Ασφαλή απέναντι στους κλυδωνισμούς της αγοράς ομολόγων είναι τα ομολογιακά χαρτοφυλάκια των ελληνικών τραπεζών, οι οποίες το τελευταίο διάστημα έχουν εκμεταλλευθεί την αναταραχή στην αγορά για να ενισχύσουν τις θέσεις τους σε κρατικά ομόλογα, πρωτίστως γαλλικά (σ.σ. το spread τους έχει αυξηθεί στις 140 μ.β. πάνω από αυτό του γερμανικού bund και 50 μ.β. πάνω από αυτό του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου), καθώς και ιταλικά (το spread τους υψηλότερο κατά 15 μ.β. του ελληνικού ομολόγου) και ισπανικά (διαπραγματεύονται 30 μ.β. χαμηλότερα από τα ελληνικά). Οι χαμηλότερες τιμές και αντίστοιχα υψηλότερες αποδόσεις των γαλλικών και ιταλικών ομολόγων δημιουργούν ευκαιρίες για αγορές, ενώ οι ελληνικές τράπεζες μπορούν να αγοράσουν φθηνότερα από το παρελθόν ομόλογα όπως π.χ. τα ισπανικά, καθώς έχει κλείσει η ψαλίδα διαπραγμάτευσής τους με τα ελληνικά.
Όπως αναμένεται να φανεί στα αποτελέσματα του εννεαμήνου που θα ανακοινώσουν οι τράπεζες στα τέλη Οκτωβρίου – αρχές Νοεμβρίου, η καταιγίδα στις αγορές ομολόγων δεν είχε επιπτώσεις στα ομολογιακά τους χαρτοφυλάκια. Και αυτό γιατί αφενός οι τράπεζες έχουν προβεί σε αντιστάθμιση του επιτοκιακού κινδύνου και αφετέρου η συντριπτική τους πλειοψηφία (σε ποσοστό άνω του 80%) διακρατείται έως την λήξη τους (σ.σ. αποτιμώνται με τη μέθοδο του αποσβεσμένου κόστους) και άρα η όποια αποτίμησή τους σε τρέχουσες τιμές αγοράς είναι απλά μια λογιστική απεικόνιση που δεν επηρεάζει ούτε τα κεφάλαια ούτε τα κέρδη των τραπεζών. Περαιτέρω, όπως αναφέρουν στελέχη τραπεζών στην «ΑτΚ», το ρίσκο των τοποθετήσεων σε ομόλογα «εξουδετερώνεται» από τη σύνθεση των καταθέσεων των τραπεζών, εκ των οποίων το 50% έχουν μέση διάρκεια τα πέντε χρόνια.
Το τελευταίο στοιχείο απαντά και στις ανησυχίες που διατύπωσε ο διεθνής οίκος αξιολόγησης Morningstar DBRS για την έκθεση των ελληνικών τραπεζών στον κίνδυνο των ομολόγων. Αν και παραδέχεται ότι η σύνδεση τραπεζών και κρατών μέσω αγορών κρατικού χρέους από τις πρώτες έχει περιοριστεί, η DBRS σημειώνει ότι ο κίνδυνος που αναδύεται για τις τράπεζες αφορά στην έκθεσή τους στις μεταβολές των επιτοκίων και των αποδόσεων των κρατικών τίτλων. Για τις ελληνικές τράπεζες, όπως υποστηρίζει, το σημαντικότερο στοιχείο αφορά τη διάρκεια των χαρτοφυλακίων τους. Το 71% των κρατικών ομολόγων που διακρατούν έχει λήξη άνω των πέντε ετών, ποσοστό που είναι το υψηλότερο μεταξύ των μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζών. Η μεγάλη διάρκεια αυξάνει την ευαισθησία των τίτλων στις μεταβολές των επιτοκίων. Όταν οι αποδόσεις ανεβαίνουν, οι τιμές των υφιστάμενων ομολόγων υποχωρούν, με την επίδραση να είναι ισχυρότερη όσο μεγαλύτερη είναι η εναπομένουσα διάρκεια.
Σημειώνεται ότι η συνολική έκθεση των ευρωπαϊκών τραπεζών σε κρατικό χρέος έχει αυξηθεί σημαντικά. Τα σχετικά χαρτοφυλάκια έφτασαν τα 4,54 τρισ. ευρώ τον Ιούνιο του 2026, από 3,14 τρισ. ευρώ στο τέλος του 2022. Πρόκειται για αύξηση περίπου 44%.
Τα χαρτοφυλάκια ομολόγων των τεσσάρων ελληνικών συστημικών τραπεζών προσεγγίζουν τα 94 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά περίπου 12 δισ. ευρώ σε σχέση με το τέλος του 2025. Το μεγαλύτερο χαρτοφυλάκιο έχει η Eurobank με ομόλογα της τάξεως των 28,5 δισ. ευρώ, εκ των οποίων περίπου το ένα τέταρτο είναι τοποθετημένο σε ελληνικά κρατικά ομόλογα (σ.σ. πρόκειται για την μικρότερη έκθεση σε ελληνικό χρέος σε σχέση με τις άλλες τρεις συστημικές τράπεζες). Χαρτοφυλάκιο ομολόγων περίπου 24,5 δισ. ευρώ έχει η Εθνική Τράπεζα και ακολουθούν η Πειραιώς με 21,57 δισ. ευρώ και η Alpha Bank με 19,3 δισ. ευρώ.
Παρά τη διεθνή άνοδο των αποδόσεων, η ελληνική αγορά κρατικών ομολόγων έχει επιδείξει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα και η άνοδος των ελληνικών επιτοκίων αντανακλά σε μεγάλο βαθμό τις διεθνείς πιέσεις, ενώ η βελτίωση του πιστωτικού προφίλ της χώρας συνεχίζει να στηρίζει τους ελληνικούς τίτλους. Σύμφωνα με τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα, τα ελληνικά κρατικά ομόλογα επιδεικνύουν ισχυρή ανθεκτικότητα και η διεθνής αγορά τα τιμολογεί πλέον πιο κοντά σε χώρες με πιστοληπτική διαβάθμιση «A» παρά σε εκείνες με διαβάθμιση «BBB». Η θετική αυτή αποτίμηση και η αλλαγή της αντίληψης των επενδυτών για το ρίσκο του ελληνικού χρέους βασίζονται στις ανοδικές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, στη στρατηγική της Ελλάδας για πρόωρη εξόφληση διμερών δανείων που μειώνει ταχύτερα το δημόσιο χρέος, καθώς και στη διατήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας με υψηλότερα πλεονάσματα.
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Απογευματινή».
