Πιερρακάκης: Ο ρυθμός ανάπτυξης 2% που ανέφερε ο πρωθυπουργός στη ΔΕΘ “δεν είναι ταβάνι”

"Η οικονομική πολιτική δεν μπορεί να γράφεται με βάση το εκλογικό ημερολόγιο" σημειώνει σε συνέντευξή του ο υπουργός Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης.

Κυριάκος Πιερρακάκης © consilium.europa.eu

Την παρουσίαση σύντομα 30 συγκεκριμένων επενδυτικών ευκαιριών, που μπορούν να φέρουν ως 20 δισ. νέες επενδύσεις, προαναγγέλει ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης, σε συνέντευξή του στην «Κ».

Ο υπουργός αναγνωρίζει την πρόκληση της αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου, λέγοντας ότι χρειαζόμαστε μεγαλύτερες επιχειρήσεις, με περισσότερες επενδύσεις στην τεχνολογία και περισσότερες εξαγωγές.

Υποστηρίζει, άλλωστε, ότι ο ρυθμός ανάπτυξης 2% που ανέφερε ο πρωθυπουργός στη ΔΕΘ «δεν είναι ταβάνι».

Ο πρωθυπουργός έθεσε ως στόχο την αύξηση της συμμετοχής της μεταποίησης στο 12% του ΑΕΠ, δηλαδή ουσιαστικά την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου. Τι σας κάνει να πιστεύετε ότι θα αλλάξει αυτή τη φορά, όταν δεν το πετύχαμε ύστερα από 36 δισ. ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης;

«Το Ταμείο Ανάκαμψης συνέβαλε στη χρηματοδότηση ενός επενδυτικού κύματος που η χώρα είχε να δει δεκαπέντε χρόνια. Και το αποτύπωμά του δεν τελειώνει με τη λήξη του Ταμείου. Οι επενδύσεις που έγιναν και γίνονται σήμερα θα παράγουν ανάπτυξη, θέσεις εργασίας και εισόδημα για πολλά χρόνια ακόμη.
Αυτό που αλλάζει είναι ότι έχουμε πλέον προϋποθέσεις που έλειπαν. Έχουμε επενδυτική βαθμίδα, υγιείς τράπεζες, δημοσιονομική αξιοπιστία και καλύτερη πρόσβαση σε κεφάλαια. Το κράτος θέτει προτεραιότητες σε στρατηγικούς τομείς, αλλά την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου θα την κάνουν κυρίως οι επιχειρήσεις.
Και εκεί έχουμε μια σημαντική πρόκληση. Χρειαζόμαστε επιχειρήσεις με μεγαλύτερη κλίμακα, μέσα και από συγχωνεύσεις και εξαγορές, που να μπορούν να επενδύουν περισσότερο στην τεχνολογία και να ενισχύουν την εξαγωγική παρουσία τους».

Σε αυτή την κατεύθυνση, δηλαδή, στην προτεραιοποίηση κλάδων με ισχυρό παραγωγικό αποτύπωμα, κινείται το “Invest Ahead”, που έχετε ανακοινώσει;

«Το Invest Ahead είναι ο επενδυτικός χάρτης της χώρας για την επόμενη δεκαετία. Ξεκινήσαμε το 2019 με τις επενδύσεις να είναι στο 11% του ΑΕΠ. Φέτος, η εκτίμηση του προϋπολογισμού είναι ότι θα φτάσουν στο 17,7%, όταν σε Ισπανία, Ιταλία και Πορτογαλία κινούνται γύρω στο 22%. Αυτές οι 4,3 μονάδες είναι παραγωγικότητα, μισθοί, δουλειές και εξαγωγές που μας λείπουν.
Εξετάσαμε την οικονομία κλάδο προς κλάδο και καταλήξαμε σε περίπου 30 συγκεκριμένες επενδυτικές ευκαιρίες, από την αφαλάτωση στα νησιά μέχρι τα ναυπηγεία για σκάφη πολυτελείας και τη μεταποίηση αγροτικών προϊόντων. Η δυνητική επίδραση φτάνει έως 20 δισ. ευρώ νέων επενδύσεων σε δέκα χρόνια και 20-25 δισ. ευρώ πρόσθετου εισοδήματος. Μιλάμε για συγκεκριμένες επενδυτικές προτάσεις, που θα παρουσιαστούν σύντομα στην αγορά».

