Οι ευρωπαϊκές αγορές ελληνικού τουρισμού εξακολουθούν να αποτελούν τον βασικό πυλώνα στήριξης της ταξιδιωτικής ζήτησης προς τη χώρα, ωστόσο οι νέες συνθήκες αβεβαιότητας, η ενίσχυση των last minute κρατήσεων και η αυξανόμενη προτίμηση για κοντινότερους προορισμούς διαμορφώνουν ένα πιο σύνθετο περιβάλλον για τη φετινή και την επόμενη τουριστική περίοδο.
Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της νέας μελέτης του ΙΝΣΕΤΕ με τίτλο «Το προφίλ σημαντικών αγορών του ελληνικού τουρισμού – Α’ Μέρος: Ευρωπαϊκές Αγορές», η οποία εξετάζει τις ταξιδιωτικές προθέσεις επισκεπτών από τη Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γαλλία, την Ιταλία και την Ισπανία για τους επόμενους 12 μήνες.
Η σημασία των πέντε συγκεκριμένων αγορών είναι καθοριστική για τον ελληνικό τουρισμό, καθώς το 2025 συνεισέφεραν περισσότερο από το 46% των συνολικών εσόδων του εισερχόμενου τουρισμού. Η Γερμανία διατήρησε την πρώτη θέση ως αγορά προέλευσης με βάση τα έσοδα, το Ηνωμένο Βασίλειο ακολούθησε στη δεύτερη θέση, η Γαλλία βρέθηκε στην τέταρτη, η Ιταλία στην πέμπτη, ενώ η Ισπανία συνεχίζει να καταγράφει αξιοσημείωτη δυναμική ανόδου.
Η Ελλάδα παραμένει στις κορυφαίες επιλογές των Ευρωπαίων
Τα ευρήματα της μελέτης δείχνουν ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στους πιο επιθυμητούς προορισμούς για ταξίδια στο εξωτερικό.
Συγκεκριμένα, καταλαμβάνει την τρίτη θέση στις προτιμήσεις των Γερμανών και των Ιταλών, την τέταρτη θέση για τους Βρετανούς και τους Γάλλους και την έκτη θέση για τους Ισπανούς.
Η κατάταξη αυτή επιβεβαιώνει τη διαχρονική ελκυστικότητα του ελληνικού τουριστικού προϊόντος, παρά τον εντεινόμενο ανταγωνισμό από άλλους μεσογειακούς προορισμούς.
Το σημαντικότερο συγκριτικό πλεονέκτημα της Ελλάδας παραμένει το μοντέλο «ήλιος και θάλασσα». Η πλειονότητα των Ευρωπαίων ταξιδιωτών συνεχίζει να τοποθετεί τις παραθαλάσσιες διακοπές στην κορυφή των προτιμήσεών της, στοιχείο που ευθυγραμμίζεται πλήρως με το βασικό προϊόν που προσφέρει η χώρα.
Παράλληλα, ιδιαίτερα υψηλή παραμένει η ζήτηση για σύντομα ταξίδια πόλης (city breaks), γεγονός που δημιουργεί ευκαιρίες για αστικούς προορισμούς όπως η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη, αλλά και για μικρότερες πόλεις που επενδύουν στην τουριστική τους ταυτότητα.
Οι Ευρωπαίοι επιλέγουν κοντινότερους προορισμούς
Πίσω από τη θετική εικόνα κρύβεται και μία σημαντική πρόκληση.
Περισσότεροι από τρεις στους τέσσερις Ευρωπαίους ταξιδιώτες δηλώνουν ότι, λόγω της γεωπολιτικής και οικονομικής αβεβαιότητας, είναι πιθανό να επιλέξουν προορισμούς πιο κοντά στη χώρα κατοικίας τους.
Η τάση αυτή λειτουργεί ευνοϊκά για τη Μεσόγειο συνολικά, καθώς περιορίζει τη ζήτηση προς μακρινούς προορισμούς μεγάλων αποστάσεων. Ωστόσο, δημιουργεί ταυτόχρονα ένα ανταγωνιστικό μειονέκτημα για την Ελλάδα, η οποία βρίσκεται στο νοτιοανατολικό άκρο της Ευρώπης.
