Οι “συμφωνίες κυρίων” δεν μειώνουν την ακρίβεια, το πείραμα της Σουηδίας

Η τρίτη «συμφωνία κυρίων» για μειώσεις τιμών ξεκινά, με τα επίσημα στοιχεία να δείχνουν ότι η Ελλάδα παραμένει ακριβότερη από την ΕΕ σε βασικά αγαθά

Σούπερ μάρκετ, ανατιμήσεις στα τρόφιμα © Freepik

Ξεκίνησε από την κυβέρνηση και το υπουργείο Ανάπτυξης η εφαρμογή της τρίτης κατά σειράς «συμφωνίας κυρίων» με τις δυνάμεις της αγοράς, που στόχο έχει τη μείωση των τιμών και την τιθάσευση της ακρίβειας. Όπως είπε ο υπουργός Ανάπτυξης, Τάκης Θεοδωρικάκος, οι λίστες βασικών αγαθών πάνε κι έρχονται μεταξύ αγοράς και υπουργείου προκειμένου να υλοποιηθεί η μείωση των τιμών, δηλαδή ο περιορισμός των κερδών των δυνάμεων της αγοράς.

Όλα όμως δείχνουν ότι για άλλη μία φορά, επιχειρείται ο «τετραγωνισμός του κύκλου». Τα ιστορικά στοιχεία δείχνουν ότι οι συμφωνίες που υπήρξαν στο παρελθόν -όπως και τα μέτρα περιορισμού του περιθωρίου κέρδους- όχι μόνον δεν έφεραν αποτελέσματα κατά της ακρίβειας, αλλά οι τιμές βασικών αγαθών (και όχι μόνον) συνεχίζουν ν’ αυξάνουν με μεγάλη ένταση. Αυτό αναγνωρίζεται ακόμη και από την κυβέρνηση, η οποία κατά καιρούς υποστηρίζει ότι η λύση στο πρόβλημα της ακρίβειας, δεν είναι η μείωση των τιμών, αλλά η αύξηση των αποδοχών και των αποζημιώσεων των εργαζομένων.

Πρωτίστως, όμως, τη μεγάλη ακρίβεια αντιλαμβάνονται οι ίδιοι οι καταναλωτές κάθε φορά που αγοράζουν κάτι και το οποίο είναι σχεδόν πάντα ακριβότερο από πριν, ροκανίζοντας τις όποιες αυξήσεις του εισοδήματός τους. Αυτό επιβεβαιώνουν και τα επίσημα στοιχεία τα οποία έδειξαν ότι τα διάφορα μέτρα της κυβέρνησης (καλάθι νοικοκυριού, προϊόντα μειωμένης τιμής, πλαφόν περιθωρίου κέρδους κ.λπ.), όχι μόνον δεν περιόρισαν τον πληθωρισμό, αλλά αυτός φαίνεται να κινήθηκε σε πιο υψηλά επίπεδα από τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Τα στοιχεία του Greece In Figures του ΙΟΒΕ δείχνουν ότι ο ετήσιος εναρμονισμένος πληθωρισμός (ΕνΔτΚ) στη χώρα μας κινήθηκε σχεδόν πανομοιότυπα, με εκείνον του μ.ο. της Ε.Ε., αλλά και της Πορτογαλίας, μιας χώρας με παρόμοια οικονομία με τη χώρα μας. Μάλιστα στην Ε.Ε., παρ’ όλο που δεν εφαρμόσθηκαν αντίστοιχα μέτρα με εκείνα της χώρας μας, ο ετήσιος πληθωρισμός στην Ευρώπη κινήθηκε λίγο πιο ήπια από εκείνον της Ελλάδας. Το 2025 στην Ελλάδα έκλεισε στο 2,9%, όταν στην Πορτογαλία έκλεισε στο 2,2% και στην Ε.Ε. στο 2,5%.

Αν και οι διαφορές αυτές δεν είναι πολύ μεγάλες, εντούτοις πρέπει να επισημανθεί ότι οι πληθωριστικές πιέσεις που ξεκίνησαν κυρίως από το 2020 και μετά, η Ελλάδα ήταν η χώρα που ξεκίνησε από μια συγκριτικά χαμηλότερη βάση. Είχε τον χαμηλότερο πληθωρισμό, τόσο από την Πορτογαλία όσο και από την Ενωμένη Ευρώπη κατά μέσο όρο.

Συγκεκριμένα, το 2020 στην Ελλάδα είχαμε ισχυρό αποπληθωρισμό (-1,3%), όταν σε Πορτογαλία είχαμε οριακό αποπληθωρισμό (-0,1%) και στην Ε.Ε. ο μέσος όρος ήταν στο 0,7%. Παρά τη χαμηλή βάση της χώρας, μέσα σε δύο χρόνια και παρά τα μέτρα της κυβέρνησης με τον περιορισμό του περιθωρίου κέρδους και τα «καλάθια του νοικοκυριού, του νονού και του Άι Βασίλη», ο ΕνΔτΚ στην Ελλάδα είχε εκτοξευθεί στο 9,3%, ενώ στην Πορτογαλία ήταν στο 8,1% και στην Ε.Ε. ο μέσος όρος έφτασε στο 9,2%.

