Καθώς το κόστος ανατροφής ενός παιδιού στις ΗΠΑ ξεπερνά πλέον για πρώτη φορά τα 300.000 δολάρια ως την ενηλικίωση, χωρίς να υπολογίζονται τα δίδακτρα για το κολέγιο, πολλές οικογένειες στρέφονται στους μεγαλύτερους συγγενείς τους – και κυρίως τους συνταξιούχους παππούδες – για οικονομική βοήθεια.
Σύμφωνα με έρευνα του BMO Real Financial Progress Index, που αναμεταδίδει το Bloomberg, σχεδόν δύο στους πέντε γονείς μικρών παιδιών αναμένουν ότι μέσα στον επόμενο χρόνο θα λάβουν -ή θα ζητήσουν- οικονομική βοήθεια από τους γονείς ή τους παππούδες τους.
Από αυτούς, το 47% περιμένει χρηματική ενίσχυση για βασικές καθημερινές ανάγκες, ενώ το ένα τέταρτο εκτιμά ότι οι συγγενείς θα συνεισφέρουν στους λογαριασμούς αποταμίευσης των παιδιών τους.
Η στήριξη αυτή μπορεί να αποδειχθεί σημαντική. Γονείς που λαμβάνουν οικογενειακή βοήθεια δήλωσαν ότι εξοικονομούν κατά μέσο όρο 1.915 δολάρια τον χρόνο από φύλαξη παιδιών και babysitting και άλλα 1.443 δολάρια από τα ψώνια για τρόφιμα.
Για την 36χρονη Αμερικανίδα Gisele Ayora, μητέρα τριών παιδιών, η μεγαλύτερη οικονομική ανάσα ήρθε από τα πεθερικά της, αναφέρει ως παράδειγμα το ρεπορτάζ του Βloomberg.
Αγόρασαν για την οικογένειά της ένα σπίτι έξι υπνοδωματίων αξίας 600.000 δολαρίων στο Νιου Τζέρσεϊ, ζητώντας από το ζευγάρι να καταβάλλει περίπου 1.700 δολάρια τον μήνα, ποσό αντίστοιχο με το προηγούμενο ενοίκιό τους και περίπου το μισό από το κόστος ενός στεγαστικού δανείου.
Η πεθερά της αναλάμβανε επίσης τη φροντίδα των παιδιών όταν εκείνη εργαζόταν μέχρι αργά ή ταξίδευε.
Η γενναιοδωρία των Boomers-παππούδων έχει κόστος
Οι Baby Boomers -ή σκέτο Boomers- είναι η γενιά που γεννήθηκε περίπου από το 1946 έως το 1964, όταν σημειώθηκε μεγάλη αύξηση των γεννήσεων μετά τη λήξη του Β’ ΠΠ. Σήμερα είναι από 62 έως 80 ετών.
Η Lindsey Stanberry, ιδρύτρια ιστοσελίδας προσωπικών οικονομικών, επισημαίνει ότι οι Baby Boomers διαθέτουν σημαντικό πλούτο, την ώρα που τα ενήλικα παιδιά τους αντιμετωπίζουν εκρηκτικές δαπάνες για στέγαση και childcare. Για όσους παππούδες δεν έχουν αρκετές οικονομίες, όμως, η βοήθεια μπορεί να περιορίσει τις δικές τους δυνατότητες συνταξιοδότησης.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της 59χρονης Haron Marlee, η οποία υπολογίζει ότι μέσα σε έναν χρόνο ξόδεψε 24.000 δολάρια για πάνες, καύσιμα, ασφάλιση αυτοκινήτου και άλλες ανάγκες της 36χρονης κόρης της και των εγγονιών της. Από ημι-συνταξιούχος θεραπεύτρια έγινε τακτική babysitter και ανέλαβε ακόμη και βάρδιες ως μπαργούμαν.
«Αυτά τα βάρη άλλαξαν ουσιαστικά τα οικονομικά μου και τα σχέδιά μου για τη σύνταξη», ανέφερε. Αρχικά είχε μετακομίσει στη Φλόριντα, σχεδιάζοντας να εργάζεται μερικώς και να αφιερώνει περισσότερο χρόνο στην υγεία, την ευεξία και το τένις.
Οι οικονομικοί σύμβουλοι προειδοποιούν ότι η στήριξη των παιδιών δεν πρέπει να καταστρέφει την οικονομική ασφάλεια των γονέων.
Η Lorie Jones, ιδιοκτήτρια εταιρείας χρηματοοικονομικών συμβούλων στο Κολοράντο, εκτιμά ότι το 20% έως 25% των πελατών της καλύπτει σημαντικό μέρος των εξόδων των ενήλικων παιδιών του μέχρι τα τέλη των 20 ή ακόμη και τις αρχές των 30 ετών, κάτι πρωτοφανές για χώρες όπως οι ΗΠΑ, όπου η ανεξαρτησία των παιδιών άρχιζε πολύ νωρίτερα.
Το μήνυμα των ειδικών είναι σαφές: οι γονείς πρέπει πρώτα να προστατεύουν τη δική τους σύνταξη και να θέτουν συγκεκριμένα όρια στη βοήθεια. Η Marlee, μάλιστα, προτείνει να συμφωνείται εξαρχής ημερομηνία λήξης της οικονομικής στήριξης.
Η οικογενειακή αλληλεγγύη μπορεί να λειτουργήσει ως σωσίβιο σε μια δύσκολη περίοδο. Δεν μπορεί, όμως, να γίνει μόνιμη υποκατάσταση του εισοδήματος χωρίς συνέπειες για εκείνους που προσφέρουν τη βοήθεια.