Η εγκατάσταση της Millennium στην Ελλάδα παρουσιάζεται ως μεγάλη επιτυχία. Γιατί είναι τόσο σημαντική; Δεν είναι αποτέλεσμα προνομιακής φορολογικής μεταχείρισης; Τι προσφέρει στη χώρα;

«Η Millennium είναι ένας από τους μεγαλύτερους διαχειριστές κεφαλαίων διεθνώς. Η παρουσία της στην Ελλάδα σημαίνει θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης, τεχνογνωσία και ένα νέο χρηματοοικονομικό οικοσύστημα. Οι εταιρείες και οι εργαζόμενοί τους θα φορολογούνται κανονικά στην Ελλάδα. Αυτό που δημιουργούμε είναι ένα σταθερό και ανταγωνιστικό πλαίσιο, που προσελκύει διεθνείς επιχειρήσεις και στελέχη υψηλού επιπέδου. Και αυτό αφορά ιδιαίτερα τους νέους Έλληνες. Θέλουμε μια διεθνής καριέρα στα χρηματοοικονομικά να μπορεί να χτιστεί και από την Αθήνα. Το διεθνές κεφάλαιο και το ελληνικό ταλέντο να συναντιούνται εδώ. Το ίδιο μήνυμα στέλνει και ο Chris Rokos, επιλέγοντας την Ελλάδα τόσο για τη φορολογική του κατοικία όσο και για την παρουσία της εταιρείας του».

Λαμβάνετε μέτρα ελάφρυνσης για τους συνεπείς ελεύθερους επαγγελματίες, απαλλάσσοντάς τους από τις προσαυξήσεις στα τεκμήρια. Τελείωσε η μάχη κατά της φοροδιαφυγής;

«Μπορούμε να κάνουμε αυτή την αλλαγή ακριβώς επειδή η μάχη κατά της φοροδιαφυγής αποδίδει.

Με το myDATA, τα POS, τις ηλεκτρονικές συναλλαγές και την ηλεκτρονική τιμολόγηση, έχουμε πλέον πολύ καθαρότερη εικόνα της πραγματικής οικονομικής δραστηριότητας.

Η εφαρμογή του τεκμαρτού έδειξε ότι οι προσαυξήσεις 5% λόγω τζίρου και 10% λόγω μισθοδοσίας μπορούσαν να δημιουργήσουν αδικίες. Τις διορθώνουμε. Διατηρούμε, όμως, ως ελάχιστη βάση τον κατώτατο μισθό. Είναι εύλογο ένας ελεύθερος επαγγελματίας να μη δηλώνει συστηματικά λιγότερα από έναν εργαζόμενο που αμείβεται με τον κατώτατο μισθό.

Δεν χαλαρώνουμε απέναντι στη φοροδιαφυγή. Το αντίθετο. Όσο περισσότερα πραγματικά δεδομένα έχουμε, τόσο λιγότερο χρειαζόμαστε οριζόντια τεκμήρια.

Αυτή είναι η κατεύθυνσή μας. Από τις οριζόντιες παραδοχές να περάσουμε στη δικαιότερη φορολόγηση».

