Πρόκληση για την ελληνική οικονομία η ενίσχυση της βιομηχανικής βάσης

Η ελληνική οικονομία περνά στη φάση της παραγωγικής ανασυγκρότησης. Οι θέσεις Χατζηδάκη, Παπαλεξόπουλου, Στασινόπουλου και Τρύφων

Ο Κωστής Χατζηδάκης, αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, ο Δημήτρης Παπαλεξόπουλος, Πρόεδρος, Όμιλος ΤΙΤΑΝ, ο Θεόδωρος Τρύφων, Συν-διευθύνων σύμβουλος του Ομίλου Elpen, πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Φαρμακευτικών Βιομηχανιών (ΠΕΦ), ο Μιχαήλ Στασινόπουλος, Πρόεδρος του ΔΣ, Viohalco, ο Άλασντερ Ρος, Αρχισυντάκτης Χωρών, «The World Ahead 2026», The Economist, συμμετέχουν στο 30th Annual Government Roundtable, του Economist Impact, στο Λαγονήσι, Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026 © ΑΠΕ-ΜΠΕ/ECONOMIST IMPACT/ΒΑΪΟΣ ΧΑΣΙΑΛΗΣ

Η επόμενη πρόκληση για την ελληνική οικονομία δεν είναι πλέον μόνο η σταθεροποίηση των δημόσιων οικονομικών ή η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης μετά την κρίση. Είναι η μετάβαση από την ανάκαμψη σε ένα πιο παραγωγικό μοντέλο ανάπτυξης, με ισχυρότερη βιομηχανική βάση, περισσότερες εξαγωγές, επενδύσεις σε τεχνολογία και ανθρώπινο κεφάλαιο. Αυτό ήταν το κεντρικό μήνυμα που προέκυψε από τη συζήτηση ανάμεσα στον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Κωστή Χατζηδάκη και κορυφαίους εκπροσώπους της ελληνικής βιομηχανίας: τον Δημήτρη Παπαλεξόπουλο, πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της TITAN, τον Μιχάλη Στασινόπουλο, πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της Viohalco και πρόεδρο της «Ελληνικής Παραγωγής», και τον Θεόδωρο Τρύφων, συνδιευθύνοντα σύμβουλο του Ομίλου Elpen και πρόεδρο της ΠΕΦ, στο 30th Annual Government Roundtable του Economist.

Το βασικό συμπέρασμα είναι σαφές: η Ελλάδα έχει βελτιώσει το μακροοικονομικό της υπόβαθρο, όμως η επόμενη φάση απαιτεί πιο καθαρή παραγωγική στρατηγική. Όχι μόνο περισσότερες επενδύσεις, αλλά επενδύσεις σε κλάδους που μπορούν να δημιουργήσουν εξαγώγιμη αξία, ανθεκτικότητα και θέσεις εργασίας υψηλής ειδίκευσης. Η βιομηχανία, τα μέταλλα, τα υλικά, η φαρμακοβιομηχανία, η ενέργεια, το λογισμικό για τη βιομηχανία, η άμυνα και η ναυτιλιακή τεχνολογία αναδείχθηκαν ως πεδία στα οποία η χώρα μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερο βάθος, αξιοποιώντας την τεχνογνωσία, την επιχειρηματικότητα και το ανθρώπινο δυναμικό της.

Χατζηδάκης: Στόχος η δημιουργία ενός περιβάλλοντος φιλικού προς τις επιχειρήσεις

Ο Κωστής Χατζηδάκης έθεσε το πλαίσιο από την πλευρά της οικονομικής πολιτικής, δίνοντας έμφαση στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος φιλικού προς τις επιχειρήσεις, στη συνετή διαχείριση των δημόσιων οικονομικών και στην επένδυση στην τεχνολογία. Όπως προκύπτει από την τοποθέτησή του, το ζητούμενο δεν είναι μόνο η προσέλκυση επενδύσεων, αλλά η διαμόρφωση σταθερών και ισότιμων όρων για την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η προσπάθεια αντιστροφής του brain drain, με τον ίδιο να αναφέρεται στη μείωση της φορολογίας κατά 50% για επταετή περίοδο ως ένα κρίσιμο κίνητρο για την επιστροφή Ελλήνων που εργάζονται στο εξωτερικό.

Παπαλεξόπουλος: Ανάγκη για εξειδικευμένο εργατικό προσωπικό

Από την πλευρά του, ο Δημήτρης Παπαλεξόπουλος εμφανίστηκε πιο αισιόδοξος για την Ελλάδα σε σχέση με την Ευρώπη. Η αισιοδοξία του βασίζεται, πρώτον, στο καλύτερο μακροοικονομικό υπόβαθρο της χώρας και, δεύτερον, στο γεγονός ότι η Ελλάδα δεν συμμετέχει στον ίδιο βαθμό στις αρνητικές τάσεις που πιέζουν άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες. Όπως σημείωσε, η σχετικά μικρή βιομηχανική βάση της χώρας μπορεί, στη σημερινή συγκυρία, να λειτουργήσει περισσότερο ως πλεονέκτημα παρά ως μειονέκτημα, καθώς επιτρέπει μεγαλύτερη ευελιξία και ταχύτερη προσαρμογή.

