Στη μεσογειακή σκακιέρα εξελίσσεται μια σκληρή, διηπειρωτική «μάχη» για τον έλεγχο νέων ηλεκτρικών διασυνδέσεων, με στόχο τη μεταφορά καθαρής και φθηνής ενέργειας από την Αφρική στην Ευρώπη. Η Ελλάδα, ωστόσο, δεν παίζει μόνη της: στην κούρσα αυτή συμμετέχουν ήδη ισχυροί ανταγωνιστές, όπως η Ισπανία με τις υφιστάμενες και σχεδιαζόμενες διασυνδέσεις της με το Μαρόκο, η Ιταλία, που προωθεί με ταχύτατους ρυθμούς το έργο ELMED για τη σύνδεση με την Τυνησία άλλα και η νεοεισερχόμενη Γαλλία με τα φιλόδοξα της σχέδια. Σε αυτό το έντονα ανταγωνιστικό περιβάλλον, η Ελλάδα ρίχνει στη μάχη το GREGY (Green Energy Interconnector). Το έργο, που αναπτύσσεται από τον Όμιλο Κοπελούζου (ELICA S.M.S.A.), στοχεύει στην απευθείας σύζευξη του ηλεκτρικού συστήματος της Αιγύπτου με την ηπειρωτική Ελλάδα (Αττική). Πρόκειται για ένα υποθαλάσσιο καλωδιακό σύστημα Υψηλής Τάσης Συνεχούς Ρεύματος (HVDC) μήκους περίπου 954 χιλιομέτρων, με μεταφορική ικανότητα 3 GW, η οποία θα τροφοδοτείται αποκλειστικά από ένα νέο χαρτοφυλάκιο ΑΠΕ ισχύος 9,5 GW στην Αίγυπτο.»
Αυτή η κινητικότητα αντανακλά μια ιστορική μετάβαση. Για δεκαετίες, η ενεργειακή σχέση της Ευρώπης με τη Βόρεια Αφρική επικεντρωνόταν σχεδόν αποκλειστικά στους υδρογονάνθρακες, όμως σήμερα η ανάγκη επίτευξης των κλιματικών στόχων και η σταδιακή απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα έχουν στρέψει τον γεωπολιτικό ανταγωνισμό στον έλεγχο νέων ηλεκτρικών λεωφόρων. Η Βόρεια Αφρική, διαθέτοντας τεράστιο και χαμηλού κόστους δυναμικό ΑΠΕ, αποτελεί την ιδανική πηγή, και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημιουργεί ένα ευνοϊκό χρηματοδοτικό περιβάλλον μέσω του νέου Πακέτου για τα Ευρωπαϊκά Δίκτυα Ενέργειας, παρέχοντας ρευστότητα μέσω εργαλείων όπως το Connecting Europe Facility (CEF).
Ωστόσο, η υλοποίηση τέτοιων γιγαντιαίων υποδομών κρύβει ακραίες τεχνικές και χρηματοδοτικές προκλήσεις. Ενδεικτική του βαθμού δυσκολίας είναι η περίπτωση του φαραωνικού υποθαλάσσιου καλωδίου Xlinks (Μαρόκο – Μεγάλη Βρετανία), το οποίο τον Ιούνιο του 2025 είδε τη βρετανική κυβέρνηση να απορρίπτει το αίτημα εγγυημένης τιμής (CfD), κρίνοντας ότι οι σωρευτικοί κίνδυνοι υλοποίησης ήταν υπερβολικά υψηλοί για τους καταναλωτές. Μέσα σε αυτό το εξαιρετικά ρευστό και απαιτητικό περιβάλλον, η Ισπανία, η Ιταλία και η Ελλάδα διεκδικούν με αξιώσεις τον ρόλο της κεντρικής ενεργειακής πύλης προς την ευρωπαϊκή ήπειρο.
Η Ισπανική πρωτοπορία
Στην κούρσα των διηπειρωτικών ηλεκτρικών διασυνδέσεων της Μεσογείου, η Ισπανία κατέχει ιστορικά την πρωτοπορία. Σε αντίθεση με την υπόλοιπη Ευρώπη που τώρα σχεδιάζει τις ενεργειακές της γέφυρες, η Μαδρίτη διαθέτει ήδη ένα επιχειρησιακό πλεονέκτημα δεκαετιών, καθιστώντας το Μαρόκο τη μοναδική αφρικανική χώρα πλήρως συγχρονισμένη με το ευρωπαϊκό δίκτυο. Μέσω του έργου REMO, οι διαχειριστές REE (Ισπανία) και ONEE (Μαρόκο) λειτουργούν ήδη δύο γραμμές εναλλασσόμενου ρεύματος (HVAC 400 kV) μεταξύ Tarifa και Fardioua. Η πρώτη, ισχύος 700 MW, λειτουργεί από το 1997, και η δεύτερη από το 2006, προσφέροντας συνδυασμένη τεχνική ικανότητα 1.400 MW, με καθαρή εμπορική χωρητικότητα 900 MW προς την Αφρική και 600 MW προς την Ιβηρική.
