχει τον υψηλότερο ανώτατο φορολογικό συντελεστή στην Ευρώπη, όμως ενεργοποιείται σε σχετικά χαμηλότερα εισοδήματα

Φόροι © magnific

Η συζήτηση για τη φορολογία των υψηλών εισοδημάτων  ή διαφορετικά των «πλουσίων» έχει επανέλθει στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης στην Ελλάδα, με το νέο κόμμα του πρώην πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, να υποστηρίζει ότι οι οικονομικά ισχυρότεροι πρέπει να συνεισφέρουν περισσότερο στα δημόσια έσοδα. Το βασικό επιχείρημα είναι ότι οι πολίτες με υψηλά εισοδήματα και μεγάλη οικονομική επιφάνεια δεν επιβαρύνονται στον βαθμό που θα επέβαλε μια πιο προοδευτική φορολογική πολιτική. Αντίστοιχες «φωνές» υπάρχουν και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες που ζητούν την αύξηση της φορολογίας για τους ευκατάστατους.

Το ερώτημα, ωστόσο, είναι αν οι υψηλές εισοδηματικές κατηγορίες στην Ελλάδα φορολογούνται πράγματι λιγότερο και ταυτόχρονα πως αντιμετωπίζονται οι πλούσιοι στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Η πραγματική εικόνα διαμορφώνεται από το σύνολο των φορολογικών επιβαρύνσεων που αντιμετωπίζει ένας φορολογούμενος. Το ύψος του ανώτατου φορολογικού συντελεστή, το επίπεδο εισοδήματος στο οποίο αυτός ενεργοποιείται, τις ασφαλιστικές εισφορές, αλλά και πρόσθετες επιβαρύνσεις που διαφοροποιούν το κάθε φορολογικό σύστημα. Στην ελληνική περίπτωση, η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η φορολόγηση δεν περιορίζεται στο εισόδημα, αλλά επεκτείνεται και στην κατοχή περιουσιακών στοιχείων μέσω των τεκμηρίων διαβίωσης και του φόρου πολυτελούς διαβίωσης.

Έτσι, η σύγκριση Ελλάδας και Ευρώπης δεν είναι απλώς μια σύγκριση φορολογικών συντελεστών. Αφορά το πότε ένας φορολογούμενος εισέρχεται στην ανώτατη κλίμακα, ποιο μέρος του εισοδήματός του τελικά απομένει μετά από φόρους και εισφορές, αλλά και ποιες πρόσθετες υποχρεώσεις συνοδεύουν την οικονομική του κατάσταση. Με άλλα λόγια, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο αν οι υψηλοί συντελεστές είναι μεγαλύτεροι ή μικρότεροι, αλλά ποιο είναι το συνολικό φορολογικό βάρος που καλούνται να σηκώσουν οι υψηλότερες εισοδηματικές κατηγορίες.

Πότε ενεργοποιείται ο ανώτατος φορολογικός συντελεστής

Στην Ελλάδα ο ανώτατος συντελεστής φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων ανέρχεται στο 44% και, μετά τις τελευταίες αλλαγές, εφαρμόζεται για το τμήμα του ετήσιου εισοδήματος που υπερβαίνει τις 60.000 ευρώ, αντί των 40.000 ευρώ που ίσχυε μέχρι πρότινος. Στον φόρο αυτό προστίθενται οι ασφαλιστικές εισφορές για όσους αποκτούν εισόδημα από εργασία, με αποτέλεσμα η πραγματική επιβάρυνση να είναι αισθητά υψηλότερη.

Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, αρκετές χώρες εφαρμόζουν ακόμη υψηλότερους ανώτατους φορολογικούς συντελεστές. Στη Δανία, την Αυστρία, το Βέλγιο, τη Σουηδία και τη Φινλανδία οι ανώτατοι συντελεστές κυμαίνονται μεταξύ 50% και 57%, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις επιβάλλονται επιπλέον τοπικοί φόροι ή ασφαλιστικές εισφορές. Στον αντίποδα, χώρες όπως η Βουλγαρία, η Ρουμανία και η Ουγγαρία διατηρούν ενιαίους φορολογικούς συντελεστές σημαντικά χαμηλότερους.

Η μεγάλη διαφορά είναι το εισοδηματικό όριο

Η ουσιαστική διαφορά, ωστόσο, δεν βρίσκεται μόνο στο ύψος του συντελεστή αλλά κυρίως στο επίπεδο εισοδήματος από το οποίο αυτός ενεργοποιείται. Στην Ισπανία ο ανώτατος συντελεστής 47% επιβάλλεται σε εισοδήματα άνω των 300.000 ευρώ, στη Γαλλία ο συντελεστής 44% αφορά εισοδήματα άνω των 180.295 ευρώ, στην Ολλανδία ο συντελεστής 49,5% εφαρμόζεται πάνω από τις 78.817 ευρώ, ενώ στην Κύπρο ο ανώτατος συντελεστής 35% επιβάλλεται για εισοδήματα άνω των 60.000 ευρώ. Αντίθετα, στην Ελλάδα ο συντελεστής 44% ενεργοποιείται σε σχετικά χαμηλότερο επίπεδο εισοδήματος σε σύγκριση με πολλές χώρες της δυτικής Ευρώπης, γεγονός που οδηγεί αρκετούς φορολογουμένους της μεσαίας τάξης να εντάσσονται ήδη στην υψηλότερη φορολογική κλίμακα.

