Καμπανάκι κινδύνου της IBM για τις τεχνολογικές εταιρείες που μένουν έξω από την κούρσα της AI

Η στροφή των επιχειρήσεων προς υποδομές ΑΙ πιέζει τις παραδοσιακές εταιρείες λογισμικού, καθώς τα διαθέσιμα επενδυτικά κεφάλαια δεν επαρκούν για όλους

Γραφεία της IBM στις ΗΠΑ © IBM

Η προειδοποίηση της IBM για πωλήσεις πολύ χαμηλότερες των προσδοκιών, μετά την πρόσφατη πτώση τριμήνου και την παραδοχή του CEO ότι «αποτύχαμε», αναδεικνύει όλο και πιο έντονα το χάσμα ανάμεσα στους μεγάλους κερδισμένους της τεχνητής νοημοσύνης και στις υπόλοιπες εταιρείες του τεχνολογικού κλάδου, ως μία ημέρα κρίσης.

Η IBM ανακοίνωσε αυτή την εβδομάδα ότι δεν είχε προβλέψει πως οι πελάτες της θα μετατόπιζαν τις δαπάνες τους από τα προϊόντα της προς διακομιστές, συστήματα αποθήκευσης και μνήμες που χρησιμοποιούνται στην υπολογιστική τεχνητής νοημοσύνης.

Η μετοχή της κατέρρευσε κατά 25%, στη χειρότερη ημερήσια επίδοσή της από τότε που υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία, από τη δεκαετία του 1960.

Σε ευρύτερο επίπεδο, ωστόσο, η εξέλιξη αποκαλύπτει πώς η σημερινή χρηματιστηριακή εμμονή με την AI ανατρέπει τις ισορροπίες για μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες που προσφέρουν δημοφιλή προϊόντα και υπηρεσίες, χωρίς να βρίσκονται στην καρδιά της νέας επενδυτικής έκρηξης.

«Δεν είναι απλά ένα εμπόδιο»

«Δεν είναι απλώς ένα εμπόδιο, είναι σαν σφυρί», δήλωσε ο Brian Mulberry, επικεφαλής στρατηγικής αγορών στην Zacks Investment Management.

Όπως εξήγησε, η ζήτηση για άλλες τεχνολογικές υπηρεσίες εξακολουθεί να υπάρχει, όμως οι επιχειρήσεις διαθέτουν περιορισμένο κεφάλαιο για επενδύσεις και η τεχνητή νοημοσύνη απορροφά ολοένα μεγαλύτερο μέρος του.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της διάκρισης αποτελούν οι κολοσσοί του λογισμικού Salesforce και ServiceNow, οι οποίοι προσφέρουν εργαλεία για τη διαχείριση πωλήσεων, ανθρώπινου δυναμικού και λειτουργιών πληροφορικής. Οι μετοχές τους έχουν χάσει περίπου το ένα τρίτο της αξίας τους φέτος και συγκαταλέγονται στις 20 χειρότερες επιδόσεις του δείκτη S&P 500.

Την ίδια ώρα, ο δείκτης ημιαγωγών του Philadelphia Stock Exchange έχει ενισχυθεί κατά 68% το 2026 και κινείται προς την καλύτερη χρονιά του από το 2009, παρά την πρόσφατη υποχώρηση 19% από το ιστορικό υψηλό της 22ας Ιουνίου.

«Κομβική στιγμή για το τεχνολογικό trade»

Για τον Mulberry, η είδηση της IBM αποτέλεσε «κομβική στιγμή για το τεχνολογικό trade». Η εξέλιξη υπογραμμίζει ότι οι επιχειρήσεις υποβαθμίζουν παραδοσιακά προϊόντα και υπηρεσίες τεχνολογίας και δίνουν προτεραιότητα σε υποδομές τεχνητής νοημοσύνης και λογισμικό κυβερνοασφάλειας.

Η ζήτηση για τις συγκεκριμένες κατηγορίες ενισχύεται, μεταξύ άλλων, επειδή η ίδια η ανάπτυξη της AI δημιουργεί νέους κινδύνους για την εταιρική ασφάλεια. Παράλληλα, το αυξανόμενο κόστος των υποδομών, ιδιαίτερα οι εκρηκτικές τιμές των μνημών, αναγκάζει τις επιχειρήσεις να επανεξετάσουν τις δαπάνες τους σε άλλους τομείς.

Σύμφωνα με τον αναλυτή της Bloomberg Intelligence, Anurag Rana, την πίεση είναι πιθανό να αισθανθούν και εταιρείες όπως η Workday και η SAP. Παράλληλα, βασικοί δείκτες της τεχνολογικής αγοράς, όπως τα ανεκτέλεστα υπόλοιπα συμβολαίων cloud και οι νέες πωλήσεις συνδρομών, ενδέχεται να αποδειχθούν χαμηλότεροι από τις προβλέψεις της Wall Street καθώς οι εταιρείες ανακοινώνουν τα αποτελέσματά τους.

