Σε νέο κύκλο αναταράξεων βρίσκονται οι διεθνείς αγορές ομολόγων, καθώς στις ανησυχίες για τον πληθωρισμό, τα διογκωμένα δημοσιονομικά ελλείμματα και τις τιμές του πετρελαίου προστίθεται ένας απρόσμενος παράγοντας: η εκρηκτική ζήτηση χρηματοδότησης από τους τεχνολογικούς κολοσσούς για επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη.
Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων καταγράφουν νέα άνοδο και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, με το αμερικανικό 10ετές να ξεπερνά το 5,33%, το γαλλικό να προσεγγίζει το 5% και το ελληνικό να κινείται πάνω από το 4,5%. Την ίδια ώρα, οι ασιατικές μετοχές υποχωρούν, το ευρώ βρίσκεται κοντά σε χαμηλά 17 μηνών και το μπρεντ ξεπερνά τα 102 δολάρια το βαρέλι.
Σύμφωνα με το Reuters, η επιδείνωση του κλίματος συνδέεται πλέον και με τις πληροφορίες ότι μεγάλες τεχνολογικές επιχειρήσεις ετοιμάζονται να αντλήσουν δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια από τις αγορές χρέους, ανταγωνιζόμενες ευθέως τα κράτη για τα διαθέσιμα επενδυτικά κεφάλαια.
Άλμα στις αποδόσεις των ομολόγων σε ΗΠΑ και Ευρώπη
Το πρωί της Πέμπτης, η απόδοση του αμερικανικού 10ετούς ομολόγου διαμορφωνόταν στο 5,331%, αυξημένη κατά 5,3 μονάδες βάσης, έχοντας κινηθεί σε υψηλά περίπου 24 ετών. Ακόμη εντονότερες ήταν οι πιέσεις στα ομόλογα μεγαλύτερης διάρκειας, με την απόδοση του αμερικανικού 30ετούς να φτάνει στο 5,718%, ενώ του 2ετούς διαμορφωνόταν στο 4,791%.
Η ανοδική τάση είναι γενικευμένη και στην Ευρώπη. Η απόδοση του γερμανικού 10ετούς ενισχύθηκε στο 3,504%, του γαλλικού στο 4,908%, του ιταλικού στο 4,688% και του ισπανικού στο 4,159%. Στη Βρετανία, το αντίστοιχο επιτόκιο δανεισμού έφτασε στο 5,489%.
Από τις πιέσεις δεν εξαιρείται η Ελλάδα, με την απόδοση του ελληνικού 10ετούς να αυξάνεται στο 4,522%, από 4,485% προηγουμένως.
Σύμφωνα με αναλυτές της State Street Investment Management, τους οποίους επικαλείται η Wall Street Journal, η άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις των τελευταίων ετών στις αγορές χρέους. Παρότι οι υψηλότερες αποδόσεις προσφέρουν θεωρητικά μεγαλύτερα περιθώρια κέρδους στους επενδυτές, οι αναλυτές εκτιμούν ότι οι κίνδυνοι παραμένουν αυξημένοι, ιδιαίτερα για όσους επιλέγουν ομόλογα με μεγάλη διάρκεια έως τη λήξη τους.
Στο ίδιο μήκος κύματος, η JoAnne Bianco της BondBloxx Investment Management επισημαίνει ότι η άνοδος του κόστους δανεισμού των ΗΠΑ δεν συνδέεται μόνο με την πορεία των επιτοκίων της Federal Reserve. Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν επίσης οι ανησυχίες για τα δημόσια οικονομικά, οι ολοένα μεγαλύτερες ανάγκες δανεισμού της αμερικανικής κυβέρνησης και ο κίνδυνος νέων πληθωριστικών πιέσεων. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι επενδυτές ζητούν υψηλότερες αποδόσεις προκειμένου να αναλάβουν τον πρόσθετο κίνδυνο.
Η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει τους κανόνες στην αγορά χρέους
Η νέα πρόκληση για τις κυβερνήσεις προέρχεται από την ίδια την έκρηξη των επενδύσεων στην AI. Σύμφωνα με πληροφορίες της Wall Street Journal που επικαλείται το Reuters, η Broadcom αναζητά χρηματοδότηση ύψους 50 δισ. δολαρίων, ενώ η SpaceX σχεδιάζει την έκδοση ομολόγων επενδυτικής βαθμίδας ύψους 30 δισ. δολαρίων και την εξασφάλιση επιπλέον τραπεζικών δανείων 10 δισ. δολαρίων, με στόχο την αγορά προηγμένων τσιπ της Nvidia. Χρηματοδότηση φέρεται να αναζητά και η Oracle.
