Ανοίγει ξανά το μέτωπο των λιμενικών τελών στον πόλεμο ΗΠΑ-Κίνας

Δέκα εβδομάδες πριν λήξει η εκεχειρία, η ναυτιλία βρίσκεται ξανά αντιμέτωπη με λιμενικά τέλη που μπορεί να κοστίσουν δισεκατομμύρια δολάρια

Ένα πλοίο μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων στο λιμάνι του Όκλαντ, στην Καλιφόρνια των ΗΠΑ © EPA/JOHN G. MABANGLO

Ο χρόνος μετρά αντίστροφα για τη ναυτιλία, καθώς σε περίπου δέκα εβδομάδες εκπνέει η συμφωνία αναστολής των αμοιβαίων λιμενικών τελών μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει υπάρξει νέα συμφωνία που θα αποτρέπει την επιστροφή τους.

Οι χρεώσεις είχαν τεθεί σε ισχύ στις 14 Οκτωβρίου 2025, όταν οι ΗΠΑ επέβαλαν πρόσθετα τέλη σε πλοία κινεζικής ιδιοκτησίας, διαχείρισης ή κατασκευής που προσέγγιζαν αμερικανικά λιμάνια. Το Πεκίνο απάντησε με αντίστοιχα μέτρα για πλοία αμερικανικής σημαίας ή κατασκευής, καθώς και για πλοία εταιρειών που ελέγχονται κατά τουλάχιστον 25% από Αμερικανούς πολίτες.

Λίγες εβδομάδες αργότερα, μετά τη συνάντηση Ντόναλντ Τραμπ και Σι Τζινπίνγκ στα τέλη Οκτωβρίου, οι δύο πλευρές συμφώνησαν σε αναστολή των τελών για έναν χρόνο, με ισχύ από τις 10 Νοεμβρίου 2025. Αυτό σημαίνει ότι, εάν δεν υπάρξει νέα συμφωνία, το προηγούμενο καθεστώς μπορεί να επανέλθει στις 9 Νοεμβρίου 2026.

Οι εταιρείες που βρίσκονται περισσότερο εκτεθειμένες

Η πιθανότητα επιστροφής των λιμενικών τελών επαναφέρει έναν σημαντικό πονοκέφαλο για τις μεγάλες ναυτιλιακές εταιρείες, οι οποίες πέρυσι είχαν αναγκαστεί να ανασχεδιάσουν δρομολόγια και να μετακινήσουν πλοία μεταξύ γραμμών προκειμένου να περιορίσουν τις επιβαρύνσεις.

Ιδιαίτερα εκτεθειμένες είναι οι κινεζικές COSCO Shipping και OOCL, καθώς η ιδιοκτησιακή τους βάση περιορίζει σημαντικά τις δυνατότητες αποφυγής των αμερικανικών χρεώσεων.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παραθέτει το Seatrade Maritime, εάν τα αμερικανικά τέλη είχαν παραμείνει σε ισχύ καθ’ όλη τη διάρκεια του 2026, η συνολική ετήσια επιβάρυνση για COSCO και OOCL θα μπορούσε να φθάσει περίπου τα 1,5 δισ. δολάρια.

Ανάλογη έκθεση έχουν η κινεζική Hede Shipping και η αμερικανική Matson στις γραμμές του Ειρηνικού, καθώς οι επιλογές τους να αποφύγουν τις χρεώσεις είναι περιορισμένες.

Η επαναφορά των τελών θα επηρέαζε επίσης την CMA CGM, μέσω της αμερικανικής θυγατρικής της APL και της υπηρεσίας Eagle Express 1, αλλά και τη Maersk, καθώς στη γραμμή TP7 χρησιμοποιούνται πλοία υπό αμερικανική σημαία.

Όταν μία προσέγγιση στο λιμάνι κοστίζει εκατομμύρια

Το μέγεθος του πιθανού κόστους είχε φανεί ήδη κατά την πρώτη εφαρμογή των μέτρων το 2025. Σύμφωνα με εκτιμήσεις πλοιοκτητών και μεσιτών που είχαν δημοσιευθεί τότε, ένα μεγάλο δεξαμενόπλοιο μπορούσε να βρεθεί αντιμέτωπο με λιμενικά τέλη περίπου 6,2 εκατ. δολαρίων, ενώ για ένα Capesize bulk carrier η επιβάρυνση μπορούσε να φθάσει τα 3,8 εκατ. δολάρια. Στα πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων, το πρόσθετο κόστος είχε υπολογιστεί έως και σε 180 δολάρια ανά TEU για φορτία που αναχωρούν από τη δυτική ακτή των ΗΠΑ.

