Ισχυρές και ανθεκτικές στα δυσμενή σενάρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για την γεωπολιτική κρίση και την πιθανή ύφεση, αποδεικνύονται οι ελληνικές τράπεζες, σύμφωνα με το τεστ αντοχής του ΔΝΤ που δημοσιεύθηκε χθες. Ενώ τα συνολικά καθαρά κέρδη των τραπεζών θα μειώνονταν σημαντικά – από 4,7 δις. ευρώ σε 0,7 δις. ευρώ στο πλαίσιο του σεναρίου ύφεσης και σε 2,2 δις. ευρώ στο πλαίσιο του γεωπολιτικού σεναρίου κατά το πρώτο έτος των σεναρίων του ΔΝΤ, μόνο μία τράπεζα θα κατέγραφε αρνητικά κέρδη στο πλαίσιο του σεναρίου ύφεσης.
Σημειώνεται ότι το ΔΝΤ αξιολογεί και τις λιγότερο σημαντικές τράπεζες, πέραν των τεσσάρων μεγάλων, ενώ οι παραδοχές που θέτει για να «στρεσάρει» τις αντοχές των ελληνικών τραπεζών είναι ιδιαίτερα αυστηρές. Σύμφωνα με το σενάριο ύφεσης του ΔΝΤ, η Ελλάδα βιώνει επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης με σωρευτική μείωση -8,4% του πραγματικού ΑΕΠ κατά τα πρώτα δύο χρόνια του σεναρίου, συνοδευόμενη από αύξηση της ανεργίας στο 15,5% και μείωση του πληθωρισμού στο -0,15%. Στο γεωπολιτικό σενάριο, η σωρευτική αύξηση του ΑΕΠ κατά τα πρώτα δύο χρόνια προβλέπεται στο -6,8%, με την ανεργία να αυξάνεται στο 13% και τον πληθωρισμό να επιταχύνεται στο 4,9%. Ενώ στο γεωπολιτικό σενάριο, τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια αυξάνονται κατά 1,4%, στο σενάριο ύφεσης μειώνονται κατά 2,2%.
Σύμφωνα με ένα σενάριο παρατεταμένης και σοβαρής αύξησης των τιμών του πετρελαίου και γεωπολιτικής αβεβαιότητας, το ΔΝΤ εκτιμά ότι ο κύριος αντίκτυπος στο ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι πιθανό να είναι μέσω υψηλότερων τραπεζικών ζημιών σε δάνεια προς τους τομείς του τουρισμού και της μεταποίησης, λόγω του αυξημένου κόστους ταξιδιών και ενέργειας. Αυτοί οι τομείς αντιπροσωπεύουν το 6,3 και 8,9% των ελληνικών τραπεζικών δανείων, αντίστοιχα.
Τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά
Στην έκθεσή του για την Αξιολόγηση του Χρηματοπιστωτικού Τομέα της Ελλάδας, το ΔΝΤ σημειώνει, ωστόσο, ότι τα νοικοκυριά είναι ευάλωτα σε αρνητικούς κλυδωνισμούς εισοδήματος και, σε μικρότερο βαθμό, σε υψηλότερα επιτόκια. Όπως αναφέρει, αν και ο λόγος χρέους προς περιουσιακά στοιχεία των ελληνικών νοικοκυριών είναι κοντά στο κατώτερο όριο, παραμένει ένα σημαντικό μερίδιο νοικοκυριών με υψηλό χρέος που υπερβαίνει το 200% του εισοδήματος. Επιπλέον, σε σύγκριση με ομοτίμους τους, τα ελληνικά νοικοκυριά δαπανούν μεγαλύτερο μερίδιο εισοδήματος σε τρόφιμα και υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, και για όσα δεν κατέχουν ιδιόκτητα ακίνητα, επίσης σε ενοίκιο.
