Η φετινή ΔΕΘ δεν θα είναι απλώς η παρουσίαση ενός πακέτου οικονομικών μέτρων. Θα είναι η πρώτη μεγάλη προαναγγελία της οικονομικής ατζέντας μιας εκλογικής χρονιάς. Το 2027 είναι έτος εκλογών και η κυβέρνηση γνωρίζει ότι οι παρεμβάσεις που θα εφαρμοστούν από την 1η Ιανουαρίου, αλλά και όσες θα ακολουθήσουν τα επόμενα χρόνια, μπορούν να διαμορφώσουν ένα σημαντικό πολιτικό και οικονομικό πλεονέκτημα.
Ο λογαριασμός των μέτρων που σχεδιάζονται για το 2027 κινείται στην περιοχή των 2 δισ. ευρώ. Είναι ένα ποσό που επιτρέπει στην κυβέρνηση να ανοίξει ένα ευρύ μέτωπο παρεμβάσεων, από τα νοικοκυριά και τους συνταξιούχους έως τους ελεύθερους επαγγελματίες και τις επιχειρήσεις.
Όμως το πραγματικό βάθος του σχεδιασμού βρίσκεται πέρα από τα 2 δισ. ευρώ του 2027. Στη ΔΕΘ αναμένεται να παρουσιαστεί ένας οδικός χάρτης για ολόκληρη την επόμενη τετραετία, έως το 2030. Μέτρα που θα ξεκινήσουν το 2027 θα συνεχίσουν να παράγουν δημοσιονομικό κόστος στους επόμενους προϋπολογισμούς, ενώ νέες παρεμβάσεις θα προστίθενται σταδιακά όσο δημιουργείται πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος.
Ετσι, η κυβέρνηση επιχειρεί να συνδυάσει το άμεσο με το μόνιμο. Παροχές που θα φανούν γρήγορα στην τσέπη των πολιτών μέσα στην εκλογική χρονιά και παράλληλα ένα πολυετές σχέδιο φορολογικών ελαφρύνσεων, μειώσεων εισφορών και επενδυτικών κινήτρων που θα εκτείνεται έως το 2030. Το πολιτικό όφελος είναι προφανές, αλλά η δημοσιονομική εξίσωση είναι δύσκολη, καθώς κάθε μόνιμη μείωση φόρου ή εισφοράς δεσμεύει πόρους και για τα επόμενα χρόνια.
Ελεύθεροι επαγγελματίες, εργαζόμενοι, συνταξιούχοι, ιδιοκτήτες ακινήτων και επιχειρήσεις
Στο επίκεντρο βρίσκονται ελεύθεροι επαγγελματίες, εργαζόμενοι, συνταξιούχοι, ιδιοκτήτες ακινήτων και επιχειρήσεις. Κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος, μείωση της προκαταβολής φόρου, χαμηλότερες εργοδοτικές εισφορές, αλλαγές στη φορολογία των ενοικίων και στον ΕΝΦΙΑ, παρεμβάσεις στο τεκμαρτό εισόδημα και κίνητρα για επενδύσεις συνθέτουν ένα πακέτο που μπορεί να αποκτήσει άμεσο εισοδηματικό αλλά και μακροχρόνιο αναπτυξιακό αποτύπωμα.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη πολιτική και οικονομική εξίσωση της φετινής ΔΕΘ. Πόσα μπορούν να επιστραφούν άμεσα στην κοινωνία στην εκλογική χρονιά του 2027 και πόσα μπορούν να δεσμευθούν με ασφάλεια για την επόμενη τετραετία, χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η δημοσιονομική σταθερότητα. Αν η κυβέρνηση καταφέρει να συνδυάσει τις άμεσες παροχές με ένα αξιόπιστο σχέδιο μόνιμων ελαφρύνσεων έως το 2030, τότε το πακέτο της ΔΕΘ μπορεί να αποτελέσει ένα από τα ισχυρότερα οικονομικά και πολιτικά της όπλα.