Η μείωση των φορών φέρνει μειώσεις τιμών

Η εμπειρία αυτή, αλλά και η συνέχιση της ακρίβειας σε Ελλάδα και Ευρώπη έδειξε ότι σε μια αγορά που ανατιμάται συνεχώς και που τόσο ο έμπορος όσο και ο παραγωγός δεν θέλουν να χάσουν χρήματα, αλλά ούτε και το κράτος φόρους, τότε αυτός που χάνει είναι ο καταναλωτής. Και αυτό δείχνουν όλες οι στατιστικές της Eurostat, του ΟΟΣΑ, του ΔΝΤ κ.ά. αναφορικά με το εισόδημα και την αγοραστική δύναμη των Ελλήνων.

Η κυβέρνηση πέντε χρόνια τώρα δεν έβαλε νερό στο κρασί της, τουλάχιστον στα βασικά είδη διατροφής. Οι μειώσεις έμμεσων φόρων (ΦΠΑ, ειδικοί φόροι κατανάλωσης κ.λπ.), όπου εφαρμόστηκαν έφεραν αποτέλεσμα, κάτι που φάνηκε στις τιμές των καυσίμων και της ενέργειας τόσο το 2022 και το 2023, όσο και φέτος. Εκεί που οι εταιρείες πετρελαιοειδών «θυσίασαν» 40 εκατ. ευρώ, αυτά φάνηκαν αμέσως στην αντλία, παρ’ όλο που το «γαϊτανάκι» των διεθνών τιμών του πετρελαίου δεν άφησε τη μείωση αυτή να φανεί. Χωρίς αυτήν τη μείωση, όμως, οι τιμές των καυσίμων τις προηγούμενες εβδομάδες θα ήταν πολύ υψηλότερες.

Το ίδιο σηματοδοτεί και η πρόθεση μείωση της τιμής του ντίζελ, που εξήγγειλε την περασμένη Κυριακή ο πρωθυπουργός, Κ. Μητσοτάκης. Η μείωση αυτή αναμένεται να εμφανιστεί στην αντλία από 1ης Αυγούστου 2026 και πράγματι θα οδηγήσει σε μείωση τη τιμής του ντίζελ, αρκεί να βοηθήσει και η τιμή του αργού πετρελαίου. Και ηαπόφαση αυτή έχει κόστος, περίπου 30 εκατ. ευρώ για τα έσοδα του Δημοσίου. Συνιστά, όμως, μια ανακούφιση για τους καταναλωτές που πάνε στην αντλία.

Οι δύο προαναφερόμενες μειώσεις τιμών δείχνουν ότι δεν υπάρχει «τζάμπα γεύμα». Κάποιος πρέπει να πληρώσει τις μειώσεις των τιμών των προϊόντων, και όταν αυτό δεν συμβαίνει, τότε το πληρώνει ο καταναλωτής. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η μείωση των φόρων δεν θα φέρει αποτελέσματα. Μάλιστα, φέρνει το παράδειγμα της Ισπανίας που μείωσε τον ΦΠΑ, αλλά πήρε το μέτρο πίσω.

H αλήθεια είναι ότι το μέτρο αυτό ήταν εξαρχής περιορισμένης χρονικής διάρκειας. H μείωση του ΦΠΑ (από 4% σε 0% στα βασικά τρόφιμα και από 10% σε 5% σε άλλα τρόφιμα) αποφασίσθηκε όταν ο πληθωρισμός είχε φτάσει στο 10,8% το καλοκαίρι του 2022. Το μέτρο εφαρμόσθηκε από 1ης Ιανουαρίου 2023 και μόλις ο πληθωρισμός υποχώρησε στο 3,8% άρχισε ν’ αποσύρεται.  Μάλιστα, το μέτρο δεν καταργήθηκε μονομιάς.

Ο ΦΠΑ στην Ισπανία επανήλθε στο αρχικό επίπεδο, παραμένοντας στο 2% επι αρκετούς μήνες το 2024, πριν επιστρέψει στο αρχικό 4% την 1η Ιανουάριου 2025. Η κίνηση, επομένως, της ισπανικής κυβέρνησης δεν ήταν αποτυχημένη, όπως υποστηρίζει η ελληνική κυβέρνηση. Αντίθετα, τα στοιχεία της Eurostat έδειξαν ότι ο πληθωρισμός στην Ισπανία το 2023 μειώθηκε πιο γρήγορα από ότι στις άλλες χώρες της Ε.Ε.