Ιδιαίτερα εκτεθειμένη είχε θεωρηθεί και η αγορά των δεξαμενόπλοιων. Ανάλυση της Jefferies εκτιμούσε ότι περίπου το 16% των πλοίων μεταφοράς πετρελαϊκών προϊόντων και το 13% των δεξαμενόπλοιων αργού θα μπορούσαν να επηρεαστούν από τις νέες χρεώσεις. Καθοριστικό ρόλο παίζει και ο κινεζικός κανόνας που θεωρεί ως αμερικανικά τα πλοία εταιρειών στις οποίες αμερικανικά συμφέροντα ελέγχουν τουλάχιστον το 25% του μετοχικού κεφαλαίου, διευρύνοντας σημαντικά τον αριθμό των πλοίων που μπορεί να εμπίπτουν στο καθεστώς τελών.

Οι ανατροπές σε στόλους και δρομολόγια

Για τις εταιρείες που έχουν μεγαλύτερη ευελιξία, η βασική απάντηση θα ήταν πιθανότατα παρόμοια με εκείνη του 2025. Αναδιάταξη των στόλων ανάλογα με τη χώρα κατασκευής του πλοίου, τη σημαία, την ιδιοκτησία και τη διαχείρισή του.

Η πρώτη εφαρμογή των τελών είχε προκαλέσει σημαντικές εταιρικές κινήσεις, αρκετές από τις οποίες δεν ανατράπηκαν ακόμη και μετά την αναστολή των μέτρων.

Η Seaspan Corporation, για παράδειγμα, μετέφερε την έδρα της από το Χονγκ Κονγκ στη Σιγκαπούρη και πέρασε σημαντικό μέρος του στόλου της στο νηολόγιο της Σιγκαπούρης. Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και η Pacific Basin Shipping, η οποία επίσης άλλαξε σημαία σε μεγάλο μέρος των πλοίων της, ενώ η διοικητική της ομάδα έχει πλέον βάση στη Σιγκαπούρη.

Οι κινήσεις αυτές δείχνουν πόσο σοβαρά αντιμετώπισαν οι ναυτιλιακές το ενδεχόμενο μονιμοποίησης των λιμενικών χρεώσεων, καθώς το κόστος μπορούσε να φθάσει σε πολλά εκατομμύρια δολάρια ανά προσέγγιση, ανάλογα με τον τύπο και τα χαρακτηριστικά του πλοίου.

Η 9η Νοεμβρίου και το νέο τεστ για ΗΠΑ–Κίνα

Η προθεσμία του Νοεμβρίου έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι σχέσεις Ουάσιγκτον και Πεκίνου δοκιμάζονται εκ νέου, αυτή τη φορά και λόγω του Ιράν.

Η Κίνα παραμένει ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Τεχεράνης και βασικός αγοραστής ιρανικού αργού. Την ίδια στιγμή, οι ΗΠΑ έχουν εντείνει την πίεση προς όσους διευκολύνουν τις συναλλαγές που συνδέονται με τις ιρανικές εξαγωγές πετρελαίου.

Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ, προειδοποίησε ότι κινεζικές τράπεζες θα μπορούσαν να βρεθούν στο στόχαστρο εφόσον διευκολύνουν συναλλαγές που μετατρέπουν το ιρανικό πετρέλαιο σε έσοδα για την Τεχεράνη.

Στο επίκεντρο βρίσκεται πλέον και η αναμενόμενη νέα συνάντηση Τραμπ–Σι στις ΗΠΑ στα τέλη Σεπτεμβρίου, χωρίς ωστόσο να έχει ακόμη οριστικοποιηθεί η ημερομηνία.

Για τη ναυτιλία, πάντως, το κρίσιμο ορόσημο είναι η 9η Νοεμβρίου. Εάν μέχρι τότε δεν έχει επιτευχθεί νέα συμφωνία, τα λιμενικά τέλη μπορούν να επιστρέψουν και μαζί τους ένας λογαριασμός δισεκατομμυρίων δολαρίων, αλλά και ένας νέος γύρος αναδιάταξης πλοίων και δρομολογίων στις γραμμές μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου.