Το φυσικό αέριο συνεχίζει να κερδίζει έδαφος στις εγχώριες βιομηχανίες, με ρυθμό μάλιστα ο οποίος δεν δείχνει σημάδια κόπωσης. Ως συνέπεια, οι νέες συνδέσεις βιομηχανικών καταναλωτών παραμένουν σε ανοδική τροχιά, αποτυπώνοντας μια σταθερή προτίμηση των ενεργοβόρων καταναλωτών σε ένα καύσιμο που θεωρείται πιο λειτουργικά αποδοτικό και πλέον πιο προβλέψιμο.
Συνολικά, το τελευταίο ενάμισι έτος οι νέες βιομηχανικές συνδέσεις στο φυσικό αέριο ανήλθαν σε 59, οι οποίες προστέθηκαν στις καινούργιες συνδέσεις 25 μεγάλων επιχειρήσεων μέσα στο 2024. Η δυναμική αυτή δεν είναι τυχαία και δεν έχει επηρεαστεί από την πρόσκαιρη άνοδο των τιμών λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή, ενώ συνδέεται με τη σταδιακή επέκταση των δικτύων διανομής και την είσοδο νέων περιοχών στην «ενεργειακή χαρτογράφηση» του αερίου.
Συγκεκριμένα, το 2025 41 βιομηχανικοί καταναλωτές απέκτησαν πρόσβαση στο καύσιμο, ενώ το 2026 προστέθηκαν ακόμη 18 μεγάλες επιχειρήσεις στους πελάτες του καυσίμου. Πρόκειται για μία τάση επέκταση χρήσης του καυσίμου, η οποία προεξοφλεί σημαντική κατανάλωση και τα επόμενα χρόνια.
Ο ρόλος των υποδομών
Σύμφωνα με παράγοντες του κλάδου προμήθειας φυσικού αερίου, στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, μία νέα βιομηχανική μονάδα που εγκαθίσταται σε περιοχή με πρόσβαση στο δίκτυο αερίου, επιλέγει το συγκεκριμένο καύσιμο ως βασική ενεργειακή πηγή. Σημαντικός όμως αριθμός νέων συνδέσεων δεν προέρχεται από καινούργιες βιομηχανίες, αλλά από βιομηχανικούς καταναλωτές σε περιοχές στις οποίες το αέριο «έφτασε» τα τελευταία χρόνια.
Καθοριστικό ρόλο προς αυτήν την κατεύθυνση έχει παίξει η ανάπτυξη των δικτύων διανομής από την Enaon, η οποία επεκτείνει σταδιακά την ενεργειακή κάλυψη σε βιομηχανικές ζώνες, πέρα από αστικά κέντρα. Ενδεικτικά παραδείγματα αποτελούν η ΒΙ.ΠΕ. Πάτρας και η Καστοριά, όπου η «είσοδος» του φυσικού αερίου έχει διευρύνει τις επιλογές των επιχειρήσεων.
Την ίδια στιγμή, όσες βιομηχανίες βρίσκονται μακριά από τα δίκτυα διανομής αποκτούν τη δυνατότητα χρήσης του αερίου, εγκαθιστώντας υποδομή για ανεφοδιασμό μέσω υγροποιημένου αερίου (LNG) ή συμπιεσμένου αερίου (CNG).
Τα πλεονεκτήματα
Τα στελέχη των προμηθευτών σημειώνουν ότι η στροφή των επιχειρήσεων εξηγείται από τα συγκριτικά πλεονεκτήματα του φυσικού αερίου έναντι των άλλων ορυκτών καυσίμων για βιομηχανική χρήση, κυρίως του υγραερίου (LPG) και του μαζούτ. Το ονομαστικό κόστος του αερίου είναι παρόμοιο με το LPG και ελαφρώς υψηλότερο από το μαζούτ. Ωστόσο, στην περίπτωση του μαζούτ, η συνολική εικόνα αλλάζει όταν συνυπολογιστούν πρόσθετες επιβαρύνσεις.
Ο λόγος είναι πως το περιβαλλοντικό τέλος αυξάνει το κόστος κατανάλωσης. Παράλληλα, ο εξοπλισμός που λειτουργεί με μαζούτ απαιτεί συχνότερη συντήρηση και παρουσιάζει μεγαλύτερη φθορά, γεγονός που αυξάνει το συνολικό λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων.
Αντίθετα, το φυσικό αέριο δεν υπόκειται σε ζητήματα νοθείας ή ποιοτικών διακυμάνσεων, προσφέροντας σταθερότητα στην απόδοση και στην κατανάλωση. Αυτό σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις γνωρίζουν με μεγαλύτερη ακρίβεια τι πληρώνουν και τι καταναλώνουν, κάτι που έχει ιδιαίτερη σημασία για ενεργοβόρες μονάδες.
Ορατότητα του κόστους
Ένα ακόμη στοιχείο που ενισχύει τη ζήτηση είναι η δυνατότητα σύναψης συμβολαίων με σταθερές τιμές. Τα τελευταία χρόνια, οι προμηθευτές φυσικού αερίου προσφέρουν στις βιομηχανίες τη δυνατότητα να «κλειδώσουν» την τιμή για ένα ή και δύο έτη, μειώνοντας έτσι την αβεβαιότητα του ενεργειακού κόστους.
Η ανάλογη επιλογή προσφέρεται πιο σπάνια στο LPG και το μαζούτ. Αυτό το στοιχείο αποδεικνύεται καθοριστικό, καθώς δίνει στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα να σχεδιάζουν με μεγαλύτερη ακρίβεια τον προϋπολογισμό τους.
Δεν είναι τυχαίο ότι υπάρχουν εταιρείες προμήθειας στις οποίες περίπου το 50% του βιομηχανικού πελατολογίου έχει επιλέξει συμβόλαια σταθερής τιμής. Η τάση αυτή ενισχύει τη συνολική ελκυστικότητα του φυσικού αερίου, ειδικά σε ένα περιβάλλον έντονων διακυμάνσεων στις ενεργειακές αγορές.
Η συμπαραγωγή
Παράλληλα με την αύξηση των βιομηχανικών πελατών, έντονη κινητικότητα καταγράφεται και στις μονάδες Συμπαραγωγής Ηλεκτρισμού και Θερμότητας Υψηλής Απόδοσης (ΣΗΘΥΑ). Πρόκειται για εγκαταστάσεις που αξιοποιούν το φυσικό αέριο για την ταυτόχρονη παραγωγή ηλεκτρικής και θερμικής ενέργειας, αυξάνοντας σημαντικά τη συνολική ενεργειακή αποδοτικότητα.
Απόδειξη της απήχησης που έχει η λύση είναι ότι βρίσκονται στα σκαριά 71 νέες μονάδες ΣΗΘΥΑ ανά την επικράτεια, μέσω ισάριθμων αιτήσεων για σύνδεση στο δίκτυο διανομής. Το βασικό πλεονέκτημα αυτών των συστημάτων είναι η υψηλή συνολική απόδοση για τις επιχειρήσεις που έχουν ταυτόχρονα ανάγκη για ηλεκτρισμό και θερμότητα.
Στην Ελλάδα, χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα θερμοκήπια, τα οποία στρέφονται όλο και περισσότερο στη συμπαραγωγή, αναζητώντας μικρότερο κόστος και καλύτερο έλεγχο του.