Ο πρόεδρος της TITAN υπογράμμισε ότι η Ελλάδα διαθέτει συγκεκριμένες νησίδες ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος, οι οποίες, συνδυαστικά, μπορούν να δώσουν σημαντική ώθηση σε μια οικονομία του μεγέθους της ελληνικής. Αναφέρθηκε ενδεικτικά στη φαρμακοβιομηχανία, στα μέταλλα, στην εξόρυξη και τα υλικά, στην ενέργεια, στο βιομηχανικό λογισμικό, στην άμυνα και στη ναυτιλία. Παράλληλα, επισήμανε ότι το ποσοστό της βιομηχανίας στο ελληνικό ΑΕΠ έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, ενώ οι άμεσες ξένες επενδύσεις, σε μια περίοδο που στην Ευρώπη υποχωρούν, έχουν διπλασιαστεί στην Ελλάδα την τελευταία δεκαετία.

Ωστόσο, ο ίδιος έβαλε στο τραπέζι και το μεγάλο όριο της επόμενης ημέρας, το ανθρώπινο δυναμικό. Χαρακτήρισε το ταλέντο ως το μεγαλύτερο εμπόδιο για την οικονομία τα επόμενα χρόνια, επισημαίνοντας ότι η χρηματοδότηση υπάρχει, αλλά δεν υπάρχουν απλές λύσεις. Η εκπαίδευση, η τεχνητή νοημοσύνη, η μετανάστευση, η συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό και η σύνδεση με τη διασπορά αποτελούν, κατά την προσέγγισή του, κρίσιμα πεδία πολιτικής και επιχειρηματικής δράσης. Ιδιαίτερη σημασία έδωσε στη διασπορά, σημειώνοντας ότι μετά την πανδημία η σχέση των ελληνικών επιχειρήσεων με τους Έλληνες του εξωτερικού έχει ενισχυθεί και μπορεί να λειτουργήσει ως δίαυλος εξωστρέφειας, ταλέντου, αξιοκρατίας και νέου τρόπου διοίκησης.

Στασινόπουλος: Η Ελλάδα δεν παράγει αρκετά και δεν εξάγει αρκετά

Πιο αιχμηρή ήταν η τοποθέτηση του Μιχάλη Στασινόπουλου για τη βιομηχανική υστέρηση της χώρας. Όπως τόνισε, η Ελλάδα δεν παράγει αρκετά και δεν εξάγει αρκετά, γεγονός που συνδέεται με τη χαμηλή παραγωγικότητα και το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Η σύγκριση, όπως είπε, δεν πρέπει να γίνεται μόνο με τις μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες, αλλά και με τις γειτονικές χώρες, όπως η Βουλγαρία, η Ρουμανία και η Τουρκία, που έχουν τοποθετήσει πιο καθαρά τη μεταποίηση στον πυρήνα της αναπτυξιακής τους στρατηγικής.

Για τον πρόεδρο της Viohalco, η παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων είναι κρίσιμη, γιατί δίνει στην οικονομία αντοχή σε περιόδους κρίσης. Όπως ανέφερε, οι εξαγωγικές εταιρείες του ομίλου του σχεδόν δεν επηρεάστηκαν από την κρίση του 2008-2009, ακριβώς επειδή είχαν παρουσία στις διεθνείς αγορές. Το συμπέρασμα είναι ότι η βιομηχανία δεν αποτελεί απλώς έναν ακόμη κλάδο της οικονομίας, αλλά μηχανισμό ανθεκτικότητας, εξωστρέφειας και τεχνολογικής αναβάθμισης.

Ο κ. Στασινόπουλος υπογράμμισε ότι η Ελλάδα χρειάζεται ένα καθαρότερο όραμα για τη μεταποίηση, στο οποίο να συμμετέχουν οι πολιτικοί φορείς, οι επιχειρήσεις, οι τράπεζες, η ακαδημαϊκή κοινότητα και οι υπόλοιποι κρίκοι της οικονομίας. Έθεσε επίσης το ζήτημα της θεσμικής εκπροσώπησης της βιομηχανίας, σημειώνοντας την απουσία ειδικού υπουργείου Βιομηχανίας, σε αντίθεση με τομείς όπως η ναυτιλία και η αγροτική παραγωγή. Παράλληλα, επισήμανε ότι η Ελλάδα πρέπει να έχει ισχυρότερη παρουσία στα ευρωπαϊκά βιομηχανικά φόρα και στις συμμαχίες που διαμορφώνουν την ευρωπαϊκή ατζέντα για την ανταγωνιστικότητα και τις ενεργοβόρες βιομηχανίες.