Σε αντίθεση με την Ισπανία, την Πορτογαλία, την Ιταλία ή την Κροατία, η Ελλάδα δεν μπορεί να αξιοποιήσει στον ίδιο βαθμό τη δυνατότητα πρόσβασης με αυτοκίνητο ή σιδηρόδρομο από τις μεγαλύτερες αγορές της Κεντρικής Ευρώπης. Ως αποτέλεσμα, η αεροπορική συνδεσιμότητα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη στρατηγική σημασία για τη διατήρηση και την ενίσχυση των τουριστικών ροών.
Last minute κρατήσεις: Η μεγάλη αλλαγή στη συμπεριφορά των ταξιδιωτών
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα της μελέτης αφορά την ολοένα και μεγαλύτερη εξάπλωση των κρατήσεων τελευταίας στιγμής.
Η τάση αυτή καταγράφεται και στις πέντε αγορές και εμφανίζεται εντονότερη σε σχέση με το προηγούμενο έτος, επιβεβαιώνοντας μια ευρύτερη μεταβολή στη συμπεριφορά των Ευρωπαίων ταξιδιωτών.
Η αβεβαιότητα γύρω από το κόστος ζωής, τις διεθνείς εξελίξεις και τις προσωπικές δαπάνες οδηγεί πολλούς καταναλωτές στην αναβολή της τελικής απόφασης για τις διακοπές τους.
Για τις τουριστικές επιχειρήσεις, η εξέλιξη αυτή μεταφράζεται σε ανάγκη για μεγαλύτερη ευελιξία. Ξενοδοχεία, αεροπορικές εταιρείες, εταιρείες διαχείρισης καταλυμάτων και τουριστικοί οργανισμοί καλούνται να προσαρμόσουν τις πολιτικές ακυρώσεων, να ενισχύσουν την παρουσία τους στις ψηφιακές πλατφόρμες και να επενδύσουν σε στοχευμένες προωθητικές ενέργειες που θα διατηρούν τη ζήτηση ενεργή μέχρι και τις τελευταίες εβδομάδες πριν από το ταξίδι.
Η συγκεκριμένη τάση συνδέεται άμεσα και με τα στοιχεία που καταγράφονται ήδη στην αγορά για την καλοκαιρινή περίοδο του 2026, όπου οι κρατήσεις πραγματοποιούνται σε αρκετές περιπτώσεις πιο κοντά στην ημερομηνία αναχώρησης σε σχέση με προηγούμενες χρονιές.
Φύση, πεζοπορία και νέες ευκαιρίες για την Περιφέρεια
Πέρα από το παραδοσιακό μοντέλο του θαλάσσιου τουρισμού, η μελέτη αναδεικνύει και μια σημαντική ευκαιρία διαφοροποίησης για την Ελλάδα.
Το ενδιαφέρον για δραστηριότητες στη φύση, πεζοπορία και αυθεντικές εμπειρίες συνεχίζει να ενισχύεται σε αρκετές ευρωπαϊκές αγορές, ανοίγοντας τον δρόμο για την ανάδειξη περιοχών που μέχρι σήμερα δεν βρίσκονται στον πυρήνα της τουριστικής ανάπτυξης.
Η εξέλιξη αυτή μπορεί να συμβάλει τόσο στην επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου όσο και στη γεωγραφική διασπορά των επισκεπτών, δύο διαχρονικούς στόχους της ελληνικής τουριστικής πολιτικής.
Παράλληλα, η προτίμηση για ταξίδια διάρκειας πέντε έως επτά ημερών ή και περισσότερο δημιουργεί προϋποθέσεις για διατήρηση ή ακόμη και αύξηση των εσόδων ανά επισκέπτη, ιδιαίτερα εφόσον συνδυαστεί με υψηλότερη κατά κεφαλήν δαπάνη.
Οι Γάλλοι αποτελούν τη μεγάλη εξαίρεση
Η μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ επιβεβαιώνει για ακόμη μία χρονιά ότι η γαλλική αγορά παρουσιάζει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που τη διαφοροποιούν από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές αγορές.
