Το 1955, ο οικονομολόγος John Kenneth Galbraith έγραψε για το «απόθεμα των μη αποκαλυφθέντων περιστατικών υπεξαίρεσης» που τείνει να αυξάνεται σε περιόδους ευφορίας των αγορών. Η υπεξαίρεση, έλεγε ο Galbraith, αποκαλύπτεται όταν τελειώνουν οι καλές εποχές και «η εμπορική ηθική βελτιώνεται σημαντικά».
Η αλήθεια είναι ότι οι προηγούμενες φούσκες και κραχ οδήγησαν σε πληθώρα διώξεων για οικονομικά εγκλήματα (σκεφτείτε τις υποθέσεις Enron και WorldCom μετά τη φούσκα των dotcom). Αν ο Galbraith είχε δίκιο, οι σημερινές φουσκωμένες αποτιμήσεις υποδηλώνουν ότι οι απατεώνες ενδέχεται να ελλοχεύουν στις σκιές. Κι αν οι ατασθαλίες τους δεν αποκαλυφθούν ποτέ; Αυτό είναι το μεγάλο πείραμα που επιχειρεί σήμερα η Αμερική.
Κατά τη διάρκεια των έξι μηνών έως τα τέλη Μαρτίου, οι ομοσπονδιακοί εισαγγελείς άσκησαν 2.008 διώξεις για οικονομικά εγκλήματα, οπότε, σύμφωνα με στοιχεία του Transactional Records Access Clearinghouse (TRAC), ενός αρχείου δεδομένων, αναμένεται έως το τέλος του δημοσιονομικού έτους της κυβέρνησης τον Σεπτέμβριο, να ξεπεράσουν λίγο πολύ τις 4.000. Το νούμερο αυτό αντιστοιχεί σε μείωση κατά ένα έκτο σε σχέση με πέντε χρόνια πριν και κατά 50% σε σχέση με πριν από 20 χρόνια (βλ. διάγραμμα). Εύκολα κάποιος θα μπορούσε να επιρρίψει την ευθύνη στον Donald Trump, ο οποίος αποδυναμώνοντας το Υπουργείο Δικαιοσύνης δεν βοήθησε. Ωστόσο, η πτώση αυτή προηγήθηκε της θητείας του — και ενδέχεται να συνεχιστεί και πολύ μετά από αυτή.

Εκτός από μια σύντομη αύξηση μετά την οικονομική κρίση του 2007-09, οι διώξεις για οικονομικά εγκλήματα στην Αμερική παρουσιάζουν πτωτική τάση εδώ και σχεδόν τρεις δεκαετίες. Δεν έχουμε κάποιο ιδιαίτερο λόγο να πιστεύουμε ότι οι χρηματοοικονομικοί παράγοντες και τα στελέχη της χώρας έγιναν πιο ενάρετοι κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Αντίθετα, η απάντηση συνδέεται με τη μετατόπιση της προσοχής στη δίωξη άλλων εγκληματικών δραστηριοτήτων. Όπως σημειώνει μια μελέτη του 2021 του οικονομολόγου Trung Nguyen, ο οποίος τότε δίδασκε στη Σχολή Διοίκησης Επιχειρήσεων του Χάρβαρντ, μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, πλήθος ομοσπονδιακών ερευνητών και δικηγόρων στράφηκε στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Πιο πρόσφατα, στις ανησυχίες των ψηφοφόρων και των πολιτικών έθεσαν σε προτεραιότητα τη μετανάστευση και την καταπολέμηση των ναρκωτικών.
Ακόμα και μια μικρή περικοπή στον προϋπολογισμό μπορεί να έχει μεγάλο αντίκτυπο στις διώξεις για οικονομικά εγκλήματα. Όπως σημειώνει ο Sam Buell, πρώην ομοσπονδιακός εισαγγελέας που τώρα εργάζεται στο Πανεπιστήμιο Duke, οι περιπτώσεις οικονομικής απάτης συχνά απαιτούν δεκάδες δικηγόρους οι οποίοι εργάζονται για χρόνια σε μία μόνο έρευνα. Μια μελέτη του TRAC διαπίστωσε ότι οι υποθέσεις οικονομικού εγκλήματος που παραπέμφθηκαν στους ομοσπονδιακούς εισαγγελείς κατά τους 12 μήνες έως τον Σεπτέμβριο του 2022 και οδήγησαν σε απαγγελία κατηγοριών χρειάστηκαν κατά μέσο όρο 452 ημέρες για να εξεταστούν, δηλαδή περισσότερο από τρεισήμισι φορές τον μέσο όρο για όλους τους τύπους υποθέσεων.
