Τέσσερις βασικούς παράγοντες που θα μπορούσαν να προκαλέσουν ανατιμητικές πιέσεις στις τιμές του ηλεκτρισμού παρακολουθεί στενά το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Όπως σημειώνουν χαρακτηριστικά υψηλόβαθμα στελέχη του ΥΠΕΝ, παρ’ ότι δεν συντρέχει προς το παρόν λόγος λήψης έκτακτων μέτρων στήριξης των καταναλωτών, η αγορά βρίσκεται σε μια περίοδο που απαιτεί αυξημένη εγρήγορση, καθώς μια σειρά εξελίξεων οδηγούν τη χονδρεμπορική αγορά ανοδικά.
Την ίδια στιγμή, νέα αρνητικά «σήματα» για τις τιμές των καυσίμων δίνει η νέα ανάφλεξη στον Περσικό Κόλπο, η οποία εκτίναξε την τιμή του μπρεντ χθες 83,3 δολάρια το βαρέλι, με άνοδο 10% περίπου. Με δεδομένο, μάλιστα, ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντ. Τραμπ, ανακοίνωσε την επαναφορά του ναυτικού αποκλεισμού του Ιράν, αλλά και την επιβολή διοδίων 20% σε κάθε φορτίο, η κατάσταση δεν αναμένεται να αποκλιμακωθεί άμεσα.
Επομένως, παρά την επιδότηση που έχει εξαγγελθεί από τα ελληνικά διυλιστήρια, προδιαγράφεται νέο άλμα στην αντλία.
Μια ανάσα από τα δύο ευρώ η βενζίνη
Στον αντίποδα, οι ανατιμήσεις στις διεθνείς τιμές του «μαύρου χρυσού» αναμένεται να επηρεάσουν άμεσα τις εγχώριες τιμές καυσίμων, ωθώντας προς τα πάνω τους δείκτες Platts Μεσογείου. Αξίζει να σημειωθεί ότι χθες η μέση πανελλαδική τιμή της βενζίνης διαμορφωνόταν στα 1,976 ευρώ ανά λίτρο.
Επομένως, ακόμη και μία μικρή ανατίμηση θα υπερκαλύψει το όφελος από την επιδότηση 10 λεπτών ανά λίτρο από τα δύο διυλιστήρια. Κάτι που σημαίνει πως πολύ δύσκολα οι τιμές στην αντλία δεν θα διαμορφωθούν πάνω από τα επίπεδα των 2 ευρώ.
Όσον αφορά την επιδότηση, η οποία στην περίπτωση του ντίζελ κίνησης θα είναι 5 λεπτά ανά λίτρο, οι ανακοινώσεις αναμένονται μέσα στα επόμενα 24ωρα. Κι αυτό γιατί ακόμη δεν έχουν «κλειδώσει» όλες οι λεπτομέρειες όσον αφορά την εφαρμογή του μέτρου. Πάντως, πρόθεση της κυβέρνησης και των δύο Ομίλων είναι οι ελαφρύνσεις να «ενεργοποιηθούν» όσο το δυνατόν πιο άμεσα, καλύπτοντας και όλο τον Αύγουστο.
Ασθενείς άνεμοι και αυξημένη ζήτηση
Στην περίπτωση, πάντως, του ρεύματος, ενδεικτικό για το ότι δεν βρισκόμαστε σε συνθήκες συναγερμού είναι πως, όπως συμπληρώνουν οι ίδιες πηγές, η μέση τιμή στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρισμού κινείται τον Ιούλιο κοντά στα 113 ευρώ ανά μεγαβατώρα, επίπεδο αντίστοιχο με εκείνο που επικρατούσε για αρκετούς μήνες κατά τη διάρκεια του περασμένου χειμώνα. Πρόκειται για μία «επίδοση» που απέχει αισθητά από προηγούμενες περιόδους ενεργειακής κρίσης, όταν οι τιμές στη χονδρεμπορική αγορά είχαν ξεπεράσει ακόμη και τα 150 ευρώ ανά Μεγαβατώρα.
Επομένως, τα στελέχη του υπουργείου ξεκαθαρίζουν ότι δεν υπάρχει καμία εισήγηση, ούτε οποιαδήποτε συζήτηση για επαναφορά επιδοτήσεων στους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας. Μάλιστα, αντίστοιχη εικόνα καταγράφεται και στις γειτονικές αγορές, με τη Βουλγαρία να κινείται στα ίδια περίπου επίπεδα, ενώ η Ρουμανία και η Ουγγαρία εμφανίζουν ακόμη υψηλότερες τιμές, γεγονός που δείχνει ότι η ανοδική τάση έχει σαφή περιφερειακή διάσταση και δεν αποτελεί αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο.
Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, ένας από τους βασικότερους λόγους της πρόσφατης ανόδου των τιμών είναι η αισθητή υποχώρηση της αιολικής παραγωγής. Ενώ πριν από λίγες εβδομάδες οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας παρήγαγαν ημερησίως 120 έως 130 GWh, πλέον οι «πράσινες» Γιγαβατώρες από τα αιολικά έχουν περιοριστεί στις 70 έως 80 GWh, εξαιτίας των ασθενών ανέμων. Η εξέλιξη αυτή αυξάνει αναγκαστικά τη συμμετοχή των μονάδων φυσικού αερίου στο ενεργειακό μείγμα, οδηγώντας σε υψηλότερο κόστος ηλεκτροπαραγωγής.
