Πόσο κοστίζει η κάλπη: Η δύσκολη εξίσωση των φοροελαφρύνσεων

Από την κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος και τη μείωση της προκαταβολής φόρου έως τα ενοίκια, τον ΕΝΦΙΑ και τα κλειστά σπίτια

Κάλπες © Eurokinissi

Υπάρχει ένας τρόπος να διαβάσει κανείς τον φετινό οικονομικό σχεδιασμό χωρίς να σταθεί μόνο στα μέτρα. Να κοιτάξει το ημερολόγιο. Και αυτό καθώς το 2027 είναι εκλογική χρονιά και, όσο πλησιάζει, η οικονομική πολιτική αποκτά ένα δεύτερο ρολόι. Το πρώτο μετρά τα δημοσιονομικά περιθώρια και το δεύτερο τον χρόνο που απομένει μέχρι οι φορολογικές ελαφρύνσεις, οι αυξήσεις εισοδήματος και οι παρεμβάσεις στην αγορά κατοικίας να μεταφραστούν σε πραγματικό όφελος για πολίτες και επιχειρήσεις.

Αυτό ακριβώς αποτυπώνει το πακέτο παρεμβάσεων που βρίσκεται υπό επεξεργασία. Δεν πρόκειται για ένα ενιαίο μέτρο, αλλά για μια φορολογική βεντάλια που ανοίγει ταυτόχρονα προς τις επιχειρήσεις, τους ελεύθερους επαγγελματίες, τους εργαζόμενους, τους ιδιοκτήτες ακινήτων και όσους αναζητούν κατοικία.

Το πρόβλημα είναι ότι κάθε άνοιγμα της βεντάλιας έχει κόστος. Και όσο μεγαλύτερη είναι η πολιτική πίεση για μέτρα που θα γίνουν αισθητά πριν από τις εκλογές, τόσο πιο δύσκολη γίνεται η ισορροπία με τους δημοσιονομικούς στόχους.

Το πρώτο μέτωπο: επιχειρήσεις

Η οριστική κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για τις επιχειρήσεις είναι από τα μέτρα με ιδιαίτερα συμβολικό χαρακτήρα. Το μέτρο, που επιβλήθηκε την περίοδο των μνημονίων, έχει ήδη καταργηθεί για τους ελεύθερους επαγγελματίες από το 2025, παραμένει όμως για τις εταιρείες, οι οποίες επιβαρύνονται με 800 έως 1.000 ευρώ ετησίως. Η πλήρης κατάργηση εκτιμάται ότι θα κοστίσει στον προϋπολογισμό περίπου 240 εκατ. ευρώ τον χρόνο.

Πολύ μεγαλύτερη είναι η δημοσιονομική διάσταση της προκαταβολής φόρου. Σήμερα οι επιχειρήσεις προκαταβάλλουν ποσό ίσο με το 80% του φόρου εισοδήματος, ενώ για τους ελεύθερους επαγγελματίες το ποσοστό ανέρχεται σε 55%. Στα σενάρια που εξετάζονται περιλαμβάνεται η μείωση της προκαταβολής στο 40% για τους επαγγελματίες και στο 50%-60% για τις μικρές επιχειρήσεις, με κριτήριο και τον κύκλο εργασιών. Εδώ, όμως, βρίσκεται ο μεγάλος δημοσιονομικός λογαριασμός. Η προκαταβολή φόρου αποφέρει περίπου 3,5 δισ. ευρώ από τα νομικά πρόσωπα και ακόμη 645 εκατ. ευρώ από τους ελεύθερους επαγγελματίες.

Άρα, μια γενικευμένη μείωση δεν είναι απλώς μια φορολογική διευκόλυνση. Είναι επιλογή που αφαιρεί σημαντικά έσοδα από τον προϋπολογισμό και γι’ αυτό η τελική παρέμβαση θα κριθεί από το διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο.

Στο ίδιο πακέτο εξετάζεται η μείωση του φορολογικού συντελεστή των επιχειρηματικών κερδών από το 22% στο 20%.

Άλλες 0,5 μονάδες στις εργοδοτικές εισφορές. Στο κόστος για τον προϋπολογισμό έρχεται να προστεθεί μια νέα μείωση των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών κατά 0,5 ποσοστιαία μονάδα. Από το 2019 η συνολική αποκλιμάκωση έχει φτάσει τις 5,4 μονάδες. Εφόσον προχωρήσει η νέα παρέμβαση, το συνολικό ποσοστό θα διαμορφωθεί στο 35,66%. Το ετήσιο κόστος υπολογίζεται σε περίπου 245 εκατ. ευρώ.