Επιπλέον, οι υψηλότερες τιμές ενέργειας που προκύπτουν από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή θα επιδείνωναν περαιτέρω τις πιέσεις κόστους ζωής των νοικοκυριών. Το ΔΝΤ προσθέτει ότι το κόστος τόκων του ανεξόφλητου χρέους των ελληνικών νοικοκυριών είναι αυξημένο σε σχέση με ομοτίμους. Το μερίδιο του χρέους που κατέχουν τα νοικοκυριά με υψηλό Δείκτη DSTI (σ.σ. Δείκτης Εξυπηρέτησης Χρέους προς Εισόδημα) θα είναι 5% πάνω από το βασικό σενάριο στο γεωπολιτικό σενάριο, κυρίως λόγω του υψηλότερου κόστους εξυπηρέτησης δανείων κυμαινόμενου επιτοκίου, και 3% στο σενάριο ύφεσης. Ωστόσο, εάν ληφθεί υπόψη και η ανάγκη κάλυψης βασικών δαπανών για τρόφιμα και υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, το μερίδιο του χρέους που κατέχουν τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά θα αυξηθεί στο 16% πάνω από το βασικό σενάριο της πρόβλεψης του ΔΝΤ. Ένα ενεργειακό σοκ θα πιέσει επίσης τα ευάλωτα νοικοκυριά. Ωστόσο, όπως λέει το ΔΝΤ, αυτό θα μπορούσε να αντισταθμιστεί εν μέρει από μια καλά στοχευμένη δημοσιονομική στήριξη, ενώ τα δάνεια των νοικοκυριών αποτελούν ένα σχετικά μικρό μέρος των ισολογισμών των τραπεζών σε σύγκριση με άλλες χώρες της ευρωζώνης.
Η έκθεση σε επιχειρηματικά δάνεια
Αναφορικά με την έκθεση των τραπεζών σε επιχειρηματικά δάνεια, το ΔΝΤ επισημαίνει ότι η φερεγγυότητα των επιχειρήσεων έχει ενισχυθεί, ιδίως δε μεταξύ των πολύ μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων. Όπως σημειώνει, ωστόσο, το χρέος που κατέχουν εταιρείες με δείκτες κάλυψης τόκων (ICR) παραμένει υψηλό στο 20% και επικεντρώνεται στις κατασκευές, στις επαγγελματικές δραστηριότητες και, σε μικρότερο βαθμό, στη διαμονή και τα τρόφιμα, και στον τομέα των μεταφορών. Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να επιδεινώσει τις υπάρχουσες ευπάθειες και να επηρεάσει την κερδοφορία των επιχειρήσεων μέσω της ασθενέστερης εξωτερικής ή εγχώριας ζήτησης, του υψηλότερου κόστους δανεισμού και του υψηλότερου κόστους εισροών.
Αναφερόμενο στα ναυτιλιακά δάνεια, το ΔΝΤ λέει ότι ενώ οι ελληνικές τράπεζες έχουν σημαντική έκθεση στη ναυτιλία (8,2% των δανείων), η παγκοσμίως διαφοροποιημένη φύση της ναυτιλίας, σε συνδυασμό με την φύση των μεμονωμένων ναυτιλιακών δανείων, καθιστά αυτήν την περιοχή απίθανη για μεγάλες απώλειες που προκύπτουν από τον πόλεμο. Ακόμα κι αν ο τουρισμός και η μεταποίηση υποστούν απώλειες 3 φορές μεγαλύτερες από αυτές που μοντελοποιήθηκαν στο πιο σοβαρό σενάριο ύφεσης του ΔΝΤ, αυτό θα οδηγήσει σε μια πρόσθετη απώλεια λιγότερο από 1 ποσοστιαία μονάδα τραπεζικού κεφαλαίου, με τις τράπεζες να παραμένουν πολύ πάνω από τις κεφαλαιακές τους απαιτήσεις.
Ακόμα και αν οι απώλειες εξαπλωθούν πέρα από αυτούς τους τομείς λόγω δευτερογενών επιπτώσεων και η ναυτιλιακή βιομηχανία επηρεαστεί από μια απώλεια στη συνολική παγκόσμια ζήτηση, οι τράπεζες διατηρούν ένα μεγάλο περιθώριο ασφαλείας.