Παράλληλα, η αυξημένη τουριστική κίνηση και η εντονότερη χρήση κλιματιστικών έχουν ανεβάσει σημαντικά τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας. Ως αποτέλεσμα, η κατανάλωση εμφανίζεται αυξημένη κατά περίπου 20% τις τελευταίες εβδομάδες, όχι λόγω ακραίου καύσωνα, αλλά κυρίως εξαιτίας της ιδιαίτερα έντονης θερινής δραστηριότητας.
Ωστόσο, οι εκπρόσωποι του ΥΠΕΝ επισημαίνουν ότι η σχέση μεταξύ χονδρεμπορικής αγοράς και τελικών τιμολογίων δεν είναι ευθύγραμμη. Όπως εξηγούν, όταν αυξάνεται η τιμή στην αγορά Επόμενης Ημέρας, συχνά περιορίζεται το κόστος εξισορρόπησης, με αποτέλεσμα ένα μέρος της ανόδου να αντισταθμίζεται στο συνολικό κόστος που καλούνται να πληρώσουν οι προμηθευτές.
Το «ενεργειακό τείχος» εντός της Ευρώπης
Ένας ακόμη παράγοντας που συγκεντρώνει την προσοχή του ΥΠΕΝ είναι η αυξανόμενη επίδραση των αγορών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης στις ελληνικές τιμές ηλεκτρισμού. Όπως εξηγούν κυβερνητικές πηγές, πέρυσι, λόγω του υψηλού δυναμικού και των υψηλών εξαγωγών ηλεκτρικής ενέργειας, η ελληνική αγορά ήταν εν πολλοίς αποσυνδεδεμένη από αυτές των όμορων χωρών. Φέτος, ωστόσο (κυρίως λόγω του χαμηλότερου αιολικού δυναμικού), υπάρχει στενότερη διασύνδεση με τις αγορές της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας, που έχουν περιορίσει το πλεονέκτημα που είχε αποκτήσει η ελληνική αγορά τους προηγούμενους μήνες, όταν οι αυξημένες εξαγωγές λειτουργούσαν ως «βαλβίδα εκτόνωσης» για τις εγχώριες τιμές.
Τα ίδια στελέχη κάνουν λόγο για τη συνεχιζόμενη επίδραση του λεγόμενου «ενεργειακού τείχους» μεταξύ Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης, το οποίο εξακολουθεί να περιορίζει την ομαλή σύγκλιση των αγορών και να διατηρεί υψηλότερες τιμές στην ευρύτερη περιοχή. Πρόκειται για μια διαρθρωτική πρόκληση που εξακολουθεί να απασχολεί τόσο την ελληνική πλευρά όσο και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Ανησυχία για το φυσικό αέριο
Σύμφωνα με τα ίδια στελέχη, εκεί όπου εντοπίζεται ο μεγαλύτερος προβληματισμός είναι η ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου. Όπως σημειώνουν, προκαλεί ανησυχία το γεγονός ότι οι τιμές του TTF δεν αποκλιμακώθηκαν αισθητά ούτε κατά την περίοδο εκτόνωσης της κρίσης στη Μέση Ανατολή. Ως αποτέλεσμα, η νέα αναζωπύρωση στον Περσικό έχει ως συνέπεια την περαιτέρω άνοδο των τιμών.
Απόδειξη, το γεγονός ότι χθες το καύσιμο διαπραγματευόταν στο επίπεδο των 51 ευρώ ανά Μεγαβατώρα, σημειώνοντας άνοδο κατά 5,4%. Η άνοδος αυτή θα επηρεάσει κατά κύριο λόγο την ελληνική αγορά από τον επόμενο λόγο, λόγω του κύριου μοντέλου τιμολόγησης του αερίου στην εγχώρια αγορά (month ahead). Ως αποτέλεσμα, αν οι συνθήκες τον Αύγουστο επιβάλλουν τη μεγάλη συμμετοχή των μονάδων αερίου, τότε θα υπάρξει αύξηση και του χονδρεμπορικού κόστους ηλεκτρικής ενέργειας.
Αξίζει να σημειωθεί επίσης ότι η σημερινή εικόνα της αγοράς δεν δημιουργεί κίνητρα για αποθήκευση φυσικού αερίου. Με τις τιμές των προθεσμιακών συμβολαίων για τον επόμενο χειμώνα να διαμορφώνονται ακόμη και χαμηλότερα από τις σημερινές, οι εμπορικές εταιρείες δεν έχουν οικονομικό λόγο να αγοράσουν τώρα αέριο, να επιβαρυνθούν με το κόστος αποθήκευσης και να το διαθέσουν αργότερα. Αυτό επιβραδύνει τον ρυθμό πλήρωσης των ευρωπαϊκών αποθηκών και αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους σκεπτικισμού στις Βρυξέλλες.