Το νέο «συμβόλαιο» με τους ελεύθερους επαγγελματίες

Για περίπου 700.000 ελεύθερους επαγγελματίες εξετάζεται μια διαφορετική προσέγγιση. Η κυβέρνηση επεξεργάζεται αλλαγές στο σύστημα τεκμαρτής φορολόγησης, με βασική ιδέα τη σύνδεση του τεκμηρίου με τον βαθμό φορολογικής συμμόρφωσης. Η λογική είναι απλή. Το κράτος έχει πλέον περισσότερα δεδομένα και, επομένως, μπορεί να ζητά λιγότερα από εκείνους που αποδεικνύουν ότι δηλώνουν και πληρώνουν σωστά.

Στο νέο μοντέλο, το τεκμαρτό εισόδημα θα μπορούσε να μειώνεται σταδιακά για όσους εμφανίζουν σταθερά υψηλή συμμόρφωση.  Στα κριτήρια που εξετάζονται περιλαμβάνονται η εμπρόθεσμη καταβολή φόρων και εισφορών, η πλήρης συμμόρφωση με το myDATA, η χρήση POS, η αύξηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, ο περιορισμός των μετρητών, η έγκαιρη διαβίβαση ηλεκτρονικών τιμολογίων, η εφαρμογή των ψηφιακών δελτίων αποστολής και η συνέπεια στις ρυθμίσεις οφειλών.

Πρόκειται ουσιαστικά για μια αλλαγή φιλοσοφίας: από το «τεκμήριο για όλους» σε ένα σύστημα όπου η φορολογική συνέπεια αγοράζει σταδιακά φορολογική ελευθερία. Σημειώνεται ότι όσι είναι πλήρως αντίθετοι με τα τεκμήρια μπορούν να τα αμφισβητήσουν.

Στο επίκεντρο πλέον και το πορτοφόλι των νοικοκυριών

Η δεύτερη μεγάλη ομάδα παρεμβάσεων αφορά άμεσα τα νοικοκυριά. Ο σχεδιασμός περιλαμβάνει νέα αύξηση του κατώτατου μισθού, με στόχο να ξεπεράσει τα 950 ευρώ το 2027, ενώ εξετάζονται και νέες παρεμβάσεις στον ΕΝΦΙΑ καθώς και κίνητρα για οικογένειες με παιδιά . Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα που δεν αντιμετωπίζεται μόνο με αυξήσεις μισθών ή φορολογικές μειώσεις, η κατοικία. Η στεγαστική κρίση έχει πλέον αποκτήσει τόσο οικονομικό όσο και πολιτικό βάρος, καθώς το κόστος ενοικίασης και αγοράς κατοικίας απορροφά ολοένα μεγαλύτερο μέρος του οικογενειακού εισοδήματος. Γι’ αυτό και το δεύτερο μεγάλο πακέτο παρεμβάσεων αφορά την αγορά ακινήτων.

Ενοίκια: ο συντελεστής 9% είναι στο τραπέζι

Το επικρατέστερο σενάριο προβλέπει μείωση του εισαγωγικού συντελεστή για τα εισοδήματα από ενοίκια από το 15% στο 9%, για εισόδημα έως 10.000 ευρώ, έναντι του σημερινού ορίου των 12.000 ευρώ. Η παρέμβαση στοχεύει κυρίως τους μικρούς ιδιοκτήτες.Από φέτος έχει ήδη θεσπιστεί ενδιάμεσος συντελεστής 25% για εισοδήματα από 12.000 έως 24.000 ευρώ, έναντι 35% προηγουμένως. Η αλλαγή αυτή έδωσε μεγαλύτερη φορολογική ανάσα στους ιδιοκτήτες με υψηλότερα εισοδήματα από μισθώματα, όχι όμως σε εκείνους που βρίσκονται στην κατώτερη κλίμακα.

Κλειστά σπίτια: η φοροαπαλλαγή παίρνει παράταση

Στο ίδιο πλαίσιο εξετάζεται η παράταση της φοροαπαλλαγής για ιδιοκτήτες που επιστρέφουν κλειστές κατοικίες στη μακροχρόνια μίσθωση. Το υφιστάμενο καθεστώς προβλέπει πλήρη απαλλαγή από τον φόρο εισοδήματος για τρία χρόνια για ακίνητα που ήταν κλειστά ή χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά για βραχυχρόνια μίσθωση και επιστρέφουν στη μακροχρόνια αγορά. Η παράταση έως τις 31 Δεκεμβρίου 2027 βρίσκεται στο τραπέζι. Για την ενεργοποίηση του κινήτρου, το ακίνητο θα πρέπει να ήταν κενό για τουλάχιστον τρία χρόνια ή να είχε διατεθεί αποκλειστικά μέσω βραχυχρόνιας μίσθωσης. Δεν θα πρέπει να ξεπερνά τα 120 τ.μ., με ειδική πρόβλεψη για οικογένειες με περισσότερα παιδιά. Η μίσθωση πρέπει να αφορά κύρια κατοικία και να έχει διάρκεια τουλάχιστον τριών ετών.