Δεν θα έπρεπε να τεθεί εισοδηματικό κριτήριο στον επενδυτικό λογαριασμό για τη νέα γενιά; Γιατί να ενισχύει το κράτος τις αποταμιεύσεις των οικονομικά ισχυρών; Και πώς προκύπτουν οι αποδόσεις που αναφέρετε στα παραδείγματά σας;

«Ο κουμπαράς για τη νέα γενιά, είναι μια μεταρρύθμιση. Είναι ένα μέτρο διαφορετικής φιλοσοφίας. Η οικογενειακή πολιτική έχει εργαλεία όπως το Α21, το επίδομα γέννησης και οι φορολογικές ελαφρύνσεις. Εδώ ο στόχος είναι κάθε παιδί να μπορεί να αποκτήσει ένα πρώτο κεφάλαιο ζωής.

Το κράτος αντιστοιχίζει ένα προς ένα ευρώ έως τα 1.200 ευρώ τον χρόνο. Για έναν εύπορο, αυτό το ποσό είναι περιορισμένο. Για μια οικογένεια που μπορεί να αποταμιεύσει 200 ή 300 ευρώ όμως, ο διπλασιασμός είναι ουσιαστικός.

Οι αποδόσεις που παρουσιάζουμε βασίζονται στο πλεονέκτημα του χρόνου. Δεκαοκτώ χρόνια επένδυσης και ανατοκισμού. Θα υπάρχουν, φυσικά, αυστηροί κανόνες και εποπτεία».

Η αύξηση των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων έχει από τα υψηλότερα δημοσιονομικά κόστη των μέτρων που ανακοινώσατε. Συμβαδίζει με την αύξηση της παραγωγικότητας του Δημοσίου;

«Πρέπει να ζητάμε περισσότερα από το Δημόσιο. Αλλά για να έχουμε καλύτερο Δημόσιο, πρέπει και να μπορούμε να προσελκύουμε και να κρατάμε ικανούς ανθρώπους.
Η παραγωγικότητα δεν είναι συνάρτηση μόνο του αριθμού των υπαλλήλων. Μετριέται με τον χρόνο εξυπηρέτησης, τη μείωση της γραφειοκρατίας, την ψηφιοποίηση, την αξιολόγηση και την αξιοποίηση της τεχνολογίας.

Η εμπειρία της ψηφιοποίησης απέδειξε ότι το κράτος μπορεί να λειτουργεί αποτελεσματικότερα. Καλύτερες αμοιβές και μεγαλύτερη παραγωγικότητα, λοιπόν, πρέπει να κινούνται μαζί».

Τα μέτρα της ΔΕΘ είναι εντός δημοσιονομικών ορίων, αλλά ακόμη και στελέχη του κόμματός σας θα ήθελαν περισσότερα. Τι απαντάτε;

«Όλοι θα θέλαμε να μπορούμε να κάνουμε περισσότερα. Η ευθύνη του υπουργού Οικονομικών, όμως, είναι κάθε μέτρο που ανακοινώνεται να μπορεί να χρηματοδοτείται και αύριο.
Το πακέτο έχει δημοσιονομικό αποτύπωμα 2,2 δισ. ευρώ το 2027 και περιλαμβάνει μόνιμες παρεμβάσεις. Και έχει σημασία να δούμε τι συμβαίνει γύρω μας. Πολλοί υπουργοί Οικονομικών στην Ευρώπη καλούνται σήμερα να περιορίσουν δαπάνες, να αυξήσουν φόρους ή να λάβουν μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής. Εμείς κινούμαστε στην αντίθετη κατεύθυνση: μειώνουμε φόρους και εισφορές και αυξάνουμε εισοδήματα, ως αποτέλεσμα της δημοσιονομικής προόδου των τελευταίων ετών, την οποία οφείλουμε να προστατεύσουμε.
Δημοσιονομική σοβαρότητα είναι να μην πάρεις πίσω αύριο όσα δίνεις σήμερα. Λαϊκισμός είναι να υπόσχεσαι από χρήματα που δεν υπάρχουν».

