Το IRIS2, η ευρωπαϊκή «απάντηση» στο Starlink της SpaceX του Έλον Μασκ, περνά πλέον από τον σχεδιασμό στην εφαρμογή.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ολοκλήρωσε στις αρχές Αυγούστου τη συμφωνία υλοποίησης με την κοινοπραξία SpaceRISE, ανοίγοντας τον δρόμο για τις πρώτες εκτοξεύσεις το 2029 και την έναρξη λειτουργίας του φιλόδοξου συστήματος ΙRIS2 το 2030.
Το νέο σχέδιο προβλέπει 348 δορυφόρους, από τους οποίους 330 θα βρίσκονται σε χαμηλή γήινη τροχιά και 18 σε μεσαία γήινη τροχιά.
Για την Ευρώπη δεν πρόκειται απλώς για ένα ακόμη δίκτυο πρόσβασης στο διαδίκτυο.
Το IRIS2, ακρωνύμιο του «Infrastructure for Resilience, Interconnectivity and Security by Satellite», έχει σχεδιαστεί ώστε κυβερνήσεις, ένοπλες δυνάμεις και υπηρεσίες ασφαλείας να μπορούν να επικοινωνούν μέσω ασφαλών και κρυπτογραφημένων συνδέσεων.
Θα μπορεί επίσης να χρησιμοποιείται από υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης και για την προστασία κρίσιμων υποδομών σε περιπτώσεις φυσικών καταστροφών ή κυβερνοεπιθέσεων.
Το παράδειγμα του πολέμου στην Ουκρανία
Η απόφαση να αποκτήσει η Ευρώπη δικό της σύστημα συνδεσιμότητας ξεκίνησε το 2020 αλλά ενισχύθηκε δραματικά μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία δύο χρόνια μετά.
Η σημασία του Starlink για τις ουκρανικές επικοινωνίες κατέδειξε πόσο κρίσιμο είναι ένα δορυφορικό δίκτυο σε μια σύγχρονη σύγκρουση, αλλά και πόσο μεγάλη εξάρτηση μπορεί να δημιουργήσει ο έλεγχός του από μία ιδιωτική εταιρεία.

Το ολοκληρωμένο σύστημα δορυφόρων IRIS2 © ESA/SES
Βελγική σφήνα
Το εγχείρημα έχει πλέον και μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα βιομηχανική διάσταση. Η βελγική νεοφυής εταιρεία Aerospacelab, που ιδρύθηκε μόλις το 2018, αναμένεται να κατασκευάσει έως και 264 από τους 348 δορυφόρους του συστήματος, σε έργο αξίας τουλάχιστον 1,8 δισ. ευρώ.
Για μια τόσο νέα εταιρεία, η κλίμακα είναι τεράστια. Η Aerospacelab καλείται να περάσει από την παραγωγή δορυφόρων σε μαζική κατασκευή εκατοντάδων σύνθετων διαστημικών συστημάτων μέσα σε περιορισμένο χρονικό διάστημα.
Η ίδια η εταιρεία έχει δημιουργήσει εγκαταστάσεις που στοχεύουν σε παραγωγική δυναμικότητα έως και 500 δορυφόρων τον χρόνο, στοιχείο που εξηγεί γιατί έχει τη δυνατότητα να διεκδικήσει έναν τόσο μεγάλο ρόλο στο IRIS2.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την ευρωπαϊκή διαστημική βιομηχανία, καθώς ένα τόσο μεγάλο έργο περνά σε μια startup, αντί να ανατεθεί αποκλειστικά στους παραδοσιακούς μεγάλους ομίλους του κλάδου, όπως πχ. η Airbus ή άλλες κοινοπραξίες του χώρου.
H βελγική νεοφυής εταιρεία Aerospacelab επικράτησε απέναντι στην Airbus Defence and Space στη διαδικασία επιλογής για το τμήμα των δορυφόρων χαμηλής τροχιάς του IRIS2. Η Airbus δεν είναι ένας τυχαίος ανταγωνιστής. Διαθέτει έναν από τους μεγαλύτερους διαστημικούς κλάδους της Ευρώπης και πολυετή εμπειρία στην κατασκευή δορυφόρων και συστημάτων ασφαλών επικοινωνιών
Eπίσης η συνολική αξία του IRIS2 είναι μεγάλη και έχει αυξηθεί σημαντικά. Το πρόγραμμα είχε αρχικά υπολογιστεί περίπου στα 10,6 δισ. ευρώ, ενώ πλέον το κόστος ανέρχεται στα 15,6 δισ. ευρώ.
