Σήμα κινδύνου για τη συρρίκνωση του ζωικού κεφαλαίου στην Ελλάδα, οι λόγοι

Η Ελλάδα κατά την τελευταία διετία έχασε σχεδόν το 20% του ζωικού του κεφαλαίου, με τις μεγαλύτερες απώλειες να σημειώνονται στα κοπάδια αιγοπροβάτων

Πρόβατα ©eurokinissi

Θεαματική μείωση υπέστη το ζωικό κεφάλαιο στη χώρα μας τη διετία 2024-2025. Σύμφωνα με την έκθεση ζωικού κεφαλαίου της ΕΕ , η Ελλάδα κατά την τελευταία διετία απώλεσε σχεδόν το 20% του ζωικού του κεφαλαίου, με τις μεγαλύτερες απώλειες να σημειώνονται στα κοπάδια αιγοπροβάτων, μια εξέλιξη που αποδίδεται στις ασθένειες των ζώων, αλλά όχι μόνον.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Κομισιόν, για πρώτη φορά το ζωικό κεφάλαιο της χώρας μας πλέον κινείται στο όριο των 10 εκατ. κεφαλιών ζωντανών ζώων, (εξαιρουμένων των πουλερικών) με τάση περαιτέρω μείωσης. Συγκεκριμένα στο τέλος του 2025 η χώρα διέθετε 10,0 εκατ. ζώα εκ των οποίων τα 8,8 εκατ. ήταν αιγοπρόβατα και 1,2 εκατ. βοοειδή και χοίροι.

Από τα ιστορικά στοιχεία της Κομισιόν φαίνεται ότι είναι η ιστορικά χαμηλότερη επίδοση ζωκικού κεφαλαίου που καταγράφεται στη χώρα μας μετά το 2000. Πίσω στη δεκαετία του 2000 οι παραγωγοί της χώρας μας διατηρούσαν περίπου 14 έως 15 εκατ. ζώα, εκ των οποίων το 90% ήταν αιγοπρόβατα και το υπόλοιπο 10% χοιρινά και βοοειδή. Έτσι μέσα στα τελευταία 25 χρόνια, το ζωικό κεφάλαιο από το 2000 μέχρι και σήμερα έχει υποχωρήσει κατά 40%-50%.

Η μεγάλη σφαγή των αμνών

Η μεγαλύτερη μείωση ζωικού κεφαλαίου στη χώρα μας σημειώνεται στην κατηγορία των αιγοπροβάτων. Μάλιστα την τελευταία διετία χάθηκαν πάνω από 2 εκατ. ζώα εκ των οποίων η συντριπτική πλειοψηφία μέσα στο 2025. Συγκεκριμένα οι απώλειες ζωντανών ζώων τη διετία 2024-2025 ανέρχονται σε 2,2 εκατ. κεφάλια, εκ των οποίων 2,05 εκατ. κεφάλια αφορούν σε αιγοπρόβατα και το υπόλοιπο 0,15 εκατομμύρια σε βοοειδή και χοιρινά.

Από τα αιγοπρόβατα που χάθηκαν, σχεδόν 1,55 εκατ. κεφάλια αφορούν σε αρνιά και το άλλο μισό εκατ. κεφάλια αφορά κατσίκια. Το 2023 ο πληθυσμός των αρνιών στη χώρα μας μειώθηκε κατά 220.000 και το 2025 κατά 1,33 εκατ. κεφάλια.

Η μείωση αυτή, ειδικά στο ζωικό κεφάλαιο των αρνιών, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί αποκλειστικά από τις σφαγές ζώων που έγιναν στο πλαίσιο περιορισμού των ασθενειών που εκδηλώθηκαν τα τελευταία χρόνια. Το υπ. Αγροτικής Ανάπτυξης αναφέρεται σε σφαγές περίπου 0,5 εκατ. αρνιών λόγω ασθενειών.

Επομένως το υπόλοιπο 1 εκατ. κεφάλια μείωσης των αρνιών μέσα στο 2024 και 2025 πρέπει ν’ αναζητηθεί αλλού. Παράγοντες της αγοράς αναφέρουν ότι η μεγάλη μείωση αιγοπροβάτων και εν γένει ζωϊκού κεφαλαίου πρέπει να αναζητηθεί στο γεγονός ότι πολλοί είναι που εγκαταλείπουν τη συγκεκριμένη δραστηριότητα. Συνήθως σφάζουν τα ζώα τους, πουλάνε το κρέας τους και δεν αναπληρώνουν τη μείωση του κεφαλαίου.

Πάντως πρέπει να συνυπολογιστεί ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα κατά την εξεταζόμενη περίοδο, οι σφαγές αιγοπροβάτων λόγω των ασθενειών απαγορεύονταν (παρόλο που στη «ζούλα» αυτό συνέβαινε). Αλλά ακόμη κι έτσι είναι αδύνατον να εξηγηθεί αυτή η μεγάλη «σφαγή αρνιών» εκτός και αν τα νούμερα των προηγούμενων ετών δεν ήταν ακριβή και ήταν υπερτιμημένα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ποτέ στο παρελθόν δεν υπήρξε μια αντίστοιχη μείωση ζωικού κεφαλαίου στα αρνιά. Η δεύτερη μεγαλύτερη απώλεια αρνιών μέσα στην τελευταία 25ετία, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, καταγράφεται το 2020 μια πανδημική χρονιά, όπου αποσύρθηκαν 705.000 αρνιά.