Η εν λόγω υποδομή των 31,3 χιλιομέτρων (29 χλμ. υποθαλάσσια σε βάθος έως 620 μέτρων) κατασκευάστηκε με αυστηρά μέτρα περιβαλλοντικής προστασίας και κρίνεται τόσο επιτυχημένη που προωθείται ήδη μια τρίτη γραμμή 700 MW, με αρχικό ορίζοντα υλοποίησης το 2026. Το νέο καλώδιο 60 χιλιομέτρων μεταξύ Puerto de la Cruz και Béni Harchane εξυπηρετεί έναν διττό στόχο: την τροφοδοσία του Μαρόκου με ρεύμα τα καλοκαίρια και την εξαγωγή μαροκινής ηλιακής ενέργειας στην Ευρώπη τον χειμώνα.
Στον αντίποδα αυτής της κατασκευαστικής ωριμότητας βρίσκεται η σχεδιαζόμενη διασύνδεση Ισπανίας-Αλγερίας. Μετά το κλείσιμο του αγωγού φυσικού αερίου Maghreb-Europe (GME) το 2021, το προτεινόμενο υποβρύχιο καλώδιο 1.000 MW και μήκους 240 χιλιομέτρων σε βάθη 2.000 μέτρων προτάθηκε ως λύση. Ωστόσο, η υλοποίηση του έργου παραμένει πρακτικά «παγωμένη» λόγω της παρατεταμένης ρήξης των σχέσεων Αλγερίου-Μαδρίτης και Αλγερίου-Ραμπάτ, αναδεικνύοντας τον μαροκινό διάδρομο ως τη μόνη λειτουργική πύλη της Ιβηρικής προς την Αφρική.
Η ταχύτατη Ιταλική επέλαση
Πηγαίνοντας ανατολικότερα, το έργο ELMED (Ιταλία – Τυνησία) αναδεικνύεται ως ο αδιαμφισβήτητος πρωτοπόρος, έχοντας προσπεράσει το στάδιο των σχεδιασμών και εισέλθει δυναμικά στη φάση της κατασκευαστικής υλοποίησης. Με τη σύναψη της εμβληματικής σύμβασης ύψους 770 εκατομμυρίων ευρώ με τη Hitachi Energy τέλη Ιούνιο του 2026 για την κατασκευή των σταθμών μετατροπής σε Σικελία και Τυνησία, ο ιταλικός Διαχειριστής Terna και η τυνησιακή STEG σφράγισαν την έναρξη των εργασιών για έναν υποθαλάσσιο αυτοκινητόδρομο 600 MW.
Η διασύνδεση, συνολικού μήκους 220 χιλιομέτρων, εκ των οποίων τα 200 χλμ. είναι υποθαλάσσια σε μέγιστο βάθος 800 μέτρων, έχει εξασφαλίσει πλήρη θεσμική και χρηματοδοτική θωράκιση για τον συνολικό προϋπολογισμό των 1,42 δισεκατομμυρίων ευρώ. Αντλώντας, μεταξύ άλλων, 307 εκατ. ευρώ από το ταμείο CEF και κεφάλαια από την Παγκόσμια Τράπεζα, EIB, KfW και EBRD, το ELMED διαθέτει τις απαραίτητες εγκρίσεις και κινείται σταθερά με ορίζοντα λειτουργίας το 2028.
Η επιχειρησιακή αυτή ωριμότητα το διαφοροποιεί αισθητά από άλλες πρωτοβουλίες, όπως το Medlink μεταξύ Αλγερίας-Ιταλίας, οι οποίες παραμένουν εγκλωβισμένες στο αρχικό στάδιο των μνημονίων συνεργασίας.
Γαλλία: Η εξιλέωση του Xlinks
Στο κάδρο των μεγάλων διασυνδέσεων μπαίνει τελευταία και η Γαλλία με το έργο Qantara Med, το οποίο αποτελεί το «Σχέδιο Β» της βρετανικής Xlinks μετά την αποτυχία του αρχικού σχεδιασμού για απευθείας σύνδεση Μαρόκου-Ηνωμένου Βασιλείου. Το έργο, που στοχεύει στη δημιουργία μιας υποθαλάσσιας ενεργειακής γέφυρας από το Ναντόρ του Μαρόκου προς τη Μασσαλία, παρακάμπτει το ισπανικό δίκτυο, μετατρέποντας τη γαλλική πόλη σε κομβική πύλη εισόδου αφρικανικής πράσινης ενέργειας.