Το οικονομικό όφελος είναι συγκεκριμένο. Για ενοίκιο 700 ευρώ τον μήνα, το ετήσιο εισόδημα φτάνει τα 8.400 ευρώ. Με συντελεστή 15%, ο φόρος ανέρχεται σε 1.260 ευρώ τον χρόνο. Σε τρία χρόνια, η απαλλαγή μεταφράζεται σε όφελος 3.780 ευρώ.

Νέα παράταση στον «πάγο» για τον ΦΠΑ των νεόδμητων

Στην πλευρά της αγοράς νέων κατοικιών, εξετάζεται η παράταση της αναστολής του ΦΠΑ 24% στην πρώτη πώληση νεόδμητων ακινήτων για ακόμη ένα ή δύο χρόνια. Παράλληλα, εξετάζεται η διατήρηση της αναστολής του φόρου υπεραξίας 15%.

Η επιλογή για τον ΦΠΑ συνδέεται με την ανάγκη να μην αυξηθεί περαιτέρω το κόστος αγοράς νέας κατοικίας σε μια αγορά όπου η προσφορά παραμένει περιορισμένη και το κόστος κατασκευής έχει αυξηθεί σημαντικά. Η επαναφορά του 24% θα μπορούσε να επιβαρύνει σημαντικά την τελική τιμή των νεόδμητων και να λειτουργήσει ανασταλτικά για νέες οικοδομικές επενδύσεις.

Διαφορετική είναι η επίδραση του φόρου υπεραξίας, καθώς αφορά τον πωλητή και όχι τον αγοραστή. Η επαναφορά του δεν σημαίνει αυτόματα αύξηση των τιμών. Σε μια αγορά με υψηλή ζήτηση, ο πωλητής μπορεί να επιχειρήσει να μετακυλίσει μέρος της επιβάρυνσης στην τιμή. Σε μια πιο αδύναμη αγορά, είναι πιθανότερο να απορροφήσει ο ίδιος το κόστος. Υπάρχει όμως και μια λιγότερο προφανής επίπτωση. Ο φόρος μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο την τιμή μιας συναλλαγής, αλλά και το αν η συναλλαγή θα πραγματοποιηθεί. Εάν ένας ιδιοκτήτης θεωρήσει ότι η φορολογική επιβάρυνση μειώνει σημαντικά το καθαρό όφελος από την πώληση, μπορεί να επιλέξει την αναβολή. Και σε μια αγορά όπου η προσφορά κατοικιών είναι ήδη περιορισμένη, κάθε αναβολή συναλλαγής σημαίνει λιγότερα διαθέσιμα ακίνητα.

Όλα αυτά συνθέτουν ένα αρκετά ευρύ πακέτο. Στη μία πλευρά βρίσκονται οι επιχειρήσεις, με την κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος, τη μείωση της προκαταβολής φόρου, τον χαμηλότερο συντελεστή κερδών και τις ασφαλιστικές εισφορές. Στη δεύτερη βρίσκονται οι ελεύθεροι επαγγελματίες, με ένα μοντέλο τεκμαρτής φορολόγησης που θα μπορούσε να επιβραβεύει τη συνέπεια.

Στην τρίτη βρίσκονται τα νοικοκυριά, μέσω του κατώτατου μισθού και του ΕΝΦΙΑ. Και στην τέταρτη, ίσως πιο πολιτικά ευαίσθητη, βρίσκεται η κατοικία: ενοίκια, κλειστά σπίτια, νεόδμητα και φόρος υπεραξίας. Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο τι μπορεί να γίνει. Είναι τι μπορεί να γίνει ταυτόχρονα. Γιατί το 2027 ο χρόνος θα λειτουργεί διαφορετικά. Οι φορολογικές ελαφρύνσεις που θα αποφασιστούν το επόμενο διάστημα θα πρέπει να έχουν δημοσιονομικά μετρήσιμο αποτέλεσμα, αλλά ταυτόχρονα να έχουν προλάβει να αποκτήσουν κοινωνικό αποτύπωμα.

Και εδώ βρίσκεται η πολιτική πίεση.Οσο πλησιάζει το εκλογικό ορόσημο, τόσο μεγαλώνει η αξία ενός μέτρου που δεν ανακοινώνεται απλώς, αλλά φαίνεται στον λογαριασμό, στη μισθοδοσία, στο ενοίκιο ή στη φορολογική δήλωση. Ο προϋπολογισμός του 2027, επομένως, δεν θα είναι μόνο ένας πίνακας εσόδων και δαπανών.

Θα είναι και το σημείο όπου θα συναντηθούν δύο διαφορετικές ανάγκες. Η ανάγκη της οικονομίας για χώρο και η ανάγκη της κυβέρνησης για πολιτικό αποτέλεσμα.