Το 2023 ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης (ΑΙ) πέρασε τις εξετάσεις για την άσκηση δικηγορίας. Το 2025 η ίδια τεχνολογία βοήθησε επιστήμονες να εντοπίσουν μια πιθανή αιτία της νόσου Αλτσχάιμερ. Τον περασμένο Μάιο έλυσε ένα μαθηματικό πρόβλημα που είχε προβληματίσει τους ειδικούς επί ογδόντα χρόνια. Και τον περασμένο μήνα δύο συστήματα υπό δοκιμή ξέφυγαν από τον έλεγχο και παραβίασαν τη βάση δεδομένων μιας εταιρείας. Οι New York Times καταγράφουν τη διαδοχή αυτή ως την προμετωπίδα μιας ανάπτυξης υποδομών ύψους ενός τρισεκατομμυρίου δολαρίων, η οποία θα μπορούσε να ανταγωνιστεί την κατασκευή των σιδηροδρόμων και το Πρόγραμμα Μανχάταν που δημιούργησε την ατομική βόμβα.
Πίσω από κάθε τεχνολογικό άλμα βρίσκεται ένα αντίστοιχο άλμα στην υπολογιστική ισχύ. Σήμερα υπάρχουν περίπου 20 εκατομμύρια τσιπ τεχνητής νοημοσύνης στοιβαγμένα σε κέντρα δεδομένων ανά τον κόσμο, σύμφωνα με την ερευνητική εταιρεία Epoch AI, την οποία επικαλείται η αμερικανική εφημερίδα. Ο αριθμός αυτός διπλασιάζεται περίπου κάθε εννέα μήνες, γεγονός που θέτει τον πλανήτη σε τροχιά ώστε στο τέλος του 2028 να διαθέτει περί τα 200 εκατομμύρια τέτοια τσιπ, δεκαπλάσια σε σύγκριση με τα σημερινά επίπεδα. Από τις Μεσοδυτικές Πολιτείες των ΗΠΑ μέχρι τον Περσικό Κόλπο, εκατοντάδες μεγάλα κέντρα δεδομένων βρίσκονται ήδη υπό κατασκευή.
«Πρόκειται για τη μεγαλύτερη ανάπτυξη υποδομών στην ιστορία της ανθρωπότητας», δηλώνει στους New York Times ο Ρομπ Γουάχεν, συνιδρυτής της εταιρείας μικροτσίπ Etched, η οποία έχει αντλήσει περισσότερα από 1 δισ. δολάρια προκειμένου να ανταποκριθεί στη ζήτηση εξαρτημάτων. Ο Πίτερ Ντε Σάντις, επικεφαλής θεμελιωδών μοντέλων στην Amazon, η οποία τροφοδοτεί με υπολογιστική ισχύ τις Anthropic και OpenAI, αναφέρει ότι ο όμιλος διπλασίασε τη δυναμικότητά του από το 2022 και θα τη διπλασιάσει ξανά μέχρι το επόμενο έτος. «Είναι δύσκολο να συλλάβει κανείς το μέγεθος», λέει.
Κούρσα με φρενήρεις ρυθμούς
Η έκρηξη τροφοδοτείται από την πεποίθηση ότι η τεχνητή νοημοσύνη επιλύει ολοένα και πιο περίπλοκες εργασίες όσο περισσότερα δεδομένα και υπολογιστική ισχύς της παρέχονται. Η αρχή αυτή, γνωστή ως Νόμοι Κλιμάκωσης (Scaling Laws), έχει γίνει η κινητήρια δύναμη της εποχής, καθώς όσοι διαθέτουν τη μεγαλύτερη ισχύ θα δημιουργήσουν τα πιο προηγμένα συστήματα και θα αποσπάσουν το μεγαλύτερο μερίδιο κερδών. Η μεγαλύτερη μηχανή, λένε οι ηγέτες του κλάδου, θα κερδίσει την κούρσα.
