Γραφείο Προϋπολογισμού: Αυξήστε τις δαπάνες για επενδύσεις και όχι για επιδόματα

H θετική επίδραση στο ΑΕΠ μέσω δημόσιων επενδύσεων είναι διπλάσια σε σχέση με την επίδραση μέσω της αύξησης της δημόσιας κατανάλωσης

Το κτίριο της Βουλής © EUROKINISSI/ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ

Ξεκάθαρο σήμα υπέρ της αύξησης των δημοσίων δαπανών για επενδύσεις έστειλε χθες το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής, κατά τη χθεσινή παρουσίαση της έκθεσής του για το γ΄ τρίμηνο του 2026.

Και αυτό γιατί η δημόσιες επενδυτικές δαπάνες έχουν έως και διπλάσιο θετικό αντίκτυπο στο ΑΕΠ και άρα στα εισοδήματα των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων σε σχέση με τις δημόσιες δαπάνες που ευνοούν απευθείας την ιδιωτική κατανάλωση (σ.σ. αυξήσεις σε επιδόματα, κλπ.).

Συγκεκριμένα, το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης την οποία έκανε το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής είναι πως «οι διαθέσιμοι δημόσιοι πόροι θα πρέπει να κατανέμονται με κριτήριο την οικονομική αποτελεσματικότητα και την ενίσχυση της μακροχρόνιας αναπτυξιακής δυναμικής της Ελληνικής οικονομίας».

Η ανάλυση αυτή ήλθε στο φως της δημοσιότητας, την ίδια μέρα που η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα, σε συνεργασία με τον ΙΟΒΕ, παρουσίαζε μία άλλη μελέτη με θέμα «το ο οικονομικό αποτύπωμα της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας (ΕΑΤ) –Προγράμματα για επιχειρήσεις 2019-2025».

Σύμφωνα με τη μελέτη του ΙΟΒΕ, για κάθε 1 ευρώ δεσμευμένο από την ΕΑΤ, οι συνολικές επενδύσεις δημιουργούν 3,58 ΑΕΠ ευρώ, ενώ για κάθε 1 ευρώ δανείου με στήριξη της ΕΑΤ, οι συνολικές επενδύσεις δημιουργούν 1,12 ευρώ ΑΕΠ για την ελληνική οικονομία. Παραπέρα, με τη συμβολή της ΕΑΤ, μέσων προγραμμάτων ύψους 11,5 δις ευρώ, γεννήθηκαν 383.600 θέσεις εργασίας σε ετήσια βάση, το οποίο αντιστοιχεί σε εισόδημα 7,3 δις ευρώ για τους εργαζομένους και 5 δις ευρώ για τα κρατικά ταμεία.

Οι αναλύσεις αυτές από πλευράς Γραφείου Προϋπολογισμού και ΙΟΒΕ έρχονται λιγότερο από ένα μήνα μετά την ανακοίνωση του πακέτου νέων μόνιμων μέτρων στήριξης του εισοδήματος από το βήμα της ΔΕΘ, αλλά και ένα μήνα μετά το τέλος του Ταμείο Ανάκαμψης, το οποίο απειλεί -κατά ορισμένους αναλυτές- τη χώρα με επενδυτικό «γκρεμό».

Προς αποφυγήν ενός τέτοιου «γκρεμού» ναι μεν η κυβέρνηση κινητοποιεί πόρους από το υφιστάμενο ΕΣΠΑ, το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο, ενώ αναμένει τις επιδράσεις των δανείων του Ταμείου Ανάκαμψης, αλλά και των προκαταβολών του νέου ΕΣΠΑ από το 2028, πλην όμως -σύμφωνα με έγκυρες πηγές του powergame.gr- γίνεται ολοένα και περισσότερο αντιληπτό στο οικονομικό επιτελείο πως ολοένα και περισσότερο πλέον η χώρα πρέπει να στηρίζεται στους δικούς της, δηλαδή εθνικούς πόρους για επενδύσεις.

Όπως αναφέρει το Γραφείο Προϋπολογισμού, «το ζητούμενο πλέον είναι αν η ώθηση» που έχει δώσει το Ταμείο Ανάκαμψης «μπορεί να μετατραπεί σε μηχανισμό ανάπτυξης που θα στηρίζεται σε ίδιους πόρους και θα λειτουργεί χωρίς έκτακτη ευρωπαϊκή χρηματοδότηση».

Πολλαπλασιαστές δημοσίων δαπανών στο ΑΕΠ

Πιο αναλυτικά, στην παρουσίαση της γ΄ τριμηνιαίας έκθεσης του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής, αναφέρεται πως η ανάλυση η οποία έχει γίνει βασίζεται σε τριμηνιαία στοιχεία της περιόδου 1999–2025 µε διάκριση δαπάνης µμεταξύ δημόσιας κατανάλωσης και δημόσιων επενδύσεων.