Ωστόσο, σε σύγκριση με τις υπόλοιπες αναφερόμενες πρωτοβουλίες της Μεσογείου, τα σχέδια για το Qantara Med βρίσκονται ακόμη σε πολύ πρωταρχικό στάδιο. Παρά την ίδρυση της θυγατρικής Elemental Power το 2024 και την πολιτική ώθηση που έλαβε από την πρόσφατη αναθέρμανση των γαλλο-μαροκινών σχέσεων, το εγχείρημα υπολείπεται σημαντικά σε ωριμότητα, καθώς το επενδυτικό σχήμα βρίσκεται ακόμα στα σπάργανα.
Η Ελληνική απάντηση μέσω του GREGY
Η επιτάχυνση της Ιταλίας αποτελεί έναν εξαιρετικά χρήσιμο οδηγό για την Ελλάδα, η οποία απαντά με την πλέον φιλόδοξη και στρατηγικά ώριμη πρωτοβουλία της Ανατολικής Μεσογείου: το GREGY
Το έργο, που αναπτύσσεται από την ELICA S.M.S.A. (Όμιλος Κοπελούζου), προβλέπει την απευθείας σύζευξη του ηλεκτρικού συστήματος της Αιγύπτου με την ηπειρωτική Ελλάδα, παρακάμπτοντας ενδιάμεσους γεωπολιτικούς σκοπέλους. Η τεχνική αρχιτεκτονική του, με προϋπολογισμό που εκτιμάται στα 3,57 έως 4 δισεκατομμύρια ευρώ, βασίζεται σε ένα υποθαλάσσιο καλωδιακό σύστημα Υψηλής Τάσης Συνεχούς Ρεύματος (HVDC) αναβαθμισμένο στα ±525 kV, με μήκος 954 χιλιομέτρων και μεταφορική ικανότητα 3 GW. Το απόλυτο στρατηγικό πλεονέκτημα του GREGY είναι ότι δεν θα μεταφέρει τυχαίο ενεργειακό μείγμα. Η μεταφερόμενη ενέργεια θα προέρχεται αποκλειστικά από ένα νέο, τεράστιο χαρτοφυλάκιο ΑΠΕ ισχύος 9,5 GW, το οποίο θα αναπτυχθεί στην Αίγυπτο, αποτελούμενο κατά 75% από αιολικά πάρκα και 25% από φωτοβολταϊκά. Μάλιστα, η παραχώρηση αιγυπτιακής γης έκτασης 2.500 τετραγωνικών χιλιομέτρων στην περιοχή του Sidi Barrani, διάρκειας 50 ετών, βρίσκεται στο τελικό στάδιο οριστικοποίησης, εξασφαλίζοντας την πρώτη ύλη του έργου. Σε περιβαλλοντικό επίπεδο, η πλήρης λειτουργία του υπολογίζεται ότι θα υποκαταστήσει 4,5 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα φυσικού αερίου στην Ευρώπη, αποτρέποντας την εκπομπή 10 εκατομμυρίων τόνων CO2 ετησίως.
Μέχρι σήμερα, το έργο κινείται με ταχείς ρυθμούς. Έχοντας εξασφαλίσει τη θέση του στη λίστα Έργων Αμοιβαίου Ενδιαφέροντος (PMI) της ΕΕ και στο αναθεωρημένο σχέδιο TYNDP 2026 του ENTSO-E, έχει επίσης αντλήσει 9,6 εκατομμύρια ευρώ από το ευρωπαϊκό εργαλείο CEF. Στις 15 Ιουλίου 2026, εκπνέει η προθεσμία εκδήλωσης ενδιαφέροντος για τον διεθνή διαγωνισμό της Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, ενώ εντός του καλοκαιριού ξεκινούν τόσο οι γεωτεχνικές μελέτες στην ξηρά όσο και η κρίσιμη χαρτογράφηση του βυθού. Τα δεδομένα αυτά θα τροφοδοτήσουν τη μελέτη FEED στα τέλη του 2026, ανοίγοντας τον δρόμο για την τελική επενδυτική απόφαση (FID) μεταξύ 2027 και 2028, με την έναρξη εμπορικής λειτουργίας (COD) να τοποθετείται στο 2031. Με αυτόν τον τρόπο, το GREGY αποσκοπεί να μετατρέψει την Ελλάδα στον κεντρικό αγωγό πράσινης ενέργειας προς τη Νοτιοανατολική και Κεντρική Ευρώπη, εξασφαλίζοντας ήδη τη μελλοντική ζήτηση μέσω Μνημονίων Κατανόησης (MoUs) με δεκάδες βιομηχανικούς καταναλωτές στα Βαλκάνια.