Η αδυναμία αυτή, προειδοποιεί ο Rana, μπορεί να ερμηνευθεί ως ένδειξη ότι η τεχνητή νοημοσύνη διαταράσσει τις βασικές δραστηριότητες των εταιρειών λογισμικού, ασκώντας ακόμη μεγαλύτερη πίεση στις αποτιμήσεις του κλάδου.

Πτώση στον κλάδο λογισμικού και υπηρεσιών

Η Wall Street μειώνει ήδη τις εκτιμήσεις της για τον τομέα λογισμικού και υπηρεσιών. Η αύξηση των κερδών για το 2027 εκτιμάται πλέον στο 16,5%, πρόβλεψη που υποχωρεί σταθερά εδώ και επτά εβδομάδες.

Ο δείκτης εταιρειών software-as-a-service έχει χάσει 27% φέτος, έναντι πτώσης 11% για τον ευρύτερο δείκτη λογισμικού και ανόδου 15% για τον τεχνολογικά βαρύ Nasdaq 100.

Οι μετοχές λογισμικού είχαν ήδη πιεστεί από την υπόθεση ότι μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης από εταιρείες όπως η Anthropic και η OpenAI θα μπορούσαν τελικά να αντικαταστήσουν μέρος των εφαρμογών που σήμερα πωλούν οι παραδοσιακοί πάροχοι.

Επιπλέον, η εκτόξευση του κόστους των μνημών αποτελεί ίσως τον σημαντικότερο κίνδυνο για τις εταιρείες που μένουν έξω από την άμεση κούρσα της AI. Η ζήτηση έχει ξεπεράσει τόσο πολύ την προσφορά για κατασκευαστές όπως η Micron Technology και η Sandisk, ώστε οι τιμές των εξαρτημάτων έχουν εκτοξευθεί, συμπαρασύροντας και τις μετοχές τους.

Υψηλότερο κόστος για εταιρείες που επενδύουν σε ΑΙ

Το αποτέλεσμα είναι ότι οι εταιρείες που επενδύουν σε υποδομές τεχνητής νοημοσύνης αντιμετωπίζουν υψηλότερο κόστος, γεγονός που περιορίζει τα διαθέσιμα κεφάλαια για άλλες τεχνολογικές δαπάνες.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η κυβερνοασφάλεια αποτελεί τη μεγάλη εξαίρεση στον χώρο του λογισμικού. Οι μετοχές του κλάδου επωφελούνται από την αυξανόμενη ανησυχία για τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης σε κυβερνοεπιθέσεις, με τον σχετικό δείκτη να έχει ενισχυθεί κατά 46% φέτος και να έχει φτάσει σε ιστορικό υψηλό.

«Η αγορά πλέον σκέφτεται περισσότερο με όρους νικητών και ηττημένων, αντί να αντιμετωπίζει ολόκληρο τον κλάδο του λογισμικού με τον ίδιο τρόπο», δήλωσε η Sara Araghi, ανώτατη αντιπρόεδρος και διαχειρίστρια χαρτοφυλακίου στη Franklin Equity.

Πιθανές ευκαιρίες για επενδυτές

Η μεγάλη πτώση των τιμών, πάντως, δημιουργεί και πιθανές ευκαιρίες για επενδυτές που αναζητούν εταιρείες λογισμικού σε χαμηλότερες αποτιμήσεις.

Ο δείκτης software-as-a-service διαπραγματεύεται περίπου 15 φορές τα εκτιμώμενα κέρδη των επόμενων 12 μηνών, κοντά στο χαμηλότερο επίπεδό του και σε ακραία έκπτωση έναντι του μέσου όρου της τελευταίας δεκαετίας.

Παρά τις χαμηλές αποτιμήσεις, αρκετοί επαγγελματίες της Wall Street παραμένουν επιφυλακτικοί. Όπως χαρακτηριστικά σχολίασε ο Eric Clark, επικεφαλής επενδύσεων στην Accuvest Global Advisors, ο κλάδος του λογισμικού θυμίζει κολύμπι σε νερά όπου όλοι γνωρίζουν ότι υπάρχουν πιράνχας, χωρίς όμως να ξέρουν πού ακριβώς βρίσκονται.

Οι μετοχές, εκτιμά, χρειάζονται ένα πραγματικά εντυπωσιακό τρίμηνο που θα δείξει στους επενδυτές ποιες επιχειρήσεις διαθέτουν ισχυρή προοπτική. Διαφορετικά, θα πρέπει να γίνουν τόσο φθηνές ώστε το περιθώριο ασφαλείας να είναι αρκετά μεγάλο για να επιστρέψουν οι αγοραστές.