Στην ανάγκη προσέλκυσης μεγάλων και ποιοτικών επενδύσεων για να καταφέρει η Ευρώπη να ανταγωνιστεί τις μεγαλύτερες αγορές του κόσμου, αναφέρθηκε ο Παύλος Μυλωνάς, καθώς και στην ανάγκη κινητοποίησης της Ευρώπης, μέσω της υλοποίησης της Ένωσης Κεφαλαιαγορών, στο πλαίσιο τοποθέτησής του στο συνέδριο του Economist
Σε πάνελ με τίτλο «The global economy on 2026 and beyond – Financing Europe and Greece’s future», στο οποίο συμμετείχαν επίσης ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας Γιάννης Στουρνάρας και ο αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Boris Vujcic, ο διευθύνων σύμβουλος της Εθνικής Τράπεζας τόνισε πως η πραγματική οικονομία χρειάζεται περισσότερες και υψηλότερης ποιότητας επενδύσεις.
Εγείρονται επομένως δύο σημαντικά ερωτήματα: α) ποιες είναι οι προϋποθέσεις για την προσέλκυση επενδύσεων και β) ποιος τις χρηματοδοτεί;
Σε ό,τι αφορά τις συνθήκες για το πρώτο, ο κ. Μυλωνάς σημείωσε ότι η Ευρώπη παραδοσιακά κοιτάζει προς τις ΗΠΑ για να βρει απαντήσεις, ωστόσο και από το παράδειγμα της Ελλάδας μπορούν να εξαχθούν ορισμένα χρήσιμα συμπεράσματα.
Η Ελλάδα κέρδισε την εμπιστοσύνη των επενδυτών μέσω διαρκούς δημοσιονομικής προσπάθειας, με πρωτογενή πλεονάσματα μεταξύ 3% και 5% του ΑΕΠ, η οποία συνδυάστηκε και με εντυπωσιακές για τα ευρωπαϊκά δεδομένα αμυντικές δαπάνες της τάξης του 3% του ΑΕΠ. Ωστόσο, εκτός από τις ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις, κατάφερε να υλοποιήσει μία πολύ επιτυχημένη ατζέντα μεταρρυθμίσεων (ψηφιοποίηση, ενέργεια, φορολογικό καθεστώς) και σχεδόν να διπλασιάσει τις επενδύσεις μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Σημαντική για την προσέλκυση επενδύσεων είναι και η ευρύτερη πολιτική συναίνεση. Σύμφωνα με τον κ. Μυλωνά, η Ευρώπη δεν πληρεί αυτές τις αναγκαίες συνθήκες και χρειάζεται να ακολουθήσει παρόμοια μονοπάτια για να δημιουργήσει θετικό επενδυτικό κλίμα.
Η άλλη προϋπόθεση είναι η ποιότητα των επενδύσεων και αυτός είναι ο λόγος που οι ΗΠΑ υπερτερούν της Ευρώπης σε επίπεδο παραγωγικότητας, σημείωσε ο κ. Μυλωνάς. Οι επενδύσεις στις ΗΠΑ αποτελούνται σε ποσοστό 40% από επενδύσεις σε υψηλή τεχνολογία, στηριζόμενες από κεφαλαιαγορές που αποδέχονται περισσότερο ρίσκο. Στην Ευρώπη το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώνεται στο 25% – και είναι αξιοσημείωτο ότι είναι αντίστοιχο και στην Ελλάδα – με σημαντική στήριξη και από τις κεφαλαιουχικές επενδύσεις των τραπεζών σε ΙΤ και ειδικότερα στην ψηφιακή τεχνολογία.
Ως εκ τούτου είναι επιτακτική επίσης η ανάγκη υλοποίησης της Ένωσης Κεφαλαιαγορών, προκειμένου να ενισχυθεί η διάθεση ανάληψης κινδύνων μέσω της αύξησης της συμμετοχής επενδυτικών κεφαλαίων όπως μέσω private equity και venture capital. Η διαφορετική χρηματοοικονομική δομή αποτελεί σημαντικό παράγοντα, που εξηγεί την υψηλότερη παραγωγικότητα στις ΗΠΑ.
Κλείνοντας, ο κ. Μυλωνάς ανέφερε ότι η Ευρώπη γνωρίζει τι πρέπει να κάνει, ωστόσο η υλοποίηση αποτελεί τη μόνιμη πρόκληση που προϋποθέτει τον συντονισμό πολλών επιπέδων διακυβέρνησης και συναίνεση μεταξύ των κρατών.