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σύνθετη όταν εξετάζεται η συνολική φορολογική επιβάρυνση. Ένας εργαζόμενος με υψηλό εισόδημα στην Ελλάδα διατηρεί περίπου το μισό έως το 55% του πρόσθετου εισοδήματος που αποκτά πάνω από το όριο του ανώτατου συντελεστή, ανάλογα με τις ασφαλιστικές εισφορές και την πηγή του εισοδήματος. Σε αρκετές χώρες της βόρειας Ευρώπης το αντίστοιχο καθαρό ποσοστό είναι ακόμη χαμηλότερο, καθώς το άθροισμα φόρων και εισφορών μπορεί να υπερβαίνει το 50% ή ακόμη και το 55%.

Τα στοιχεία του ΟΟΣΑ δείχνουν ότι οι ευρωπαϊκές οικονομίες εξακολουθούν να στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό στη φορολόγηση της εργασίας. Για τον μέσο εργαζόμενο στις χώρες του ΟΟΣΑ περίπου το 35% του συνολικού κόστους εργασίας κατευθύνεται σε φόρους και ασφαλιστικές εισφορές, ενώ σε χώρες όπως το Βέλγιο, η Γερμανία και η Γαλλία το συνολικό φορολογικό βάρος προσεγγίζει ή και υπερβαίνει το 45%-50%.

Η ελληνική ιδιαιτερότητα: τεκμήρια και φόρος πολυτελούς διαβίωσης

Στην ελληνική περίπτωση, όμως, η συνολική φορολογική επιβάρυνση δεν εξαντλείται στον φόρο εισοδήματος. Η κατοχή περιουσιακών στοιχείων, όπως κατοικίες, αυτοκίνητα, πισίνες και σκάφη αναψυχής, μπορεί να οδηγήσει σε πρόσθετη φορολόγηση μέσω των τεκμηρίων διαβίωσης. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και όταν το δηλωθέν εισόδημα είναι χαμηλότερο, η φορολογική διοίκηση μπορεί να προσδιορίσει υψηλότερο τεκμαρτό εισόδημα με βάση τα περιουσιακά στοιχεία που διαθέτει ο φορολογούμενος.

Παράλληλα, η Ελλάδα αποτελεί μία από τις ελάχιστες ευρωπαϊκές χώρες που εξακολουθούν να επιβάλλουν ξεχωριστό ετήσιο φόρο πολυτελούς διαβίωσης, ο οποίος συνδέεται με τα τεκμήρια κατοχής περιουσιακών στοιχείων, όπως οι πισίνες και τα σκάφη αναψυχής. Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες δεν υφίσταται αντίστοιχη επιβάρυνση. Αντί αυτής εφαρμόζονται κυρίως φόροι κατοχής ή κυκλοφορίας σκαφών, τέλη νηολόγησης, τοπικοί φόροι ακινήτων που μπορεί να αυξάνονται λόγω της ύπαρξης πισίνας ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, γενικοί φόροι καθαρής περιουσίας. Για παράδειγμα, στη Γαλλία μια πισίνα μπορεί να αυξήσει τη φορολογητέα αξία του ακινήτου και κατ’ επέκταση τον φόρο ακινήτων, χωρίς όμως να υπάρχει ξεχωριστός φόρος πολυτελείας. Αντίστοιχα, στην Ισπανία, τη Νορβηγία και την Ελβετία εφαρμόζονται φόροι καθαρής περιουσίας (Ο φόρος καθαρής περιουσίας (wealth tax) είναι ένας ετήσιος φόρος που επιβάλλεται στη συνολική καθαρή αξία της περιουσίας ενός φυσικού προσώπου και όχι σε ένα συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο), ενώ χώρες όπως η Ιταλία, το Βέλγιο, η Ολλανδία και η Γαλλία φορολογούν μόνο συγκεκριμένες κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων.

Η ύπαρξη τόσο των τεκμηρίων όσο και του φόρου πολυτελούς διαβίωσης αποτελεί ιδιαιτερότητα του ελληνικού φορολογικού συστήματος και διαφοροποιεί τη χώρα από τη συντριπτική πλειονότητα των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έτσι, η σύγκριση της φορολογίας των υψηλών εισοδημάτων δεν μπορεί να περιορίζεται αποκλειστικά στους ονομαστικούς φορολογικούς συντελεστές, αλλά οφείλει να λαμβάνει υπόψη το σύνολο των φορολογικών επιβαρύνσεων που αντιμετωπίζουν οι φορολογούμενοι στη χώρα.

