Βέττας: Ανοιχτό παραμένει το στοίχημα της ανάπτυξης

Άρθρο του Νίκου Βέττα στο Powergame.gr στο πλαίσιο του αφιερώματος «Η Ελλάδα μετά το Ταμείο Ανάκαμψης»

O γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ Νίκος Βέττας © ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI
Νίκος Βέττας

Γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ και καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών

Ο ρόλος του «Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας» ήταν κεντρικός στην ελληνική οικονομία κατά την τελευταία τριετία. Με επίδραση στα δημόσια έργα και τις υποδομές, καθώς και στις ιδιωτικές επενδύσεις, επηρέασε συνολικά το σχεδιασμό της οικονομικής πολιτικής, σε μακροοικονομικό, δημοσιονομικό και μικρό-οικονομικό επίπεδο. Ισχυρή επιπλέον επίδραση αναμένεται να έχει και για τουλάχιστον ένα ακόμη έτος. Με την ολοκλήρωση των δράσεων του Ταμείου, θα είναι σκόπιμο να υπάρξει συνολική αποτίμηση της επίδρασης που έχει υπάρξει στην πορεία της ελληνικής οικονομίας, αξιολόγηση των επιμέρους επιτυχιών και αστοχιών και διασύνδεση με προτεραιότητες πολιτικής κατά το επόμενο διάστημα.

Η επίδραση του Ταμείου Ανάκαμψης έχει εκδηλωθεί με τρείς τρόπους. Αρχικά, ήταν κρίσιμη η επίδραση σταθεροποίησης των προσδοκιών και μείωσης της αβεβαιότητας που είχε η δημιουργία του Ταμείου, στο πλαίσιο των γενικότερων ευρωπαϊκών πολιτικών, για μια οικονομία με υψηλό δημόσιο χρέος και υπό δημοσιονομική πίεση, όπως η Ελληνική. Σε συνέχεια της κρίσης της πανδημίας, η σχετική πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Ένωσης αφενός σηματοδότησε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να αφεθούν αβοήθητες οι αδύναμες οικονομίες και συνολικά η ΕΕ σε πιέσεις για την επιμέρους χρηματοδότησή τους και αφετέρου, ότι η ΕΕ είναι διατεθειμένη να προχωρήσει στα επόμενα βήματά της με κοινό δανεισμό και συντονισμό πολιτικών. Ως αποτέλεσμα, προσφέρθηκε σταθερότητα και στη δική μας οικονομία, μετριάστηκαν τα πλήγματα της πανδημίας, σε οικονομικό και ευρύτερο κοινωνικό επίπεδο, και υπήρξε και έμμεση εξομάλυνση της χρηματοδότησης στη χώρα και από ιδιωτικές πηγές.

Φυσικά, πέρα από την ισχυρή σηματοδότηση, ήταν κεντρικής σημασίας και η άμεση ενίσχυση των επενδύσεων, σε δημόσιες υποδομές αλλά και με την υποβοήθηση ιδιωτικών επενδύσεων σε κρίσιμες περιοχές, όπως για την διευκόλυνση της πράσινης μετάβασης και της ψηφιακής αναβάθμισης. Το επενδυτικό κενό στη χώρα, που συσσωρεύτηκε κατά τα χρόνια της κρίσης και βαθιάς ύφεσης, είναι τεράστιο και κάθε υποβοήθηση στην αύξηση των επενδύσεων είναι υψηλής σημασίας. Τόσο στην πλευρά των επιδοτήσεων όσο και στο δανειακό σκέλος, η ένεση των επιπλέον δισεκατομμυρίων ευρώ κατά τα τελευταία χρόνια στην ελληνική οικονομία συνεισέφερε στην άμβλυνση του προβλήματος της ακόμη ανεπαρκούς κεφαλαιακής της βάσης. Η επίδραση αυτή ήταν ακόμη σημαντικότερη εφόσον οι επενδύσεις κατευθύνθηκαν καταρχήν σε περιοχές υψηλότερης αποδοτικότητας.

Μια τρίτη επίδραση του Ταμείου Ανάκαμψης στην οικονομία ήταν μέσα από τις σχετικές μεταρρυθμίσεις. Από τη σύλληψή του, στις Βρυξέλλες, το Ταμείο δεν ήταν μόνο ένα χρηματοδοτικό εργαλείο, αλλά διαρθρώνονταν με «προ-απαιτούμενα μέτρα», έτσι ώστε μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις να λειτουργούν πολλαπλασιαστικά. Αυτές οι μεταρρυθμιστικές προτεραιότητες είχαν συμφωνηθεί ανάμεσα στην ΕΕ και τα κράτη-μέλη.

Πού βρισκόμαστε σήμερα; Η επίδραση του Ταμείου έχει υπάρξει γενικά θετική, μέσα από τα τρία κανάλια που αναφέρθηκαν παραπάνω. Σε ποιο βαθμό, στην ενίσχυση των επενδύσεων ή την ενίσχυση της μεταρρυθμιστικής δυναμικής θα μπορούσε να υπάρξει μεγαλύτερος βαθμός επιτυχίας είναι κάτι που απομένει και πρέπει να αποτιμηθεί. Άλλωστε, πολλές από τις δράσεις ακόμη εκκρεμούν και η ολοκλήρωσή τους μπορεί να κρίνει τον βαθμό επιτυχίας.

Σε κάθε περίπτωση όμως, είναι σαφές ότι η ελληνική οικονομία διέρχεται μια περίοδο σταθερότητας, και σε αυτό έχει συμβάλει κρίσιμα και το Ταμείο Ανάκαμψης. Εξίσου σαφές, όμως, είναι πως δεν έχει δημιουργηθεί ακόμη μια βάση που να διασφαλίζει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης της οικονομίας στη συνέχεια. Θα πρέπει να αναζητηθούν τρόποι ενδυνάμωσης της εγγενούς αναπτυξιακής δυναμικής, μαζί με καλύτερη χρησιμοποίηση των επόμενων ευρωπαϊκών προγραμμάτων χρηματοδότησης και πόρων, πολλά από τα οποία θα κινούνται σε ανταγωνιστική βάση και θα απαιτούν ακόμη υψηλότερο βαθμό εθνικής προετοιμασίας. Το στοίχημα της εμπέδωσης ισχυρότερων αναπτυξιακών χαρακτηριστικών στην ελληνική οικονομία, με βελτίωση της καινοτόμου παραγωγής και της εξωστρέφειας, παραμένει ανοικτό.