Το Σουηδικό πείραμα

Πάντως, οι αναλυτές αναφέρουν ότι η μείωση του ΦΠΑ στην Ισπανία δεν πέρασε αυτούσια στα ράφια των σημείων λιανικής. Ένα μέρος δεν έφτασε στις τσέπες των Ισπανών, σε αντίθεση όμως ό,τι συνέβη στη Σουηδία. Εκεί η μείωση του ΦΠΑ πέρασε ολοσχερώς στις τσέπες των καταναλωτών, μειώνοντας τις τιμές όσο ήταν και η μείωση του ΦΠΑ.

Αυτό παραδέχονται οι ερευνητές του Greece In Figures, Δημήτρης Μιχαηλίδης και Διονύσης Κουλλόλλι σε έρευνά που διεξήγαγαν για τη μείωση του ΦΠΑ στη Σουηδία. Η τελευταία τον Φεβρουάριο του 2026 αποφάσισε τη μείωση του ΦΠΑ στα τρόφιμα  από 12% σε 6%, και σύμφωνα με την έρευνα, η μείωση αυτή πέρασε αυτούσια στα ράφια των σούπερ μάρκετ. Μάλιστα, όπως επισημαίνουν οι συγγραφείς, καταγράφηκε άμεσα από τις στατιστικές, μέσα σε δύο μήνες από την εφαρμογή του μέτρου.

Ειδικότερα, όπως αναφέρουν οι δύο μελετητές, το μέτρο του μειωμένου ΦΠΑ στα τρόφιμα που ίσχυσε από 1ης Απριλίου 2026 στη Σουηδία, είχε ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα: «Τον Μάιο του 2026 η Σουηδία ήταν η χώρα με τη μεγαλύτερη πτώση τιμών τροφίμων σε όλη την Ε.Ε. Δεύτερη ακολουθεί η Ουγγαρία, με μείωση 2,4%, λιγότερο από τη μισή. Μόνο τέσσερις χώρες κατέγραψαν ουσιαστική μείωση τιμών. Στην Ελλάδα, αντίθετα, οι τιμές αυξήθηκαν κατά 3,3%, ενώ συνολικά στην Ε.Ε. κατά 1,5%».

Μάλιστα, οι ερευνητές του ΙΟΒΕ αναφέρουν ότι η μείωση του ΦΠΑ οδήγησε από τη μια πλευρά σε αύξηση της ζήτησης, ενώ από την άλλη πλευρά, σε ότι αφορά τις επιπτώσεις στα δημοσιονομικά έσοδα -παρ’ όλο που είναι νωρις να εκτιμηθούν καθώς έχουμε στοιχεία δύο μηνών εφαρμογής του μέτρου- αυτές είναι μηδαμινές. Μόλις 0,5% υποχώρησαν τα έσοδα από ΦΠΑ. Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να δουν το πλήρες άρθρο εδώ.

Αλλά δεν είναι μόνον η Σουηδία που μειώνει τους φόρους. Από 1ης Οκτωβρίου (έναρξη της χειμερινής περιόδου) το Ηνωμένο Βασίλειο θα μηδενίσει τον ΦΠΑ σε όλους τους οικιακούς λογαριασμούς ρεύματος από 5% που είναι σήμερα. Επίσης, η Αυστρία μείωσε στο μισό από 1ης Ιουλίου 2026 τον ΦΠΑ σε βασικά προϊόντα (4,9% από 10%).

Τα παραπάνω δείχνουν ότι οι μειώσεις φόρων είναι ένα βασικό εργαλείο μείωσης των τιμών, το οποίο όμως η κυβέρνηση δεν έχει αξιοποιήσει μέχρι τώρα, ενώ το όποιο πλεόνασμα δημιουργεί, το μοιράζει σε στοχευμένες εφάπαξ επιδοματικές πολιτικές (κουπόνια κ.λπ.). Σημειώνεται ότι τα έσοδα από τον ΦΠΑ τα τελευταία πέντε χρόνια έχουν σχεδόν διπλασιαστεί, και στο α’ εξάμηνο του έτους ανήλθαν σε 14,6 δισ. ευρώ, από 7,8 δισ. ευρώ που ήταν το α’ εξάμηνο του 2021, ακριβώς πριν ξεσπάσει η ενεργειακή και πληθωριστική κρίση στη χώρα μας.

Ένα μέρος αυτής της αύξησης προέρχεται από την πάταξη της φοροδιαφυγής, ενώ ένα μέρος αποδίδεται στην αύξηση των τιμών και της κατανάλωσης. Αν τώρα καταφέρει αυτή τη φορά με τις λίστες που θ’ ανταλλάξει η κυβέρνηση αυτές τις ημέρες με τους παραγωγούς και τις αλυσίδες λιανικής να μειώσει τις τιμές των βασικών προϊόντων, θα είναι ευχής έργο. Τις προηγούμενες δύο φορές, ωστόσο, δεν το κατάφερε.