“Ρεύμα” σταθερότητας από τη χονδρική αγορά για τα πράσινα τιμολόγια Ιουνίου

Αυξημένη μόλις 0,2% η αγορά αυτό τον μήνα και 4η φθηνότερη πανευρωπαϊκά, χάρις στην υψηλή συμμετοχή των ΑΠΕ (58%)

Τιμολόγια ρεύματος © Pixabay

Στα ίδια περίπου επίπεδα με τον Μάιο εκτιμάται πως θα κινηθούν τα πράσινα τιμολόγια ρεύματος για τον Ιούνιο, καθώς η εικόνα της χονδρεμπορικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητη κατά τη διάρκεια του τρέχοντος μήνα. Παράγοντες της αγοράς θεωρούν πιθανό αρκετοί πάροχοι να διατηρήσουν ακριβώς τις ίδιες χρεώσεις, δίνοντας μία ακόμη «ανάσα» σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Ειδικότερα, μέχρι και τη Δευτέρα 25 Μαΐου, η μέση τιμή στη χονδρεμπορική αγορά διαμορφώνεται στα 88,97 ευρώ ανά Μεγαβατώρα, έναντι 88,72 ευρώ τον Απρίλιο. Πρόκειται ουσιαστικά για μία οριακή αύξηση της τάξης του 0,2%, η οποία δεν θα αλλάξει αισθητά την τιμολογιακή πολιτική των προμηθευτών για τον επόμενο μήνα.

Με αυτά τα δεδομένα, οι χρεώσεις των πράσινων τιμολογίων για τον Ιούνιο αναμένεται να κινηθούν για μία ακόμη φορά περίπου από 13,5 έως 20,6 λεπτά του ευρώ ανά κιλοβατώρα, ενώ η μέση τιμή εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί κοντά στα 16,9 λεπτά ανά κιλοβατώρα. Εφόσον επιβεβαιωθούν οι προβλέψεις, θα πρόκειται για ένα ακόμη μήνα του 2026 που θα καταγραφεί σχετική σταθερότητας στην αγορά λιανικής ηλεκτρικής ενέργειας.

Πιθανές διαφοροποιήσεις

Δεν αποκλείεται πάντως ορισμένοι προμηθευτές να προχωρήσουν σε μικρές αυξήσεις, επιχειρώντας ουσιαστικά να «προεξοφλήσουν» μέρος της αναμενόμενης ανόδου της χονδρεμπορικής αγοράς τον Ιούνιο.

Με αυτόν τον τρόπο, θα «περάσουν» ένα μέρος των επικείμενων ανατιμήσεων στα τιμολόγια έναν μήνα νωρίτερα, ώστε να περιορίσουν το εύρος των επιβαρύνσεων που είναι σχεδόν βέβαιο πως θα εμφανιστούν στα πράσινα τιμολόγια του Ιουλίου.

Η προοπτική ενίσχυσης της χονδρεμπορικής αγοράς από τον Ιούνιο θεωρείται περίπου δεδομένη από τους αναλυτές της αγοράς. Η άνοδος της θερμοκρασίας οδηγεί παραδοσιακά σε αυξημένη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας λόγω της χρήσης κλιματιστικών, γεγονός που με τη σειρά του αυξάνει τη συμμετοχή των μονάδων φυσικού αερίου στο ενεργειακό μίγμα. Οι μονάδες αυτές είναι ακριβότερες σε σχέση με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και συνεπώς ωθούν ανοδικά τις τιμές στη χονδρική αγορά.

Φέτος ένας ακόμη επιβαρυντικός παράγοντας είναι η διεθνής ενεργειακή συγκυρία, η οποία εξακολουθεί να επηρεάζει το κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας αυτών των μονάδων, αφού ενισχύει τις διεθνείς τιμές αερίου. Ο πόλεμος στο Ιράν και οι γεωπολιτικές εντάσεις στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής διατηρούν σε υψηλά επίπεδα το κόστος του φυσικού αερίου.

Ως αποτέλεσμα, αν δεν υπάρξει άμεσα ανακωχή και αποκλιμάκωση των πιέσεων στη διεθνή αλυσίδα τροφοδοσίας, εκτιμάται ότι και οι χονδρεμπορικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας θα κινηθούν φέτος σε υψηλότερα επίπεδα κατά τους θερινούς μήνες υψηλής ζήτησης.

«Κλειδί» οι ΑΠΕ

Την ίδια στιγμή, η συγκράτηση των τιμών κατά τον Μάιο αποδίδεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στην ισχυρή παρουσία των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο ηλεκτρικό σύστημα. Μέχρι και την Κυριακή 24 Μαΐου, οι ΑΠΕ κάλυψαν περίπου το 58% της εγχώριας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, με παραγωγή 2.290 Γιγαβατωρών. Επιπλέον, ένα ακόμη 9% προήλθε από υδροηλεκτρικούς σταθμούς, οι οποίοι παρήγαγαν περίπου 340 Γιγαβατώρες.

