Σε μια συνεδρίαση με έντονο ιστορικό και πολιτικό συμβολισμό, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) ανακοίνωσε απόψε την απόφασή της για τα επιτόκια, επιλέγοντας να τα διατηρήσει αμετάβλητα στο επίπεδο του 3,5% με 3,75%, επιβεβαιώνοντας τις προβλέψεις των αναλυτών.
Αυτή είναι η τρίτη διαδοχική συνεδρίαση που τα επιτόκια έμειναν αμετάβλητα σε αυτό το επίπεδο.
Η απόφαση αυτή αντανακλά την επιφυλακτικότητα των αξιωματούχων απέναντι στον επίμονο πληθωρισμό, ο οποίος παραμένει πάνω από τον στόχο του 2%, την ώρα που η αγορά εργασίας επιδεικνύει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα.
Το έργο της Fed δυσχεραίνει η πρόσφατη άνοδος των τιμών της ενέργειας, με το αργό πετρέλαιο να κινείται κοντά στα 100 δολάρια το βαρέλι. Με τον πληθωρισμό γύρω στο 3%, η κεντρική τράπεζα φαίνεται πως δεν διαθέτει ακόμη τα απαραίτητα περιθώρια για χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής, παρά τις προσδοκίες των αγορών για μελλοντικές μειώσεις.
Η διαδοχή και το μέλλον του Πάουελ
Η αποψινή συνεδρίαση ενδέχεται να είναι η τελευταία υπό την προεδρία του Τζερόμ Πάουελ, καθώς η θητεία του λήγει τον Μάιο. Η προσοχή στρέφεται πλέον στον Κέβιν Γουόρς, ο οποίος έχει λάβει το «πράσινο φως» από την Επιτροπή Τραπεζικών Υποθέσεων της Γερουσίας για να τον διαδεχθεί.
Το μεγάλο ερωτηματικό παραμένει η στάση που θα κρατήσει ο Πάουελ μετά τη λήξη της θητείας του ως Προέδρου, καθώς διατηρεί το δικαίωμα να παραμείνει στο Διοικητικό Συμβούλιο ως Διοικητής.
Ο ίδιος έχει συνδέσει την αποχώρησή του με την ολοκλήρωση των ερευνών για τις ανακαινίσεις στο κτίριο της Fed, ένα ζήτημα που προσθέτει επιπλέον δόσεις αβεβαιότητας στη μεταβατική περίοδο που ξεκινά από τον Ιούνιο.
Σχίσμα στη Fed
Παρά την απόφαση για διατήρηση των επιτοκίων, η συνεδρίαση της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Ανοικτής Αγοράς (FOMC) πήρε μια απρόσμενη και δραματική τροπή.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του CNBC, η επιτροπή εμφανίστηκε βαθιά διχασμένη, με το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας να διαμορφώνεται στο 8-4. Πρόκειται για μια ιστορική διαφωνία, καθώς η τελευταία φορά που τέσσερα μέλη της FOMC καταψήφισαν την εισήγηση του Προέδρου ήταν τον Οκτώβριο του 1992.
Από τη μία πλευρά, ο Διοικητής Στίβεν Μιράν ψήφισε υπέρ μιας μείωσης των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης, συνεχίζοντας τη σταθερή του γραμμή από τον Σεπτέμβριο του 2025. Από την άλλη, τρεις περιφερειακοί πρόεδροι – η Μπεθ Χάμακ (Κλίβελαντ), ο Νιλ Κασκάρι (Μινεάπολη) και η Λόρι Λόγκαν (Ντάλας) – καταψήφισαν την απόφαση για έναν εντελώς διαφορετικό λόγο, καθώς διαφώνησαν με τη συμπερίληψη της «τάσης χαλάρωσης» (easing bias) στην επίσημη ανακοίνωση.
Το σημείο τριβής ήταν η φράση που υπονοεί ότι η επόμενη κίνηση της Fed θα είναι η μείωση των επιτοκίων. Οι τρεις διαφωνούντες εξέφρασαν έντονες ανησυχίες για τον επίμονο πληθωρισμό, ο οποίος τροφοδοτείται από τους δασμούς και τις υψηλές τιμές ενέργειας, υποστηρίζοντας ότι η Fed δεν θα έπρεπε να προεξοφλεί τη μείωση του κόστους δανεισμού όσο οι τιμές καταναλωτή παραμένουν σε υψηλά επίπεδα.
Η αγορά εργασίας και οι σκέψεις του Πάουελ
Η Fed αναγνώρισε ότι ο πληθωρισμός παραμένει «υπερυψωμένος», επηρεασμένος από την πρόσφατη παγκόσμια αύξηση των τιμών ενέργειας. Ωστόσο, η αγορά εργασίας δείχνει να αντέχει, με την ανεργία να υποχωρεί στο 4,3% και τη δημιουργία θέσεων εργασίας τον Μάρτιο να φτάνει τις 178.000, ξεπερνώντας τις προβλέψεις.
Αυτή η εικόνα επιτρέπει στην κεντρική τράπεζα να διατηρήσει τα επιτόκια σταθερά για τρίτη διαδοχική συνεδρίαση, μετά τις τρεις μειώσεις που πραγματοποιήθηκαν το περασμένο έτος.
Καθώς η Γερουσία προχωρά τις διαδικασίες για τον διορισμό του Γουόρς, ο Πάουελ βρίσκεται μπροστά σε μια ιστορική απόφαση. Μπορεί είτε να αποχωρήσει οριστικά τον Μάιο, είτε να παραμείνει ως Διοικητής για τα υπόλοιπα δύο χρόνια της θητείας του. Αν επιλέξει το δεύτερο, θα είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο από το 1948 και την εποχή του Μάρινερ Σ. Έκλες.
Ο Έκλες είχε συγκρουστεί με τον Πρόεδρο Τρούμαν για την ανεξαρτησία της Fed, μια κατάσταση που θυμίζει τη σημερινή πίεση που ασκεί ο Λευκός Οίκος στον Πάουελ για χαμηλότερα επιτόκια, ώστε να διευκολυνθεί η εξυπηρέτηση του εθνικού χρέους των 39 τρισ. δολαρίων.
Ο Γουόρς έχει ήδη προαναγγείλει μια «εκσυγχρονισμένη» προσέγγιση στις σχέσεις Fed-Υπουργείου Οικονομικών, γεγονός που καθιστά την πιθανή παραμονή του Πάουελ στο συμβούλιο μια κίνηση θωράκισης της θεσμικής ανεξαρτησίας της κεντρικής τράπεζας.
Τέλος, η μεταφορά της έρευνας για τις ανακαινίσεις του κτιρίου της Fed στον Γενικό Επιθεωρητή φαίνεται να αίρει τα νομικά εμπόδια για τη διαδοχή, όμως ο Πάουελ ίσως επιλέξει να παραμείνει μέχρι την πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης, λειτουργώντας ως ανάχωμα σε ενδεχόμενες πολιτικές παρεμβάσεις στη δομή του συστήματος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας.