Ημιτελή είναι τα βήματα που γίνονται στην ψηφιοποίηση του Ελληνικού κράτους. Και αυτό γιατί οι ψηφιακές υπηρεσίες, ναι μεν επεκτείνονται και εμπλουτίζονται, αλλά όχι με την αναγκαία επιμέλεια και ασφάλεια που χρήζουν τα δεδομένα και οι υπηρεσίες τους. Τελευταίο κρούσμα αποτέλεσε το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, όπου οι κυβερνοπειρατές όχι μόνον παραβίασαν το πληροφοριακό σύστημα του, αλλά επιπλέον αφαίρεσαν όλα τα δεδομένα του. Με άλλα λόγια οι δικηγόροι του ελληνικού κράτους δεν είχαν επί ημέρες ούτε ένα δικόγραφο στη διάθεσή τους, όπως κάθε άλλου είδους πληροφορία για τις υπηρεσίες που προσφέρουν σε κάθε υπουργείο και δημόσια υπηρεσία.
Σύμφωνα με πληροφορίες η κυβέρνηση ήρθε σε επαφή με τους κυβερνοπειρατές και σύντομα θ’ αποκατασταθεί η λειτουργία του συστήματος. Είναι άγνωστο ωστόσο το τι είδους λύτρα (ransoms) καταβλήθηκαν για την επιστροφή των δεδομένων του συστήματος.
Το πληροφοριακό σύστημα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΝΣΚ) είναι ο πυρήνας της ψηφιακής υποστήριξης του ΝΣΚ για τη διαχείριση των νομικών υποθέσεων του Δημοσίου. Καλύπτει τη Διαχείριση Δικαστικών Υποθέσεων του Δημοσίου (π.χ. καταχώριση, παρακολούθηση και διαχείριση υποθέσεων, δικογράφων, δικασίμων κ.ο.κ.), τη Διαχείριση Γνωμοδοτήσεων (π.χ. ερωτήματα που υποβάλλονται στο ΝΣΚ, η επεξεργασία τους και οι διάφορες γνωμοδοτήσεις που εκδίδονται), το Νομικό Αρχείο και Νομολογία, η Ηλεκτρονική Διακίνηση Εγγράφων και Υποθέσεων μεταξύ των υπηρεσιών και των λειτουργών του ΝΣΚ, τη Διασύνδεση του ΝΣΚ με άλλους φορείς του Δημοσίου κ.ά.
Σε αντίθεση όμως με τα άλλα Πληροφοριακά Συστήματα, το ΝΣΚ έχει πολύ μεγάλο όγκο ιστορικού νομικού περιεχομένου και το πληροφοριακό του σύστημα δεν είναι απλώς ένα κλασικό σύστημα πρωτοκόλλου/διαχείρισης εγγράφων. Η αξία του έγκειται κυρίως στη δομημένη διαχείριση της νομικής πληροφορίας και των υποθέσεων του Ελληνικού Δημοσίου.
Καλά πληροφορημένες πηγές χαρακτηρίζουν ως πρωτόγνωρη την κυβερνοεπίθεση στο πληροφοριακό σύστημα του ΝΣΚ. Και αυτό επειδή είναι η πρώτη φορά που αφαιρέθηκε το σύνολό των τα δεδομένων τους. Συνήθως οι κυβερνοπειρατίες αφορούν στην ανάληψη του ελέγχου του πληροφοριακού συστήματος (με τα δεδομένα να παραμένουν σε αυτά) ή στην αντιγραφή των δεδομένων, με στόχο τη διεκδίκηση λύτρων ώστε τα υποκλαπέντα στοιχεία να μην δημοσιοποιηθούν.
Το δεύτερο μεγάλο ασυγχώρητο σφάλμα έχει να κάνει με το γεγονός ότι το Πληροφοριακό Σύστημα του ΝΣΚ δεν διέθετε δευτερογενές σύστημα (back-up). Ο νέος διαγωνισμός που διενεργήθηκε το 2023 και η σύμβαση που υπεγράφη με τη Unisystems ύψους 10 εκατ. ευρώ προβλέπει την δημιουργία υποστηρικτικού συστήματος δεδομένων, αλλά αυτό το νέο σύστημα δεν έχει τεθεί σε λειτουργία, κάτι που αναμένεται να συμβεί το 2027.
Είναι η τρίτη σημαντική κυβερνοεπίθεση που σημειώνεται το τελευταίο διάστημα. Είχε προηγηθεί εκείνη στον ΟΑΣΑ και στο σύστημα τηλεματικής το οποίο τέθηκε εκτός λειτουργίας για πολλές ημέρες. Είναι άγνωστο όμως το πως και με τι ανταλλάγματα η «αιχμαλωσία» αυτή σταμάτησε και επαναλειτούργησε το σύστημα.
Επίσης πολύ σημαντική ήταν τo 2022 και η ομηρία των ΕΛΤΑ, τα πληροφοριακά συστήματα των οποίων κλειδώθηκαν με λογισμικό ransomware και το οποίο αφαιρέθηκε μετά την καταβολή λυτρών (ransoms). Για πολλές ημέρες ωστόσο τα ΕΛΤΑ δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν.
Στο μεταξύ πληθαίνουν οι αναφορές ότι η ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης καθιστά ολοένα και πιο ευάλωτα τα πληροφοριακά συστήματα ανά τον κόσμο. Ο Andrew Bailey, διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας και προεδρεύων του Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (FSB), ενός παγκόσμιου οργανισμού που δημιουργήθηκε μετά την κρίση του 2008, προειδοποίησε για ένα νέο είδος «κυβερνοκινδύνου», επιταχυνόμενου από τα πιο προηγμένα μοντέλα ΤΝ, γνωστά ως «frontier AI» (ΤΝ πρώτης γραμμής).
Είναι η πρώτη φορά που με τόση επιμονή, το FSB τοποθετεί στον πυρήνα της προειδοποίησής του τα ιδιαίτερα προηγμένα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης. Στοχεύει στα πιο ισχυρά μοντέλα, προικισμένα με αυξανόμενες ικανότητες συλλογισμού, αυτονομίας, προγραμματισμού και χρήσης ψηφιακών εργαλείων.
Σύμφωνα με τον Andrew Bailey, αυτή η «frontier AI» θα μπορούσε να αλλάξει «ουσιαστικά την ταχύτητα, την κλίμακα και την οικονομία» των κυβερνοεπιθέσεων, μέχρι του σημείου να κλονίσει την εμπιστοσύνη στο χρηματοπιστωτικό σύστημα στο σύνολό του. Ο κίνδυνος έγκειται σε έναν εκρηκτικό συνδυασμό: αυτόν των ήδη ευάλωτων αγορών και των νέων εργαλείων που είναι ικανά να επιταχύνουν και να κάνουν πιο εξελιγμένες τις επιθέσεις κατά τραπεζών, πλατφορμών πληρωμών, συμψηφιστικών οίκων και των παρόχων τεχνολογικών υπηρεσιών τους.
Το FSB ζητά επομένως από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τις υποδομές της αγοράς και τις εταιρείες τεχνολογίας να ενισχύσουν τρεις ικανότητες: τη διαχείριση ευπαθειών, την ανταπόκριση σε περιστατικά και την επανεκκίνηση μετά από κρίση. Τους ζητά κυρίως να προετοιμαστούν για τα πιο ακραία σενάρια, συμπεριλαμβανομένης της ταυτόχρονης διατάραξης πολλαπλών επιχειρήσεων ή κοινών τεχνολογικών εξαρτήσεων.