Συνολικά, δηλαδή, περίπου το 67% της ηλεκτροπαραγωγής της χώρας βασίστηκε σε «καθαρή» ενέργεια – και επομένως ανταγωνιστικού κόστους. Στον αντίποδα, οι θερμικές μονάδες, που έχουν σημαντικά υψηλότερο κόστος λειτουργίας, περιορίστηκαν στο 33% της παραγωγής, δηλαδή σε περίπου 1.340 Γιγαβατώρες. Η αυξημένη συμμετοχή των ΑΠΕ έχει ως αποτέλεσμα να διατηρούνται οι χονδρεμπορικές τιμές σε σχετικά χαμηλά επίπεδα, παρά τις πιέσεις που εξακολουθούν να υπάρχουν στο φυσικό αέριο.

Χάρις στη σημαντική ενίσχυση της διείσδυσης των ΑΠΕ στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, η «πράσινη» συμμετοχή της δίνει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Το εγχώριο σύστημα καταγράφει και τον Μάιο μία από τις χαμηλότερες χονδρεμπορικές τιμές στην Ευρώπη, αποτελώντας την τέταρτη φθηνότερη αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Χαμηλότερες τιμές σημειώνονται μόνο στη Γαλλία, με 48,61 ευρώ ανά Μεγαβατώρα, στην Πορτογαλία με 51,33 ευρώ και στην Ισπανία με 51,51 ευρώ ανά Μεγαβατώρα.

Ποιο «χρώμα» τιμολογίου είναι περισσότερο κερδισμένο

Οι ανταγωνιστικές τιμές εξηγούν και το γεγονός ότι το ελληνικό ηλεκτρικό σύστημα παρέμεινε καθαρά εξαγωγικό και τον Μάιο. Οι εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας έφτασαν τις 638 Γιγαβατώρες, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο 16% της συνολικής εγχώριας παραγωγής.

Ωστόσο, το ενεργειακό σύστημα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις. Η έλλειψη επαρκούς αποθήκευσης έχει ως αποτέλεσμα σημαντικό μέρος της πράσινης παραγωγής να μην μπορεί να αξιοποιηθεί. Κατά τις μεσημβρινές ώρες, όταν η παραγωγή από φωτοβολταϊκά κορυφώνεται, μεγάλες ποσότητες ενέργειας μένουν αναξιοποίητες και οδηγούνται σε περικοπές. Είναι χαρακτηριστικό ότι τον Μάιο η μη αξιοποιήσιμη παραγωγή ΑΠΕ έφτασε το 13%, δηλαδή περίπου 330 Γιγαβατώρες. Αν αυτή η ενέργεια μπορούσε να αποθηκευτεί και να διοχετευθεί αργότερα στο σύστημα, οι χονδρεμπορικές τιμές στην Ελλάδα θα ήταν ακόμη χαμηλότερες.

Ο παραπάνω αστερίσκος δεν αναιρεί τη σημαντική συγκράτησης της ελληνικής αγοράς και τον Μάιο σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Από την άλλη πλευρά, αξίζει να σημειωθεί ότι τα πράσινα τιμολόγια δεν είναι εκείνα που επωφελούνται περισσότερο από τις χαμηλές χονδρεμπορικές τιμές. Ο λόγος είναι ότι ενσωματώνουν το ρίσκο πρόβλεψης των προμηθευτών για το πού θα κινηθεί η αγορά τον επόμενο μήνα. Έτσι, οι εταιρείες διατηρούν ένα επιπλέον «μαξιλάρι» ασφαλείας στις χρεώσεις τους.

Αντίθετα, τα κίτρινα τιμολόγια αποτυπώνουν σε μεγαλύτερο βαθμό τη μείωση των χονδρεμπορικών τιμών. Είναι ενδεικτικό ότι, σύμφωνα με το νέο εργαλείο στατιστικής ανάλυσης της Ρυθμιστικής Αρχής (ΡΑΑΕΥ), για κατανάλωση 300 κιλοβατωρών, το 2026 τα κίτρινα τιμολόγια κοστίζουν κατά μέσο όρο 50,02 ευρώ κάθε μήνα, ενώ τα πράσινα ανέρχονται στα 53,39 ευρώ. Η διαφορά μπορεί να μην είναι μεγάλη, ωστόσο δείχνει ότι οι καταναλωτές που επιλέγουν τα πράσινα προϊόντα εξακολουθούν να πληρώνουν ένα μικρό premium για την ορατότητα των χρεώσεων που αυτά προσφέρουν.