Tο εξωτερικό εμπόριο της Ελλάδας έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο από την οικονομική κρίση, αλλά το υψηλό έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών (ΙΤΣ) συνιστά βραχνά στον εξωτερικό τομέα της χώρας και της οικονομίας της. Το έλλειμμα παραμένει υψηλό, σημειώνει η τελευταία έκθεση του ΔΝΤ για την Ελλάδα, και προκαλείται κυρίως λόγω ανισορροπιών του εγχώριου ιδιωτικού τομέα, ενός επίμονου εμπορικού ελλείμματος αγαθών και διαρθρωτικών αδυναμιών στην παραγωγικότητα και, τέλος, της απουσίας δημιουργίας ισχυρής προστιθέμενης αξίας.
Οι παραπάνω διαπιστώσεις περιλαμβάνονται στην έκθεση του ΔΝΤ «Δυναμική του εξωτερικού τομέα της Ελλάδας και η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεών της». Σύμφωνα με την έκθεση, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών (ΙΤΣ) μειώθηκε μετά την οικονομική κρίση της περασμένης δεκαετίας, αλλά έχει διευρυνθεί ξανά τα τελευταία χρόνια, ειδικά μετά την πανδημία.
Μάλιστα, σημειώνει ότι η πρόσφατη επιδείνωση του ελλείμματος του ΙΤΣ οφειλόταν αρχικά στην κατάρρευση του τουρισμού, στις υψηλότερες τιμές ενέργειας και στα αυξανόμενα επιτόκια, ενώ τώρα αποδίδεται κυρίως στις ισχυρές εισαγωγές αγαθών, που συνδέονται με την ισχυρή εγχώρια ζήτηση και τις επενδύσεις.
Η έκθεση επισημαίνει, επίσης, ότι η Ελλάδα έχει το δεύτερο μεγαλύτερο έλλειμμα ΙΤΣ στην Ευρωζώνη και τη μεγαλύτερη αρνητική καθαρή διεθνή επενδυτική θέση (ΚΔΕΘ). Το έλλειμμα ΙΤΣ παραμένει στο 5,7% του ΑΕΠ (κατά μέσο όρο από το 2000 και μετά) και τροφοδοτείται κυρίως από το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο, που ανέρχεται στο 13,7% του ΑΕΠ (κατά μέσο όρο από το 2000 και μετά).
Το υπερμέγεθες αυτό έλλειμμα μετριάζεται από το πλεόνασμα που έχει η χώρα στον τομέα των υπηρεσιών (ειδικά στον τουρισμό), αλλά αυτό δεν είναι αρκετό για να εξαλείψει το σημαντικό έλλειμμα ΙΤΣ.
Αιτίες για τις ανισορροπίες στο εξωτερικό εμπόριο
Η έκθεση του ΔΝΤ αναφέρεται στα βήματα που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας. Όπως αναφέρει, ο λόγος εξαγωγών προς ΑΕΠ έχει σχεδόν διπλασιαστεί από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, φτάνοντας περίπου το 40% του ΑΕΠ το 2025. Πλησίασε έτσι τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, που όμως είναι 49%.
Ωστόσο, όπως επισημαίνει η έκθεση, αυτή η βελτίωση είναι οριακή. Βασίστηκε αποκλειστικά στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, η οποία προήλθε από τη μείωση του εργασιακού κόστους. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, «η πραγματική σταθμισμένη συναλλαγματική ισοτιμία (REER), που βασίζεται στο κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος (ULC), η οποία μετρά το κόστος παραγωγής σε σχέση με τους εμπορικούς εταίρους, υποτιμήθηκε κατά περισσότερο από 30% από την κορύφωσή της στο γ’ τρίμηνο του 2011».
Και συνεχίζει: «Αυτό επιτεύχθηκε σε μεγάλο βαθμό μέσω των προσαρμογών των μισθών, που επέτρεψαν μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, που αύξησαν την ευελιξία και διευκόλυναν την εσωτερική υποτίμηση κατά την περίοδο προσαρμογής. Αυτή η προσαρμογή αντέστρεψε την υπερεκτίμηση πριν από την κρίση, η οποία οφειλόταν στην ταχεία αύξηση των μισθών, και βοήθησε στην αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας κόστους τόσο σε αγαθά όσο και σε υπηρεσίες, υποστηρίζοντας τις εξαγωγικές επιδόσεις».
Από την άλλη πλευρά, όμως, οι διαρθρωτικές αδυναμίες και εμπόδια (κανονιστικά βάρη, υψηλό μη μισθολογικό κόστος κ.λπ.) συνεχίζουν να εμποδίζουν την ευρύτερη οικονομική ανάπτυξη με όρους ανταγωνιστικότητας. Η απόδοση του εξαγωγικού τομέα ποικίλλει ανά κλάδο, αλλά συνολικά αυτά τα διαρθρωτικά ζητήματα περιορίζουν την αποτελεσματικότητα των κερδών ανταγωνιστικότητας και της οικονομικής ανάπτυξης.
Χαμηλή η προστιθέμενη αξία των εξαγωγών
Οι συγγραφείς της έκθεσης σημειώνουν ακόμη ότι οι εξαγωγές παραμένουν επικεντρωμένες σε τομείς σχετικά χαμηλής προστιθέμενης αξίας, περιορίζοντας τη συμβολή τους στις καθαρές εξαγωγές. Η διαφοροποίηση παραμένει περιορισμένη, με τις εξαγωγές αγαθών να κυριαρχούνται από το διυλισμένο πετρέλαιο και τα γεωργικά και τρόφιμα και τις εξαγωγές υπηρεσιών να καθοδηγούνται σε μεγάλο βαθμό από τον τουρισμό.