Οι προβλέψεις γίνονται πιο τολμηρές. Ο Ντάριο Αμοντέι, διευθύνων σύμβουλος της Anthropic, έχει δηλώσει ότι, αν οι νόμοι εξακολουθήσουν να ισχύουν για ακόμη ένα ή δύο χρόνια, η τεχνολογία θα μπορεί να εκτελεί τεράστιο όγκο εργασίας υπαλλήλων γραφείου. Ο Ντέμης Χασάμπης, επικεφαλής του εργαστηρίου DeepMind της Google, έγραψε πρόσφατα ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να φέρει «10 φορές τη Βιομηχανική Επανάσταση με 10 φορές μεγαλύτερη ταχύτητα». Η καμπύλη των ημιαγωγών είναι εξίσου απότομη, αφού τον Μάρτιο του 2024 ο κόσμος διέθετε περίπου 2,4 εκατομμύρια τσιπ σε «ισοδύναμα H100», τη μονάδα μέτρησης που παραπέμπει στον ημιαγωγό τον οποίο κυκλοφόρησε η Nvidia το 2022.
Το τίμημα σε ρεύμα, γη και χρήμα
Η δημιουργία ενός μοντέλου αιχμής, διαδικασία γνωστή ως training run, απαιτεί δεκάδες χιλιάδες εξειδικευμένα τσιπ και μπορεί να κοστίσει εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια, ενώ στη συνέχεια ένα ευρύτερο δίκτυο εγκαταστάσεων αναλαμβάνει την εξαγωγή συμπερασμάτων, το inference, δηλαδή τις απαντήσεις σε πραγματικό χρόνο.
Το ενεργειακό αποτύπωμα είναι ήδη τεράστιο. Πέρυσι τα κέντρα δεδομένων κατανάλωσαν παγκοσμίως 64 γιγαβάτ ηλεκτρικής ισχύος, περίπου όσο όλη η Γερμανία, σύμφωνα με την εταιρεία ερευνών αγοράς Semi Analysis. Μέχρι το τέλος του 2030 η ποσότητα αυτή αναμένεται να τετραπλασιαστεί, ξεπερνώντας την ισχύ που χρησιμοποιούν όλες οι χώρες της Νότιας Αμερικής και της Αφρικής μαζί. Στα πιο προηγμένα κέντρα δεδομένων, κάθε γιγαβάτ ισχύος αντιστοιχεί σε κόστος 40 έως 60 δισ. δολαρίων, συμπεριλαμβανομένων των διακομιστών, της γης, των συνδέσεων και της διασύνδεσης με τα δίκτυα κοινής ωφέλειας.
Η αλλαγή κλίμακας αποτυπώνεται και στα μεγέθη των αμερικανικών μονάδων. Σήμερα η μέγιστη δυναμικότητα φτάνει τα 750 μεγαβάτ και η μέση τα 49 μεγαβάτ, ενώ για όσες σχεδιάζονται μετά το 2026 η μέγιστη ανεβαίνει στα 9.700 μεγαβάτ και η μέση στα 235 μεγαβάτ, σύμφωνα με την Cleanview. Το 2024 η xAI του Έλον Μασκ άνοιξε εγκατάσταση πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων στο Μέμφις, με περισσότερα από 100.000 τσιπ και δικές της τουρμπίνες φυσικού αερίου, ενώ το 2028 η Microsoft υπολογίζει ότι θα έχει ολοκληρώσει κέντρο στο Ουισκόνσιν πάνω από 100 φορές ισχυρότερο από τα μηχανήματα με τα οποία κατασκευάστηκε το 2022, κοντά στο Ντε Μόιν, η πρώιμη έκδοση του ChatGPT.
Οι φόβοι για φούσκα και το κίνημα διαμαρτυρίας
Η ανάπτυξη προκαλεί και αντιδράσεις, με διαμαρτυρίες σε πολλές κοινότητες για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, την άνοδο των τιμών του ρεύματος και την εξάντληση των υδάτινων πόρων. Τα κέντρα δεδομένων διαμορφώνονται σε μείζον θέμα για τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου στις ΗΠΑ, καθώς πια πανεθνικό καθίσταται το κίνημα που στρέφεται εναντίον της τεχνολογικής βιομηχανίας.