Πολύ λιγότεροι δορυφόροι από το Starlink
Η σύγκριση με το Starlink είναι αναπόφευκτη, αλλά τα δύο συστήματα δεν θα είναι πανομοιότυπα. Η SpaceX έχει πλέον σχεδόν 11.000 ενεργούς δορυφόρους, ενώ το IRIS2 θα ξεκινήσει με μόλις 348.
Το ευρωπαϊκό σύστημα προσπαθεί να αντισταθμίσει αυτή τη διαφορά με μια πολυτροχιακή αρχιτεκτονική. Οι δορυφόροι δεν θα βρίσκονται όλοι στο ίδιο ύψος. Οι 18 δορυφόροι MEO θα βρίσκονται περίπου στα 8.000 χιλιόμετρα από τη Γη, ενώ οι δορυφόροι της υψηλότερης χαμηλής τροχιάς θα βρίσκονται περίπου στα 1.200 χιλιόμετρα, σύμφωνα με τον προηγούμενο τεχνικό σχεδιασμό.
Η λογική είναι να αξιοποιούνται διαφορετικές τροχιές για διαφορετικές ανάγκες. Οι χαμηλότερες τροχιές προσφέρουν μικρότερη καθυστέρηση, ενώ οι υψηλότερες μπορούν να καλύψουν μεγαλύτερες περιοχές. Έτσι, το σύστημα μπορεί να προσαρμόζει τη χρήση των δορυφόρων ανάλογα με την καθυστέρηση, τη χωρητικότητα, την εμβέλεια, τη διαθεσιμότητα και την κινητικότητα του χρήστη.
Το πλεονέκτημα, όμως, δημιουργεί ταυτόχρονα και ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα του IRIS2: οι διαφορετικές τροχιές πρέπει να λειτουργούν σαν ένα ενιαίο δίκτυο.
Η ομαλή μετάβαση των σημάτων μεταξύ δορυφόρων που κινούνται σε διαφορετικά ύψη είναι τεχνικά δύσκολη, ενώ ακόμη πιο σύνθετη γίνεται η κατάσταση όταν το ίδιο σύστημα πρέπει να εξυπηρετεί ταυτόχρονα στρατιωτικές, κυβερνητικές και εμπορικές επικοινωνίες.
Οι δορυφόροι κινούνται γύρω από τη Γη με ταχύτητες άνω των 28.000 χιλιομέτρων την ώρα και δεν αποτελούν υποδομή που εγκαθίσταται μία φορά και παραμένει εκεί για δεκαετίες. Η διάρκεια ζωής τους είναι περίπου πέντε έως επτά χρόνια, γεγονός που σημαίνει ότι το IRIS2 θα χρειάζεται συνεχή ανανέωση του στόλου του.
Αυτό είναι ένα από τα σημεία στα οποία το Starlink έχει ήδη αποκτήσει τεράστιο πλεονέκτημα. Η SpaceX έχει συνδυάσει την κατασκευή των δορυφόρων με τη δική της τεχνογνωσία στους πυραύλους και τις συχνές εκτοξεύσεις, μειώνοντας το κόστος ανάπτυξης και ανανέωσης του δικτύου.
Προηγούμενες προσπάθειες δορυφορικού ίντερνετ, όπως οι Iridium και Globalstar, δεν κατάφεραν να επιβιώσουν οικονομικά.
Το IRIS2 δεν θα είναι Starlink για κινητά
Παρά τη συχνή παρουσίαση του IRIS2 ως «ευρωπαϊκού Starlink», υπάρχει μια σημαντική διαφορά. Το ευρωπαϊκό σύστημα δεν θα μπορεί να προσφέρει απευθείας σύνδεση ενός συνηθισμένου κινητού τηλεφώνου με τον δορυφόρο.