Αυτή η συγκέντρωση είναι εμφανής στον Δείκτη Οικονομικής Πολυπλοκότητας των Εξαγωγών (Economic Complexity Index of Exports), που μετρά το συγκριτικό πλεονέκτημα των εξαγωγών κάθε χώρας. H Ελλάδα, σύμφωνα με τον πίνακα που παραθέτουν οι ερευνητές του ΔΝΤ, έχει από τους χαμηλότερους δείκτες οικονομικής πολυπλοκότητας τις εξαγωγές της. Μάλιστα, η (μέση) τιμή αυτή του ΔΟΠΕ, όπως φαίνεται στο γραφικό, παραμένει η ίδια για την Ελλάδα, τόσο κατά την περίοδο 1995-1999 όσο και στην περίοδο 2018-2023. Με άλλα λόγια, οι εξαγωγές πριν και μετά την κρίση δεν διαφοροποιούνται ποιοτικά αισθητά.

Το χειρότερο, όπως επισημαίνεται στην έκθεση του ΔΝΤ, είναι ότι οι εξαγωγές στη χώρα μας είναι ιδιαίτερα χαμηλής προστιθέμενης αξίας για την εγχώρια οικονομία. «Μια ανάλυση που βασίζεται στις τομεακές συνδέσεις εισροών-εκροών δείχνει ότι ο εγχώριος πολλαπλασιαστής προστιθέμενης αξίας των εξαγωγών είναι σχετικά χαμηλός -περίπου 0,43 κατά μέσο όρο- πράγμα που υποδηλώνει ότι 1 ευρώ εξαγωγών παράγει μόνο περίπου 0,43 ευρώ σε εγχώρια προστιθέμενη αξία ή ΑΕΠ, με σημαντικές διαρροές εισαγωγών», αναφέρει η έκθεση.

Και συνεχίζει: «Μεγάλοι τομείς -συμπεριλαμβανομένου του διυλισμένου πετρελαίου, των μετάλλων και των τροφίμων- παραμένουν δεσμευμένοι σε δραστηριότητες χαμηλότερης προστιθέμενης αξίας. Επιπλέον, αν και ορισμένοι τομείς υψηλότερης τεχνολογίας -συμπεριλαμβανομένων των φαρμακευτικών προϊόντων και του ηλεκτρονικού και οπτικού εξοπλισμού (όπως οι ιατρικές συσκευές)- έχουν καταγράψει ταχεία αύξηση των εξαγωγών, η συμβολή τους στην εγχώρια προστιθέμενη αξία είναι μέχρι στιγμής περιορισμένη. Ως αποτέλεσμα, η επέκταση των εξαγωγών είχε μόνο μέτριο αντίκτυπο στη βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου».
Οι άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες
Οι ερευνητές του ΔΝΤ σημειώνουν και άλλους παράγοντες που προκαλούν προβλήματα στον εξωτερικό τομέα και την οικονομία της χώρας. Μεταξύ αυτών ο μεγάλος άτυπος τομέας της οικονομίας, η χαμηλή αποταμίευση των νοικοκυριών, η απουσία εξειδικευμένου προσωπικού και η χαμηλή παραγωγικότητα είναι μερικοί από αυτούς.
Eιδικά για τη χαμηλή αποταμίευση, οι ερευνητές του ΔΝΤ χαρακτηρίζουν την ιδιωτική ακαθάριστη αποταμίευση ανεπαρκή για τη χρηματοδότηση των αυξανόμενων επενδύσεων. Όπως επισημαίνουν, η πρόσφατη διεύρυνση του ελλείμματος του ιδιωτικού τομέα οφείλεται κυρίως στις υψηλότερες επενδύσεις των μη χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων, αντανακλώντας την υλοποίηση έργων του ΤΑΑ, τις συσσωρευμένες επενδυτικές ανάγκες έπειτα από χρόνια υποεπενδύσεων μετά την κρίση και τις αυξανόμενες ανάγκες, που σχετίζονται με τις ΤΠΕ και την ενεργειακή ασφάλεια.
Ωστόσο, η εγχώρια αποταμίευση δεν έχει συμβαδίσει. Η αποταμίευση των νοικοκυριών παραμένει χαμηλή -εκτός από μια προσωρινή αύξηση μετά την πανδημία-, παρά την ισχυρή οικονομική ανάπτυξη. Η αύξηση των πραγματικών μισθών ήταν περιορισμένη, σύμφωνα με την ασθενή αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, που αντικατοπτρίζεται στις «αμοιβές εξαρτημένης εργασίας» για τους μισθωτούς εργαζόμενους και στο «ακαθάριστο λειτουργικό πλεόνασμα και μεικτό εισόδημα» για τους αυτοαπασχολούμενους εργαζόμενους. Το υψηλό κόστος διαβίωσης για βασικά αγαθά, όπως η στέγαση, η ενέργεια και τα τρόφιμα περιορίζει περαιτέρω την ικανότητα αποταμίευσης των νοικοκυριών.
Η έκθεση συστήνει στη χώρα να συνεχίζει απαρεγκλίτως τη δημοσιονομική πειθαρχία, παράλληλα όμως συνεχίζοντας τις διαθρωτικές αλλαγές, καθώς παρά τα βήματα που έγιναν την περασμένη δεκαετία, τα εμπόδια στην ανταγωνιστικότητα και την ανάπτυξη των επιχειρήσεων παραμένουν πολλά.
Επίσης, σύμφωνα με την έκθεση, στις διαρθρωτικές αλλαγές στη χώρα μας θα μπορούσε να δώσει ώθηση η ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς της ΕΕ (αγορά ενέργειας, κινητικότητα εργασίας κ.λπ.), κάτι που θα στηρίξει περαιτέρω τη βιωσιμότητα της χώρας στο εξωτερικό.