Ακόμα και εν μέσω της μακροπρόθεσμης πτώσης, η μείωση της επιβολής του νόμου κατά τη διάρκεια των κυβερνήσεων Trump προκάλεσε έκπληξη. Πριν από δέκα χρόνια, σχεδόν οι μισές παραπομπές για οικονομικά εγκλήματα στους ομοσπονδιακούς εισαγγελείς κατέληγε σε δίκη. Ο αριθμός αυτός μειώθηκε στο ένα τρίτο το 2025. Συγκρίνετέ τον με τις διώξεις για θέματα μετανάστευσης, για τις οποίες σχεδόν όλες οι παραπομπές εξακολουθούν να οδηγούν σε απαγγελία κατηγοριών.
Υπό τον κ. Trump, ο αριθμός των δικηγόρων στο Υπουργείο Δικαιοσύνης συρρικνώθηκε κατά ένα πέμπτο, ενώ πολλοί από τους εναπομείναντες έχουν μετατεθεί από έρευνες για κρυπτονομίσματα ή φορολογικά ζητήματα σε υποθέσεις μετανάστευσης. Η κυβέρνηση μείωσε επίσης δραματικά το προσωπικό στις ερευνητικές και ρυθμιστικές υπηρεσίες στις οποίες βασίζονται οι εισαγγελείς για πληροφορίες. Έμπειροι ερευνητές στο FBI ή στην Ταχυδρομική Υπηρεσία των ΗΠΑ (US Postal Service) — μια εκπληκτικά σημαντική πηγή παραπομπών — παρέμεναν στις θέσεις τους για μεγάλο μέρος της καριέρας τους. Αυτό πλέον δεν ισχύει.
Η επιβολή του δικαίου στον ιδιωτικό τομέα μειώνεται επίσης. Δείτε, για παράδειγμα, τους ελέγχους λογιστικών βιβλίων, έναν μη ελκυστικό αλλά ζωτικό τομέα του ρυθμιστικού κόσμου που αναπτύχθηκε μετά την κατάρρευση της Enron, της εταιρείας ενέργειας που διέπραξε απάτη, το 2001. Σύμφωνα με την εταιρεία συμβούλων Cornerstone Research, το 2025, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (SEC) προέβη σε μόλις δέκα μέτρα επιβολής του νόμου εναντίον λογιστών και ελεγκτών, το ένα πέμπτο του ετήσιου μέσου όρου των οκτώ προηγούμενων ετών,. Ταυτόχρονα, η Επιτροπή μείωσε κατά πολύ τους μισθούς του προσωπικού στο κύριο συμβούλιο εποπτείας των ελεγκτών, το οποίο για χρόνια πρόσφερε υψηλούς μισθούς για να προσελκύσει εξειδικευμένους λογιστές. Πρότεινε επίσης την πιθανή μετατόπιση της προσοχής της από τον εντοπισμό λαθών σε μεμονωμένους ελέγχους για την εξέταση των διαδικασιών που ακολουθούν οι ελεγκτές. Οι αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι η νέα προσέγγιση είναι πιο αποτελεσματική. Ωστόσο, ενδέχεται να καταστήσει ευκολότερη την απόκρυψη των παρατυπιών στους ισολογισμούς.
Όλα αυτά θα έχουν το κόστος τους. Μια μελέτη του 2023 από τον Alexander Dyck του Πανεπιστημίου του Τορόντο και τους συν-συγγραφείς του υποδηλώνει ότι περίπου μόνο το ένα τρίτο των εταιρικών απάτων εντοπίζεται κάποια στιγμή, πόσο μάλλον διώκεται ποινικά. Εκτιμώντας με βάση το κόστος των εντοπισμένων περιπτώσεων απάτης, υπολογίζουν ότι οι πραγματικές ατασθαλίες καταστρέφουν περίπου το 1,6% της αξίας για τους μετόχους στην Αμερική κάθε χρόνο, ένα ποσό που το 2025, θα ανερχόταν σε 1,1 τρισ. δολάρια. «Οι απώλειες για την Αμερική από το οικονομικό έγκλημα επισκιάζουν κάθε άλλη κατηγορία εγκλημάτων», σημειώνει η Julie O’Sullivan του Πανεπιστημίου Georgetown, επίσης πρώην εισαγγελέας.
Ακόμα και αν μια μελλοντική κυβέρνηση θέσει εκ νέου ως προτεραιότητα την εξάλειψη του οικονομικού εγκλήματος, οι σημερινοί απατεώνες θα είναι δύσκολο να εντοπιστούν. Ο Daniel Richman του Πανεπιστημίου Columbia, ειδικός στο ποινικό δίκαιο, επισημαίνει ότι πολλά οικονομικά εγκλήματα έχουν πενταετή παραγραφή. Οι απατεώνες της Αμερικής πανηγυρίζουν. Οι υπόλοιποι θα πρέπει να ανησυχούμε.
© 2026 The Economist Newspaper Limited. All rights reserved. Άρθρο από τον Economist, το οποίο μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε με επίσημη άδεια από το www.powergame.gr. Το πρωτότυπο άρθρο, στα αγγλικά, βρίσκεται στο www.economist.com