Η συζήτηση για τη φορολόγηση των μερισμάτων

Ένα ακόμα θέμα που επιστρέφει δυναμικά στο επίκεντρο της οικονομικής και πολιτικής συζήτησης, είναι η φορολόγηση των μερισμάτων.  Η φορολόγηση των μερισμάτων, πάντως, δεν αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα ούτε μια ξεχωριστή φορολογική επιλογή της χώρας. Στην πλειονότητα των ευρωπαϊκών οικονομιών εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο φορολόγησης των εισοδημάτων από κεφάλαιο. Η μεγάλη διαφοροποίηση μεταξύ των κρατών δεν αφορά την ύπαρξη του φόρου, αλλά κυρίως το ύψος του συντελεστή και τον τρόπο με τον οποίο συνδυάζεται με τη φορολογία των εταιρικών κερδών.

Στην Ελλάδα, ο φόρος μερισμάτων έχει βρεθεί στο επίκεντρο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης, με βασικό σημείο διαφωνίας το αν ο σημερινός συντελεστής του 5% πρέπει να παραμείνει σταθερός ή να αυξηθεί. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η μείωση του φόρου τα προηγούμενα χρόνια δεν οδήγησε σε απώλεια εσόδων, αλλά αντίθετα ενίσχυσε τις εισπράξεις. Συγκεκριμένα, όταν ο συντελεστής βρισκόταν στο 15% το 2019, τα έσοδα ανέρχονταν σε περίπου 173 εκατ. ευρώ, ενώ μετά τη μείωσή του στο 5% τα έσοδα αυξήθηκαν στα 386 εκατ. ευρώ.

Το βασικό επιχείρημα όσων τάσσονται κατά μιας νέας αύξησης είναι ότι τα μερίσματα δεν φορολογούνται αυτοτελώς, αλλά έρχονται μετά τη φορολόγηση των εταιρικών κερδών. Οι επιχειρήσεις καταβάλλουν αρχικά φόρο εισοδήματος 22% επί των κερδών τους και στη συνέχεια, όταν αυτά διανέμονται στους μετόχους, επιβάλλεται επιπλέον φόρος στο μέρισμα. Με αυτό το σκεπτικό, η αύξηση του συντελεστή θεωρείται από τους επικριτές της ως πρόσθετη επιβάρυνση στο ίδιο εισόδημα.

Η εικόνα στην Ευρώπη παρουσιάζει μεγάλες αποκλίσεις. Ορισμένες χώρες εφαρμόζουν ιδιαίτερα υψηλούς συντελεστές, ενώ άλλες έχουν επιλέξει διαφορετικά μοντέλα φορολόγησης που περιορίζουν ή εξαλείφουν τον ξεχωριστό φόρο στα μερίσματα. Τον υψηλότερο ανώτατο συντελεστή φόρου μερισμάτων μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών που εξετάζονται έχει η Ιρλανδία, με ποσοστό που φτάνει το 51%. Ακολουθούν η Δανία με 42% και το Ηνωμένο Βασίλειο με 39,35%.

Στον αντίποδα, η Εσθονία, η Λετονία και η Μάλτα δεν επιβάλλουν ξεχωριστό φόρο εισοδήματος στα μερίσματα. Στην περίπτωση της Εσθονίας και της Λετονίας, η επιλογή αυτή συνδέεται με το μοντέλο φορολόγησης των εταιρικών κερδών, καθώς ο φόρος επιβάλλεται όταν τα κέρδη διανέμονται στους μετόχους και όχι όταν δημιουργούνται.

Η Μάλτα ακολουθεί διαφορετική προσέγγιση, επιτρέποντας τον συμψηφισμό του φόρου που επιβαρύνει τα φυσικά πρόσωπα με τον εταιρικό φόρο, ο οποίος ανέρχεται στο 35%, με αποτέλεσμα η τελική επιβάρυνση για τον μέτοχο να μηδενίζεται σε ορισμένες περιπτώσεις.

Μεταξύ των χωρών που επιβάλλουν φόρο στα μερίσματα, η Ελλάδα βρίσκεται στις χαμηλότερες θέσεις, μαζί με τη Βουλγαρία και τη Γεωργία, με συντελεστή 5%. Ακολουθούν η Μολδαβία με 6% και η Ουκρανία με 6,5%. Ο μέσος ανώτατος συντελεστής φόρου μερισμάτων στις 35 ευρωπαϊκές χώρες που εξετάζονται διαμορφώνεται στο 20,82%.