Μόλις το 61% των Γάλλων δηλώνει πρόθεση να πραγματοποιήσει ταξίδι στο εξωτερικό τους επόμενους 12 μήνες, όταν τα αντίστοιχα ποσοστά στις υπόλοιπες αγορές κυμαίνονται μεταξύ 71% και 74%.
Επιπλέον, μόνο το 29% σχεδιάζει ένα ή δύο ταξίδια, έναντι 49%-58% στις υπόλοιπες χώρες.
Την ίδια στιγμή όμως η Γαλλία διαθέτει το υψηλότερο ποσοστό «υπερταξιδιωτών». Περίπου το 18% των ερωτηθέντων δηλώνει πρόθεση να πραγματοποιήσει επτά ή περισσότερα ταξίδια μέσα στο έτος, ενώ ένα εντυπωσιακό 12% σχεδιάζει εννέα ή περισσότερα ταξίδια.
Το στοιχείο αυτό υποδηλώνει ότι η γαλλική αγορά είναι πιο πολωμένη, με μια μεγάλη κατηγορία καταναλωτών να ταξιδεύει λιγότερο και μια μικρότερη αλλά ιδιαίτερα ενεργή ομάδα να ταξιδεύει συστηματικά και συχνά.
Βρετανοί και Γερμανοί παραμένουν οι πιο πολύτιμοι επισκέπτες
Η ανάλυση των προθέσεων δαπάνης επιβεβαιώνει τη στρατηγική σημασία των δύο μεγαλύτερων αγορών για τον ελληνικό τουρισμό.
Οι Γερμανοί και οι Βρετανοί εμφανίζουν μεγαλύτερη αντοχή στις αυξήσεις τιμών τόσο στα αεροπορικά εισιτήρια όσο και στη διαμονή.
Στη γερμανική αγορά, το 42% δηλώνει διατεθειμένο να πληρώσει από 86 έως 145 ευρώ ανά διανυκτέρευση, ενώ το 22% ξεπερνά το όριο των 145 ευρώ.
Αντίστοιχα, στους Βρετανούς, το 35% εμφανίζεται πρόθυμο να δαπανήσει έως 145 ευρώ ανά διανυκτέρευση, ενώ το 34% δηλώνει ότι μπορεί να ξεπεράσει τα 174 ευρώ.
Τα στοιχεία αυτά εξηγούν γιατί οι δύο συγκεκριμένες αγορές παραμένουν κρίσιμες για τα τουριστικά έσοδα της χώρας, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία η αύξηση της κατά κεφαλήν δαπάνης αποτελεί βασικό στόχο του ελληνικού τουρισμού.
Στον αντίποδα, Ιταλοί και Ισπανοί εμφανίζονται σημαντικά πιο ευαίσθητοι στις τιμές, γεγονός που απαιτεί πιο προσεκτική στρατηγική τιμολόγησης από επιχειρήσεις και αεροπορικές εταιρείες.
Το στοίχημα για τον ελληνικό τουρισμό
Η μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ αποτυπώνει μια πραγματικότητα με δύο όψεις. Από τη μία πλευρά, η Ελλάδα εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στις κορυφαίες επιλογές των Ευρωπαίων ταξιδιωτών, διαθέτει ισχυρό brand στις παραθαλάσσιες διακοπές και επωφελείται από τη σταθερή ζήτηση για ταξίδια στη Μεσόγειο. Από την άλλη, καλείται να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις της γεωγραφικής της θέσης, την αυξανόμενη αβεβαιότητα που επηρεάζει τον χρόνο κρατήσεων και τον εντεινόμενο ανταγωνισμό από άλλους μεσογειακούς προορισμούς.
Η ενίσχυση της αεροπορικής συνδεσιμότητας, η ανάπτυξη νέων μορφών τουρισμού, η προσέλκυση επισκεπτών υψηλότερης δαπάνης και η προσαρμογή στο νέο περιβάλλον των last minute κρατήσεων φαίνεται ότι θα αποτελέσουν τους βασικούς άξονες πάνω στους οποίους θα κριθεί η ανταγωνιστικότητα του ελληνικού τουρισμού τα επόμενα χρόνια.