Οι οικονομετρικές εκτιμήσεις δείχνουν ότι τόσο η δημόσια κατανάλωση όσο και οι δημόσιες επενδύσεις στηρίζουν την οικονομική δραστηριότητα, αλλά µε διαφορετικό χρονικό προφίλ.

Στο αρχικό τρίμηνο, η επίδραση της δημόσιας κατανάλωσης είναι ελαφρώς µμεγαλύτερη. Στον ορίζοντα ενός έτους, οι σωρευτικοί πολλαπλασιαστές είναι σχεδόν ίσοι και κοντά στη µμονάδα.

Στη συνέχεια, όμως, η επίδραση των δημόσιων επενδύσεων εμφανίζεται περισσότερο επίμονη:

  • Στα 2 έτη ο σωρευτικός πολλαπλασιαστής στο ΑΕΠ εκτιμάται σε 1,71 ευρώ, έναντι 1,14 ευρώ για τη δημόσια κατανάλωση.
  • Στα 3 έτη οι αντίστοιχες εκτιμήσεις διαμορφώνονται σε 2,25 ευρώ και 1,06 ευρώ.

Η ιδιωτική κατανάλωση αυξάνεται µετά από µια απρόσμενη αύξηση είτε της δημόσιας κατανάλωσης είτε των δημόσιων επενδύσεων – πιο επίµονη η επίδραση των δηµοσίων επενδύσεων Οι ιδιωτικές επενδύσεις αυξάνονται κατά 2% περίπου µετά από αύξηση των δημόσιων επενδύσεων. Η αύξηση είναι σηµαντικά θετική σε ορίζοντα δύο και τριών ετών.

Η ενίσχυση αυτή είναι πιο επίμονη και στατιστικά σημαντική από την αντίστοιχη αντίδραση µετά από αύξηση της δημόσιας κατανάλωσης.

Το πρότυπο είναι συμβατό µε σταδιακή ενίσχυση των επιχειρηματικών επενδύσεων και εμφάνιση συμπληρωματικής επενδυτικής δραστηριότητας µε χρονική υστέρηση.

Επίδραση Δημοσιονομικής δαπάνης στην ιδιωτική ζήτηση

Πέρα από την επίδραση στο ΑΕΠ, η ανάλυση εξετάζει και την αντίδραση βασικών συνιστωσών της ιδιωτικής ζήτησης στις ίδιες δημοσιονομικές διαταραχές, τονίζει το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής.

Η ιδιωτική κατανάλωση αυξάνεται μετά από μια απρόσμενη αύξηση είτε της δημόσιας κατανάλωσης είτε των δημόσιων επενδύσεων, με μεγαλύτερη διάρκεια της θετικής αντίδρασης στη δεύτερη περίπτωση.

Το εύρημα είναι συμβατό με ενίσχυση της ιδιωτικής ζήτησης, χωρίς να προσδιορίζει από μόνο του τον ακριβή μηχανισμό μετάδοσης.

Μηνύματα για τη Δημοσιονομική Πολιτική

Από το Γραφείο Προϋπολογισμό της Βουλής, επισημαίνεται επίσης πως τα αποτελέσματα της παραπάνω ανάλυσης, αναδεικνύουν τη σημασία της σύνθεσης των δημόσιων δαπανών, πέρα από το συνολικό τους ύψος. Ειδικότερα, οι εκτιμήσεις υποδεικνύουν ότι οι δημόσιες επενδύσεις μπορεί να έχουν πιο επίμονη επίδραση στην οικονομική δραστηριότητα και να συνοδεύονται, με χρονική υστέρηση, από ενίσχυση των επιχειρηματικών επενδύσεων.

Η αξιολόγηση κάθε δημοσιονομικής παρέμβασης απαιτεί, ωστόσο, συνεκτίμηση της ποιότητας και της επιλογής των έργων, της δυνατότητας έγκαιρης υλοποίησής τους και του δημοσιονομικού τους κόστους. Ένας δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής μεγαλύτερος της μονάδας δεν συνεπάγεται αυτοχρηματοδότηση της δαπάνης ούτε αποτελεί, από μόνος του, επαρκές κριτήριο για την επιλογή ενός συγκεκριμένου έργου.

Τα ζητήματα αυτά θα αναπτυχθούν περαιτέρω σε ερευνητικό δοκίμιο που ετοιμάζει το Γραφείο για τους δημοσιονομικούς πολλαπλασιαστές. Το δοκίμιο θα εξετάζει συστηματικότερα τη σχετική διεθνή και ελληνική βιβλιογραφία, τους παράγοντες που επηρεάζουν το μέγεθος και τη διάρκεια των πολλαπλασιαστών, καθώς και τον ρόλο της σύνθεσης των δημοσιονομικών παρεμβάσεων και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της ελληνικής οικονομίας.