Πού θα πάει όλη αυτή η ενέργεια;
Η έλευση ενός τόσο τεράστιου όγκου ενέργειας εγείρει, ωστόσο, ένα κρίσιμο ερώτημα: πώς θα απορροφηθούν τα νέα 3 GW από ένα εθνικό σύστημα που ήδη αντιμετωπίζει προβλήματα συμφόρησης; Είναι ενδεικτικό ότι, λόγω της υπερβάλλουσας προσφοράς και των περιορισμών του δικτύου, μόνο κατά το πρώτο πεντάμηνο του 2026 υπήρξε περικοπή (curtailment) 1,3 TWh εγχώριας πράσινης ενέργειας. Συνεπώς, το ρεύμα από την Αφρική δεν προορίζεται αποκλειστικά για την εσωτερική αγορά, αλλά η βιωσιμότητα του έργου βασίζεται στον στρατηγικό «Κανόνα του 1/3».
- 1/3 στην Εγχώρια Βιομηχανία & Data Centers: Η εισαγόμενη, εξαιρετικά φθηνή ενέργεια θα δεσμευτεί μέσω PPAs για να τροφοδοτήσει ενεργοβόρες βιομηχανίες και τα νέα Data Centers που έρχονται στη χώρα.
- 1/3 σε Πράσινο Υδρογόνο (Power-to-X): Η ενέργεια θα τροφοδοτήσει μονάδες ηλεκτρόλυσης για την παραγωγή πράσινου υδρογόνου, το οποίο μπορεί να αποθηκευτεί και να εξαχθεί στη ναυτιλία και την Κεντρική Ευρώπη.
- 1/3 σε Απευθείας Εξαγωγές: Ο ΑΔΜΗΕ σχεδιάζει τον τεράστιο κατακόρυφο διάδρομο Green Aegean Interconnector (3 έως 9 GW, προϋπολογισμού 8-12 δισ. ευρώ), που θα μεταφέρει το ρεύμα από την Ελλάδα, μέσω Αδριατικής και Σλοβενίας, απευθείας στη βιομηχανική καρδιά της Γερμανίας (Βαυαρία). Παράλληλα, με τη δεύτερη διασύνδεση Ελλάδας-Ιταλίας GRITA 2 (Θεσπρωτία – Ιταλία, 1.000 MW, 950 εκατ. ευρώ), η Ελλάδα θα εξάγει ενέργεια και προς τη γείτονα.
Θετική δυναμική
Η επιδίωξη της κυριαρχίας στις ηλεκτρικές διασυνδέσεις της Μεσογείου συνθέτει ένα αφήγημα απόλυτα θετικό για το σύνολο της ευρωπαϊκής οικονομίας. Ο ανταγωνισμός μεταξύ Ισπανίας, Ιταλίας, Γαλλίας και Ελλάδας λειτουργεί ως μοχλός πίεσης για την ταχύτερη υλοποίηση έργων, την επίλυση γραφειοκρατικών αγκυλώσεων και την κινητοποίηση τεράστιων επενδυτικών κεφαλαίων.
Μια δίκαιη αποτίμηση καταδεικνύει ότι η Ιταλία, με τα πρόσφατα κατασκευαστικά της συμβόλαια, κερδίζει το πρώτο σπριντ της Μεσογείου. Ωστόσο, η Ελλάδα, μέσω του GREGY, φαίνεται να κερδίζει τον μαραθώνιο της κλίμακας. Τα 3 GW της ελληνικής προσπάθειας αποτελούν ένα γεωπολιτικό κεφάλαιο πολλαπλάσιου ειδικού βάρους έναντι των ιταλικών 600 MW, ικανό να αλλάξει τους όρους του παιχνιδιού στη βιομηχανία των Βαλκανίων και της Κεντρικής Ευρώπης.
Η Ελλάδα βρίσκεται σε εξαιρετικά πλεονεκτική θέση. Διαθέτοντας μια γεωγραφική θέση που ενώνει φυσικά την Αφρική με τα Βαλκάνια, προωθώντας έργα γιγαντιαίας κλίμακας όπως το GREGY, και αναβαθμίζοντας ριζικά το εσωτερικό της δίκτυο, έχει μπροστά της ένα εξαιρετικά εύφορο έδαφος. Το διακύβευμα τώρα είναι η διατήρηση της προσήλωσης στην ταχεία ωρίμανση αυτών των στρατηγικών σχεδίων, ώστε να εξασφαλιστεί η κρίσιμη ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Μέσα από αυτή την πορεία, η χώρα μας δεν θα διασφαλίσει απλώς την ενεργειακή της επάρκεια, αλλά θα εδραιωθεί ως ο αδιαμφισβήτητος ρυθμιστής της πράσινης μετάβασης σε ολόκληρη την ευρύτερη περιοχή.