Βοοειδή και χοιρινά

Δεν είναι καλύτερη η κατάσταση και στα μεγαλύτερα ζωντανά της χώρας. Ο πληθυσμός τους τη διετία 2024-2025 υποχώρησε κατά 162.000 κεφάλια και ανήλθε σε 1,25 εκατομμύρια. Η μεγαλύτερη υποχώρηση (-18,7% στη διετία) σημειώνεται στα βοοειδή και η μικρότερη (-5,5%) στον πληθυσμό των χοίρων.

Πάντως και στις συγκεκριμένες κατηγορίες ζωντανών καταγράφεται διαρκής μείωση του κεφαλαίου, ειδικά μετά τη διετία 2011-12. Μέχρι τότε ο πληθυσμός τόσο των βοοειδών, όσο και των χοιρινών αυξάνονταν, φτάνοντας σε ιστορικά υψηλά τη διετία 2011-12. Το 2011 καταγράφεται ιστορικό υψηλό ζώντων χοίρων στη χώρα μας (1,12 εκατ. κεφάλια) και το 2012 ιστορικό υψηλό ζώντων βοοειδών (685.000 κεφάλια). Πέρυσι οι αριθμοί αυτοί είχαν μειωθεί σε 520 χιλ. ζώντα βοοειδή και 729 χιλ. ζώντα χοιρινά.

Tην κατιούσα όμως έχει λάβει το ζωικό κεφάλαιο και στην ΕΕ παρά την αύξηση της τιμής του (κόκκινου) κρέατος τόσος στην Ευρώπη όσο και στη χώρα μας. Όμως στην Ε.Ε. η μείωση του ζωικού κεφαλαίου ήταν μικρότερης έντασης απ’ ότι στη χώρας μας. Σύμφωνα με την Eurostat πέρυσι όλοι οι πληθυσμοί ζώων ήταν χαμηλότεροι από το προηγούμενο έτος. Ο πληθυσμός των χοίρων μειώθηκε κατά 0,5%, των βοοειδών κατά 0,4%, των προβάτων κατά 2,2% και των αιγών κατά 2,5%.

Οι μειώσεις αυτές ωστόσο δεν έχουν καμία σχέσεις με τις μειώσεις που καταγράφηκαν την ίδια χρονιά στην Ελλάδα. Η μείωση αυτή του εγχωρίως παραγόμενου ζωικού κεφαλαίου, έχει οδηγήσει στην αύξηση τιμή του κρέατος τόσο στην Ευρώπη, όσο και στην Ελλάδα. Ειδικά το βοδινό στη χώρα μας έχει ανατιμηθεί από το 2020 μέχρι και τον περασμένο μήνα κατά 75%, το αρνί κατά 79% και το χοιρινό κατά 33%. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ στο 31% είναι συσσωρευτική αύξηση της τιμής των πουλερικών στη χώρα μας από το 2020 μέχρι και σήμερα.

Αυτές οι μειώσεις αποτελούν μέρος μιας μακροπρόθεσμης τάσης στην ΕΕ. Σε σύγκριση με το 2015, ο αριθμός των χοίρων ήταν 8,9% χαμηλότερος το 2025, των βοοειδών κατά 9,7% χαμηλότερος, των προβάτων κατά 12,2% χαμηλότερος και των αιγών κατά 17,5%.

Την εβδομάδα 24-2026 (από 8 έως 14 Ιουνίου 2026), η μέση τιμή στην ΕΕ για τα σφάγια ενήλικων αρσενικών βοοειδών ήταν 641,7 €/100 kg (+1,76% την προηγούμενη εβδομάδα, -3,91% τον προηγούμενο μήνα και -3,22% το προηγούμενο έτος), που αντιστοιχεί στο 289% της τιμής αναφοράς. Οι τιμές συνεχίζουν να κυμαίνονται σε υψηλό επίπεδο, αλλά έχουν σαφώς μειωθεί τις τελευταίες εβδομάδες.

Παρόλο που φαίνεται να σταθεροποιούνται, οι τιμές είναι πλέον κάτω από το επίπεδο που ήταν το 2025 την ίδια περίοδο. Ωστόσο, παραμένουν πολύ πάνω από τον μέσο όρο των τελευταίων τριών ετών. Η ζήτηση έχει επιβραδυνθεί λόγω των υψηλών τιμών και της συνολικής αβεβαιότητας για την οικονομία. Ωστόσο, η έλλειψη προσφοράς συνεχίζει να διατηρεί τις τιμές σε υψηλό επίπεδο και, προς το παρόν, σε ευνοϊκά περιθώρια κέρδους για τους παραγωγούς.