Οικονομολόγοι και επενδυτές ανησυχούν ότι οι εταιρείες δαπανούν χρήματα ταχύτερα απ’ όσο μπορούν να αποκομίσουν κέρδη. Οι New York Times υπενθυμίζουν ότι η έκρηξη των σιδηροδρόμων τον 19ο αιώνα, ο εξηλεκτρισμός τη δεκαετία του 1920 και η φούσκα των dot-com στα τέλη της δεκαετίας του 1990 σημαδεύτηκαν από υφέσεις και χρηματιστηριακές καταρρεύσεις. «Κάθε φορά που είχαμε μια τεχνολογική επανάσταση, ακολούθησε μιας φούσκα που έσκασε», δηλώνει ο Philippe Aghion, ο οποίος κέρδισε το Νόμπελ Οικονομικών το 2025 για έρευνα στην καινοτομία και την οικονομική ανάπτυξη.
Ενδείξεις επιβράδυνσης πάντως δεν υπάρχουν. Μέχρι το 2029 οι επενδύσεις σε υποδομές τεχνητής νοημοσύνης προβλέπεται να ξεπεράσουν παγκοσμίως το 1 τρισ. δολάρια, από 318 δισ. δολάρια πέρυσι, σύμφωνα με την εταιρεία ερευνών αγοράς IDC, ποσό που αντιστοιχεί στην παραγωγή της Ελβετίας, της 20ής μεγαλύτερης οικονομίας στον κόσμο. «Αυτές οι εταιρείες βρίσκονται ουσιαστικά σε μια κούρσα εξοπλισμών τεχνητής νοημοσύνης», σχολιάζει ο Carl Benedikt Frey, οικονομολόγος στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. «Αν δεν επενδύσουν, παραδέχονται την ήττα τους».
Το αμερικανικό προβάδισμα και η κινεζική μηχανή
Οι ΗΠΑ φιλοξενούν περίπου 5.500 κέντρα δεδομένων, περίπου δεκαπλάσια απ’ όσα διαθέτει η αμέσως επόμενη χώρα. Οι Amazon, Google, Microsoft και Meta ελέγχουν περίπου το 80% της παγκόσμιας υπολογιστικής ισχύος που κινεί την τεχνητή νοημοσύνη, σύμφωνα με την Epoch AI, ενώ μόνο η Google εκτιμάται ότι διαθέτει τετραπλάσια τσιπ από όλες τις κινεζικές εταιρείες μαζί. Οι Amazon, Google, Microsoft, Meta και Oracle προβλέπεται να δαπανήσουν φέτος περίπου 750 δισ. δολάρια σε κέντρα δεδομένων, τσιπ και άλλες υποδομές, έναντι περίπου 400 δισ. δολαρίων πέρυσι, σύμφωνα με τη Goldman Sachs.
Η Κίνα προσπαθεί να κλείσει την ψαλίδα. Οι κινεζικές εταιρείες διέθεταν περίπου 1,16 εκατομμύρια ισοδύναμα τσιπ H100 στο τέλος του 2025, από περίπου 244.000 στις αρχές του 2024, χωρίς οι αριθμοί να περιλαμβάνουν λαθραία εισαγόμενα τσιπ και υπεράκτιους υπολογιστικούς πόρους, σύμφωνα με την Epoch AI. Η Εθνική Υπηρεσία Ενέργειας της χώρας εκτιμά ότι η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας για κέντρα δεδομένων θα φτάσει το ισοδύναμο περίπου 91 γιγαβάτ έως το 2030, ή περίπου το 6% της συνολικής κατανάλωσης, από 19 γιγαβάτ πέρυσι.
Το χάσμα φαίνεται στις μεγαλύτερες εν λειτουργία εγκαταστάσεις, καθώς το αμερικανικό Colossus 2 διαθέτει 1,1 εκατομμύρια ισοδύναμα H100 έναντι 124.000 του κινεζικού Horinger. Τον Μάρτιο το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας δημοσίευσε πενταετή στρατηγική που ανέφερε την τεχνητή νοημοσύνη περισσότερες από 50 φορές και ζητούσε διασυνδεδεμένο δίκτυο κέντρων δεδομένων για «υπερυπολογιστική επόμενης γενιάς». «Η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης δεν θα πρέπει να είναι μια σόλο παράσταση μίας και μόνο χώρας», δήλωσε ο Σι Τζινπίνγκ στη Σαγκάη. Φέτος οι Huawei, Byte Dance και Alibaba αναμένεται να δαπανήσουν 111 δισ. δολάρια, σύμφωνα με την Bernstein Research, ενώ νεοφυείς επιχειρήσεις όπως η Moonshot AI και η Deep Seek έχουν κατασκευάσει ισχυρά μοντέλα, συχνά ανοιχτού κώδικα, που πολλοί χρήστες θεωρούν αποδοτικότερα και φθηνότερα από τα κορυφαία αμερικανικά.