Στην ίδια κατεύθυνση, έθεσε και το ζήτημα της επιχειρηματικής γενιάς που πρέπει να δημιουργηθεί. Το ταλέντο, όπως είπε, δεν αφορά μόνο τους εργαζομένους, αλλά και τους νέους επιχειρηματίες που θα αναλάβουν ρίσκο, θα ιδρύσουν νέες επιχειρήσεις και θα συμβάλουν στη δημιουργία ενός νέου παραγωγικού οικοσυστήματος. Η εικόνα βιομηχανικών πάρκων που παραμένουν κενά δείχνει ότι η αύξηση των επενδύσεων δεν αρκεί από μόνη της, εάν δεν συνοδεύεται από επιχειρηματική βάση, νέες παραγωγικές μονάδες και συγκροτημένο οικοσύστημα.

Τρύφων: Η Ευρώπη άφησε τη βιομηχανική δραστηριότητα να φύγει εκτός ΕΕ

Ο Θεόδωρος Τρύφων έβαλε τη συζήτηση στο ευρωπαϊκό και μετακρισιακό της πλαίσιο. Υπενθύμισε ότι η ελληνική κρίση της περιόδου 2010-2018 αφαίρεσε επενδυτικό κεφάλαιο και χρόνο από πολλές επιχειρήσεις, την ώρα που ανταγωνιστές στο εξωτερικό επένδυαν για το μέλλον. Παράλληλα, άσκησε κριτική στην ευρωπαϊκή πολιτική των τελευταίων δεκαετιών, υποστηρίζοντας ότι η Ευρώπη ουσιαστικά επέτρεψε τη μεταφορά βιομηχανικής δραστηριότητας εκτός Ε.Ε., με αποτέλεσμα να αποδυναμωθεί η ανταγωνιστικότητά της.

Στάθηκε επίσης στο κόστος που δημιούργησαν για τη βιομηχανία ορισμένες πολιτικές και ρυθμιστικές επιλογές, καθώς και στην ανάγκη οι επιχειρήσεις να επενδύσουν σε νέες τεχνολογίες και σε διεθνή επέκταση. Το μήνυμά του ήταν ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις πρέπει να αναλάβουν περισσότερο ρίσκο, γιατί χωρίς επενδύσεις στην τεχνολογία, στην εξωστρέφεια και στην παραγωγική αναβάθμιση, ο κίνδυνος να μείνουν εκτός αγοράς είναι υπαρκτός.

Στον χώρο της φαρμακοβιομηχανίας, ο κ. Τρύφων περιέγραψε μια εικόνα ουσιαστικής προόδου. Όπως ανέφερε, ο κλάδος διαθέτει πλέον περισσότερους «τοπικούς πρωταθλητές», από δύο ή τρεις στο παρελθόν σε έξι, επτά ή οκτώ σήμερα, ενώ στην Ελλάδα έχουν αναπτυχθεί τρία ή τέσσερα διεθνή ερευνητικά ιδρύματα, ένας νέος κόμβος βιοτεχνολογίας και life sciences και δέκα επιπλέον παραγωγικές μονάδες. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη συνεργασία μεταξύ πανεπιστημίων, ερευνητικών κέντρων και βιομηχανίας, επισημαίνοντας ότι η χώρα έχει ακόμη πολλά βήματα να κάνει για να συνδέσει πιο αποτελεσματικά τη γνώση με την παραγωγή.

Η ανάγκη για εξειδίκευση και για ταχύτερη σύνδεση των νέων με τη βιομηχανία αναδείχθηκε ως κοινός παρονομαστής. Στον φαρμακευτικό κλάδο, όπως αναφέρθηκε, υλοποιούνται ειδικά προγράμματα κατάρτισης, hubs και αναπτυξιακά προγράμματα, με περίπου 500 έως 600 άτομα να εκπαιδεύονται κάθε χρόνο και περίπου 400 θέσεις πρακτικής άσκησης. Η σύνδεση με τη διασπορά, ιδίως στον τομέα των life sciences, αξιοποιείται επίσης μέσω μεντόρων και πρωτοβουλιών που φέρνουν σε επαφή νέους ανθρώπους, startups, επενδυτές και στελέχη από το εξωτερικό.

Η συνολική εικόνα που προκύπτει είναι ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε καλύτερη αφετηρία από ό,τι πριν από λίγα χρόνια, αλλά η επόμενη φάση δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο στον τουρισμό, στη ναυτιλία και στη γενική βελτίωση του οικονομικού κλίματος. Χρειάζεται παραγωγή, βιομηχανία, εξαγωγές, τεχνολογία και ανθρώπινο δυναμικό. Χρειάζεται επίσης ένα πιο συνεκτικό πλαίσιο πολιτικής, ώστε οι επιχειρήσεις να μπορούν να επενδύουν με σταθερούς όρους και οι νέοι να βλέπουν προοπτική όχι μόνο ως εργαζόμενοι, αλλά και ως δημιουργοί νέων επιχειρήσεων.