Οι χρήστες θα χρειάζονται ειδικά τερματικά και εδώ εμφανίζεται ένα ακόμη εμπόδιο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θα προμηθεύσει η ίδια τις συσκευές λήψης. Τα κράτη-μέλη και οι εταιρείες της αγοράς θα πρέπει να αναπτύξουν και να διαθέσουν τον απαραίτητο εξοπλισμό.
Κοινοπραξία στην οποία συμμετέχουν οι γερμανικές Technisat και Fritz!, υπό την ηγεσία της αυστριακής Silicon Austria Labs, έχει ήδη ανακοινώσει σχέδιο ανάπτυξης τερματικού για το IRIS². Η επιδίωξη είναι να βρίσκεται κοντά στο μέγεθος και το κόστος ενός τερματικού Starlink, το οποίο στη Γερμανία κοστίζει περίπου 300 έως 400 ευρώ.
Από τον Τιερί Μπρετόν έως την Ουκρανία
Τα πρώτα σχέδια για το IRIS2 ανάγονται στο 2020, αλλά το πρόγραμμα πήρε πιο συγκεκριμένη μορφή το 2022, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Κεντρικό ρόλο στην αρχική προώθησή του είχε ο τότε Ευρωπαίος επίτροπος Εσωτερικής Αγοράς Τιερί Μπρετόν. Οι προτάσεις του, ωστόσο, συνάντησαν αντιδράσεις, ιδιαίτερα στη Γερμανία, όπου υπήρχε η άποψη ότι το πρόγραμμα θα μπορούσε να λειτουργήσει περισσότερο ως μέσο ενίσχυσης της γαλλικής αεροδιαστημικής βιομηχανίας παρά ως πραγματικά ευρωπαϊκό εγχείρημα.
Ιδιαίτερη κριτική είχε ασκηθεί και για την περιορισμένη συμμετοχή νεοφυών και μικρότερων εταιρειών. Η σημερινή ανάθεση μεγάλου μέρους της παραγωγής στην Aerospacelab δείχνει ότι αυτή η ισορροπία έχει αλλάξει.
Το IRIS2 αποτελεί πλέον ένα πολύ μεγαλύτερο και ακριβότερο πρόγραμμα από εκείνο που είχε αρχικά σχεδιαστεί. Η αύξηση στους 348 δορυφόρους έχει ως στόχο να ενισχύσει την ασφαλή κυβερνητική χωρητικότητα κατά 60% εντός της ΕΕ και κατά 54% παγκοσμίως.
Το τελευταίο μεγάλο εμπόδιο
Ακόμη και αν η παραγωγή των δορυφόρων εξελιχθεί σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα, το δύσκολο μέρος δεν τελειώνει στην εκτόξευσή τους. Το IRIS2 πρέπει να λειτουργήσει ως ενιαίο σύστημα, να συνδέσει τις διαφορετικές τροχιές, να υποστηρίξει ταυτόχρονα στρατιωτικούς και εμπορικούς χρήστες και να διαθέτει επαρκή επίγεια υποδομή.
Η Ευρώπη πρέπει επίσης να εξασφαλίσει ότι το σύστημα θα έχει οικονομική βιωσιμότητα πέρα από την κρατική χρηματοδότηση. Το μοντέλο είναι δημόσιο-ιδιωτικό και η κοινοπραξία SpaceRISE, στην οποία συμμετέχουν Eutelsat, SES και Hispasat, έχει αναλάβει την ανάπτυξη και λειτουργία του δικτύου.
Το χρονοδιάγραμμα είναι πλέον συγκεκριμένο: πρώτες εκτοξεύσεις το 2029 και έναρξη λειτουργίας το 2030. Μέχρι τότε, η Ευρώπη πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να κάνει κάτι που η SpaceX έχει ήδη πετύχει σε τεράστια κλίμακα: να μετατρέψει ένα εξαιρετικά περίπλοκο δίκτυο δορυφόρων σε αξιόπιστη, καθημερινή και οικονομικά βιώσιμη υποδομή.
Το ζητούμενο για το IRIS2 δεν είναι να ξεπεράσει το Starlink σε αριθμό δορυφόρων. Είναι να εξασφαλίσει ότι η Ευρώπη θα έχει δική της ασφαλή διαστημική υποδομή όταν αυτή χρειαστεί για άμυνα, κρίσεις, κυβερνητικές επικοινωνίες ή κρίσιμες υποδομές.
