Τα τελευταία χρόνια, κατά τα οποία η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε φάση σημαντικής ανάπτυξης, ο κλάδος του real estate διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο, τροφοδοτώντας την εθνική οικονομία και παράγοντας προστιθέμενη αξία που διαχέεται διατομεακά. Το θετικό οικονομικό κλίμα δημιουργεί ολοένα αυξανόμενη ζήτηση για νέους χώρους εργασίας, κατοικίας, εμπορίου και φιλοξενίας, ενεργοποιώντας σημαντικά επενδυτικά κεφάλαια και επιταχύνοντας τον μετασχηματισμό του κτιριακού αποθέματος.
Η εκτίμησή μας είναι ότι αυτή η τάση θα συνεχιστεί, καθώς οι προβλέψεις για τον ρυθμό ανάπτυξης του ελληνικού ΑΕΠ, τα επόμενα χρόνια, παραμένουν θετικές και αναμένεται να κινηθούν άνω του 2%, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδας. Ταυτόχρονα, η εγχώρια αγορά Real Estate εξακολουθεί να κινείται χαμηλότερα από τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους, γεγονός που υποδηλώνει περιθώρια περαιτέρω ανάπτυξης και σύγκλισης. Αυτή η πραγματικότητα λειτουργεί ως κίνητρο και ενισχύει το διεθνές επενδυτικό ενδιαφέρον για τη χώρα. Άλλωστε, το γεγονός ότι η ελληνική οικονομία είναι πλέον ελκυστικός προορισμός για διεθνή κεφάλαια και επενδύσεις αποτυπώνεται στατιστικά με τη μεγάλη αύξηση των Ξένων Άμεσων Επενδύσεων, σε σχέση με το 2024. Επιπλέον, ακόμα και μετά την εξάντληση του χρονικού ορίζοντα του Ταμείου Ανθεκτικότητας και Ανάκαμψης, το οποίο η χώρα μας αξιοποιεί αποδοτικά, η ΤτΕ προβλέπει σημαντικά αυξημένες ιδιωτικές επενδύσεις, στοιχείο που είναι ικανό να διατηρήσει τους υπάρχοντες υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, ακόμα και χωρίς το θετικό αναπτυξιακό σοκ των χορηγήσεων και των δανείων του RRF. Η μεγέθυνση του μεριδίου του ιδιωτικού τομέα, μεταβάλλει τον λόγο των ιδιωτικών προς τις δημόσιες επενδύσεις, επιβεβαιώνοντας το μετασχηματισμό της οικονομίας.
Η ελληνική αγορά μπορεί να υπολείπεται σε επίπεδο τιμών των ευρωπαϊκών μέσων όρων, ωστόσο αντιμετωπίζει παρόμοιες διαρθρωτικές προκλήσεις. Για εμάς, που διαβλέψαμε έγκαιρα τη σημασία του βιοκλιματικού σχεδιασμού και των «πράσινων» πρακτικών, η αυξανόμενη ζήτηση για πιστοποιημένα, φιλικά προς το περιβάλλον κτίρια δεν αποτελεί έκπληξη. Αντίθετα, επιβεβαιώνει μια στρατηγική επιλογή που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ταυτότητάς μας. Η ενεργειακή αποδοτικότητα, η ορθολογική διαχείριση των υδάτινων πόρων και η ευεξία στους χώρους όπου ζούμε και εργαζόμαστε διαμορφώνουν πλέον τις απαιτήσεις της αγοράς και θα συνεχίσουν να καθορίζουν τη δυναμική της τα επόμενα χρόνια.
Ο κύριος παράγοντας που τροφοδοτεί την αισιοδοξία μας είναι η βελτίωση των μακροοικονομικών δεικτών και η εδραίωση της αναπτυξιακής τροχιάς της χώρας. Παρότι διεθνοπολιτικοί παράγοντες, όπως οι δασμοί και οι γεωπολιτικές συγκρούσεις, ενδέχεται να επηρεάσουν τη διεθνή οικονομική δραστηριότητα, αξιολογούμε διαρκώς τις συνθήκες, διατηρώντας τεκμηριωμένη αισιοδοξία και αναλαμβάνοντας λελογισμένα ρίσκα.
Η θετική φάση της ελληνικής οικονομίας, σε συνδυασμό με τα περιθώρια σύγκλισης της εγχώριας αγοράς ακινήτων με τους διεθνείς μέσους όρους και την αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, διαμορφώνουν ένα στέρεο υπόβαθρο για την επόμενη ημέρα του Real Estate, το οποίο θα συνεχίσει να αποτελεί βασικό πυλώνα της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας.
Το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας λειτούργησε ως καταλύτης για τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής οικονομίας, επιταχύνοντας κρίσιμες μεταρρυθμίσεις, κινητοποιώντας ιδιωτικά κεφάλαια και δημιουργώντας ένα περιβάλλον αυξημένης επενδυτικής εμπιστοσύνης. Η αξιοποίησή του υπήρξε ουσιαστική και αποτελεσματική, συμβάλλοντας καθοριστικά στη διαμόρφωση ενός νέου παραγωγικού και επενδυτικού προτύπου και η ελληνική οικονομία έχει πλέον διαμορφώσει εσωτερική και οργανική δυναμική. Η ενίσχυση των ιδιωτικών επενδύσεων, η βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών και η αποκατάσταση της διεθνούς αξιοπιστίας της χώρας δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ένα αναπτυξιακό άλμα με διατηρήσιμα χαρακτηριστικά. Με άλλα λόγια, το RRF αποτέλεσε τον επιταχυντή, η πορεία όμως που έχει χαράξει πλέον η ελληνική οικονομία δείχνει ότι μπορεί να συνεχίσει με σταθερότητα και αυτοπεποίθηση, αξιοποιώντας τις δικές της δυνάμεις και το ενισχυμένο επενδυτικό της αποτύπωμα.