Εσείς προσωπικά, κ. Πιερρακάκη, αν δεν είχαμε εκλογές το 2027, πού θα επιλέγατε να κατευθυνθούν τα 2,2 δισ. ευρώ;

«Αν μια οικονομική πολιτική είναι σωστή, είναι σωστή είτε έχουμε εκλογές σε έξι μήνες είτε σε δύο χρόνια. Θα υποστήριζα, λοιπόν, ακριβώς τις ίδιες επιλογές. Θα επέλεγα ξανά τη μείωση του βάρους στην εργασία, τη στήριξη των συνταξιούχων και των δημοσίων λειτουργών, τα κίνητρα για επενδύσεις, την κατάργηση των τεκμηρίων και τη στήριξη της νέας γενιάς. Η οικονομική πολιτική δεν μπορεί να γράφεται με βάση το εκλογικό ημερολόγιο. Και δεν γράφεται».

Στόχος σας, σύμφωνα με τον πρωθυπουργό, είναι ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης πάνω από 2%. Το ΔΝΤ τον βλέπει μεσοπρόθεσμα στο 1,5%. Είστε ικανοποιημένοι με τις επιδόσεις αυτές, 1,5-2%, δεδομένου ότι χάσαμε το 25% του ΑΕΠ μας στην κρίση; Σε πόσα χρόνια θα φτάσουμε στα επίπεδα του 90% του μέσου όρου της Ε.Ε., που βρισκόμασταν τα πρώτα χρόνια του 2000;

«Δεν θεωρώ το 2% ταβάνι. Είναι μια βάση πάνω στην οποία πρέπει να χτίσουμε.

Η Ελλάδα έχασε περίπου το ένα τέταρτο του ΑΕΠ της στην κρίση, μαζί με επενδύσεις και ανθρώπινο κεφάλαιο. Ένα τέτοιο χάσμα δεν καλύπτεται σε λίγα χρόνια.
Η κατεύθυνση, βέβαια, έχει αλλάξει. Αναπτυσσόμαστε ταχύτερα από την ευρωζώνη, η ανεργία έχει μειωθεί σημαντικά και οι επενδύσεις αυξάνονται.

Η απάντηση βρίσκεται στην ταχύτερη αύξηση των επενδύσεων και της παραγωγικότητας. Δεν μας ενδιαφέρει απλώς να μεγαλώνει η οικονομία, αλλά να συγκλίνει σταθερά με την Ευρώπη».

Στην προεδρία του Eurogroup η θητεία σας φτάνει έως τον Ιούνιο του 2028. Το όραμα της περαιτέρω ευρωπαϊκής ενοποίησης, για παράδειγμα μέσω της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, θα έχει προχωρήσει ουσιαστικά έως τότε;

«Είμαι αισιόδοξος. Το πρόβλημα της Ευρώπης δεν είναι ότι δεν διαθέτει αποταμιεύσεις. Είναι ότι δεν καταφέρνει ακόμη να τις μετατρέψει σε επενδύσεις μέσα στην ίδια την Ευρώπη.
Η Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων προχωρά πλέον με μεγαλύτερη ταχύτητα, γιατί υπάρχει ευρεία συναίνεση ότι χωρίς επενδύσεις δεν μπορούμε να χρηματοδοτήσουμε την ανταγωνιστικότητα, την άμυνα και την τεχνολογική αυτονομία μας.

Η Τραπεζική Ένωση, όμως, μπορεί να αποδώσει πιο άμεσα, καθώς η ευρωπαϊκή οικονομία εξακολουθεί να χρηματοδοτείται σε μεγάλο βαθμό μέσω των τραπεζών. Χρειάζεται να διευκολύνουμε τις διασυνοριακές συγχωνεύσεις και εξαγορές, ώστε να δημιουργηθούν τράπεζες πραγματικά ευρωπαϊκής κλίμακας και, ταυτόχρονα, να απλοποιήσουμε το ρυθμιστικό πλαίσιο.
Χρειαζόμαστε μια Ευρώπη που θα μπορεί να χρηματοδοτεί η ίδια το μέλλον της».