Το κρίσιμο στοιχείο του σχεδιασμού είναι ότι αρκετές από τις παρεμβάσεις δεν θα έχουν δημοσιονομικό αποτύπωμα μόνο το 2027. Η κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος, η μείωση των εργοδοτικών εισφορών, η πιθανή αλλαγή στην προκαταβολή φόρου ή μια νέα φορολογική κλίμακα για τα ενοίκια δημιουργούν μόνιμες επιδράσεις στα δημόσια έσοδα.
Η πλήρης κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για τις επιχειρήσεις εκτιμάται ότι θα κοστίζει περίπου 250 εκατ. ευρώ ετησίως, ενώ η νέα μείωση των εργοδοτικών εισφορών κατά 0,5 ποσοστιαία μονάδα περίπου 240 εκατ. ευρώ ετησίως.
Μόνο αυτά τα δύο μέτρα συνεπάγονται περίπου 485 εκατ. ευρώ ετήσιας δημοσιονομικής επιβάρυνσης. Και αυτό πριν υπολογιστούν οι επιπτώσεις από πιθανές αλλαγές στην προκαταβολή φόρου, στον ΕΝΦΙΑ, στη φορολογία των ενοικίων και στο τεκμαρτό εισόδημα.
Παράλληλα, η κυβέρνηση θα πρέπει να συνυπολογίσει τις βασικές πηγές εσόδων του προϋπολογισμού. Η προκαταβολή φόρου αποφέρει περίπου 3,54 δισ. ευρώ από τα νομικά πρόσωπα και 645 εκατ. ευρώ από τους ελεύθερους επαγγελματίες, ο ΕΝΦΙΑ περίπου 2,269 δισ. ευρώ, ενώ το τεκμαρτό σύστημα εκτιμάται ότι δημιουργεί περίπου 600 εκατ. ευρώ πρόσθετα έσοδα.
Η εξίσωση, επομένως, δεν αφορά μόνο το τι μπορεί να δοθεί το 2027. Αφορά και το πόσο δημοσιονομικό χώρο θα παραμένει διαθέσιμος κάθε χρόνο μέχρι το 2030.
Στο επιχειρηματικό σκέλος, η κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος αποτελεί την πρώτη μεγάλη παρέμβαση. Το τέλος, που θεσπίστηκε το 2011, έχει ήδη καταργηθεί από το 2025 για τους ελεύθερους επαγγελματίες, ενώ για τις επιχειρήσεις παραμένει στα 800 έως 1.000 ευρώ ετησίως.
Παράλληλα εξετάζεται η μείωση της προκαταβολής φόρου. Για τους ελεύθερους επαγγελματίες εξετάζεται υποχώρηση από το 55% στο 40%, ενώ για τις μικρές επιχειρήσεις συζητούνται χαμηλότερα ποσοστά, ανάλογα με τον κύκλο εργασιών.
Πρόκειται για μέτρα που δεν έχουν μόνο φορολογική διάσταση. Η κυβέρνηση θέλει να τα συνδέσει με την ανταγωνιστικότητα, την απασχόληση και την αύξηση των επενδύσεων, ώστε η μείωση του φορολογικού και ασφαλιστικού βάρους να επιστρέψει στην οικονομία μέσω μεγαλύτερης δραστηριότητας.
Στα νοικοκυριά, η αύξηση του κατώτατου μισθού και οι παρεμβάσεις στη φορολογία των ενοικίων αποτελούν βασικούς άξονες. Παράλληλα εξετάζονται νέες αλλαγές στον ΕΝΦΙΑ, ο οποίος παρά τις προηγούμενες μειώσεις εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική πηγή εσόδων για το Δημόσιο. Η στεγαστική πολιτική συμπληρώνει το πακέτο, με το «Σπίτι μου 3» να εξετάζεται ως επόμενο βήμα μετά το «Σπίτι μου 2».