Ο Jordan Nanos, αναλυτής της Semi Analysis, εκτιμά ότι το προβάδισμα των ΗΠΑ θα αυξηθεί τα επόμενα τέσσερα έως πέντε χρόνια, προτού τα εγχώρια κινεζικά τσιπ παραχθούν σε μεγάλη κλίμακα. «Το πλεονέκτημα θα εξαντληθεί», λέει.
Ο υπόλοιπος κόσμος και η επόμενη μέρα
Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει το 5% της παγκόσμιας υπολογιστικής ισχύος, ενώ η Γαλλία, η Γερμανία και άλλα κράτη προσπαθούν να ενθαρρύνουν την κατασκευή εγκαταστάσεων, με εμπόδια την πρόσβαση σε ηλεκτρική ενέργεια και γη, τις αδειοδοτήσεις και τη χρηματοδότηση. Στον Περσικό Κόλπο, όπου η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έχουν δεσμεύσει δισεκατομμύρια, ο πόλεμος στο Ιράν έχει επηρεάσει τα σχέδια, όπως στο συγκρότημα που κατασκευάζεται στα Εμιράτα από κοινοπραξία των G42, Microsoft και OpenAI. «Αν το 75% της υπολογιστικής ισχύος βρίσκεται σήμερα σε μερικούς ταχυδρομικούς κώδικες στις ΗΠΑ, το 12% έως 15% στην Κίνα και το 5% στην Ε.Ε., πού αφήνει αυτό τον υπόλοιπο κόσμο;», ρωτά ο Amandeep Gill, αναπληρωτής γενικός γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών και ειδικός απεσταλμένος για θέματα τεχνολογίας.
Τα σημάδια της επιτάχυνσης είναι ήδη ορατά στην αγορά. Οι Uber, PepsiCo και Walmart αναθέτουν ολοένα περισσότερες εργασίες σε «πράκτορες», δηλαδή σε bots που εκτελούν εργασίες πολλαπλών βημάτων, από τον προγραμματισμό και τις ερευνητικές αναφορές μέχρι την εξυπηρέτηση πελατών. Στον δείκτη Remote Labor Index, ο οποίος εξετάζει την ικανότητα των μοντέλων να εκτελούν συνηθισμένες εργασίες ελεύθερου επαγγελματία, τα κορυφαία μοντέλα ολοκλήρωναν το 2,5% των εργασιών τον Οκτώβριο, ενώ μέχρι τον Ιούλιο το μοντέλο Fable της Anthropic ολοκλήρωνε το 16%. «Θα καταστραφούν εκατομμύρια θέσεις εργασίας, θα δημιουργηθούν εκατομμύρια θέσεις εργασίας», λέει ο Erik Brynjolfsson, διευθυντής του Digital Economy Lab του Πανεπιστημίου Στάνφορντ. «Ακόμη κι αν δημιουργηθούν νέες, δεν θα είναι οι ίδιες θέσεις εργασίας».
Στο βάθος του ορίζοντα βρίσκεται η αναδρομική αυτοβελτίωση, μια ανακάλυψη πολυπόθητη εδώ και χρόνια, που θα επέτρεπε σ’ ένα μοντέλο να συμβάλλει στην κατασκευή της επόμενης έκδοσης του εαυτού του με ελάχιστη ανθρώπινη βοήθεια. Ο Τζεφ Ντιν, επικεφαλής επιστήμονας της Google με περισσότερα από 30 χρόνια στο πεδίο, περιγράφει μια διαδικασία που κάποτε απαιτούσε δεκάδες ερευνητές να δοκιμάζουν εκατοντάδες ιδέες και που θα μπορούσε να ανατεθεί σε χιλιάδες «πολύ μικρά μοντέλα». «Μπορείς να αυτοματοποιήσεις πλήρως τον κύκλο», καταλήγει. «Βρισκόμαστε στα αρχικά στάδια».