Το μέγεθος των σχεδιαζόμενων εκδόσεων εντείνει τον ανταγωνισμό για κεφάλαια, ακριβώς τη στιγμή που οι κυβερνήσεις χρειάζονται όλο και περισσότερα χρήματα για να καλύψουν δημοσιονομικά ελλείμματα, αμυντικές δαπάνες και τις αυξανόμενες ανάγκες υγείας και συντάξεων.
Παράλληλα, εντείνονται οι προβληματισμοί για το κατά πόσο οι επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη θα αποφέρουν τις απαιτούμενες αποδόσεις ώστε να εξυπηρετηθεί ο νέος δανεισμός.
Ο Nigel Green, διευθύνων σύμβουλος της deVere Group, προειδοποιεί για τον κίνδυνο ενός φαύλου κύκλου, στον οποίο οι κατασκευαστές τσιπ χρηματοδοτούν επιχειρήσεις που αγοράζουν τα ίδια τους τα προϊόντα. Όπως επισημαίνει, η ανάπτυξη της AI, που αρχικά βασιζόταν στα διαθέσιμα των εταιρειών, στηρίζεται ολοένα περισσότερο στον δανεισμό, μεταφέροντας μέρος του κινδύνου σε ομολογιακά και συνταξιοδοτικά χαρτοφυλάκια.
Η γαλλική κρίση και οι κινήσεις των μεγάλων επενδυτών
Στην Ευρωζώνη, η δημοσιονομική κρίση της Γαλλίας εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική εστία ανησυχίας, με τις πιέσεις να έχουν επεκταθεί στα ιταλικά και ελληνικά ομόλογα.
Ο επικεφαλής της Τράπεζας της Γαλλίας, Εμμάνουελ Μουλέν αναγνώρισε τη σοβαρότητα της οικονομικής κατάστασης, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι η χώρα δεν χρειάζεται βοήθεια από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Παρά το αρνητικό κλίμα, ορισμένοι μεγάλοι επενδυτές διακρίνουν ευκαιρίες. Σύμφωνα με τους Financial Times, θεσμικά χαρτοφυλάκια εξετάζουν αγορές ομολόγων της Ευρωζώνης μετά το έντονο ξεπούλημα που προκάλεσε η γαλλική κρίση, εκτιμώντας ότι η πτώση των τιμών ενδέχεται σε ορισμένες περιπτώσεις να έχει υπερβάλει σε σχέση με τους πραγματικούς κινδύνους.
Το γεγονός αυτό αποτυπώνει τη διαφορετική στάση των επενδυτών: ενώ ορισμένοι περιορίζουν την έκθεσή τους στο κρατικό χρέος, άλλοι θεωρούν ότι οι υψηλότερες αποδόσεις δημιουργούν ευκαιρίες για επιλεκτικές τοποθετήσεις.
Πτώση στα ασιατικά χρηματιστήρια
Πρόσθετη αβεβαιότητα προκαλεί η νομισματική πολιτική των ΗΠΑ. Τα πρακτικά της τελευταίας συνεδρίασης της Federal Reserve έδειξαν ότι τα περισσότερα μέλη θεωρούν πιθανή μία ακόμη αύξηση επιτοκίων έως το τέλος του έτους.
Οι αγορές αποτιμούν στο 19% την πιθανότητα νέας αύξησης μέσα στον Οκτώβριο, αλλά στο 80% την πιθανότητα αντίστοιχης κίνησης τον Δεκέμβριο. Η Goldman Sachs αναμένει νέα αύξηση στο τέλος του έτους, χωρίς να αποκλείει η Fed να κρίνει τελικά ότι δεν απαιτείται περαιτέρω σύσφιγξη.
Στο μεταξύ, το πετρέλαιο κατέγραφε άνοδο 2,1%, στα 102,30 δολάρια το βαρέλι, καθώς οι αυξανόμενες επιθέσεις στη ναυσιπλοΐα στον Περσικό Κόλπο τροφοδοτούν νέες ανησυχίες για την προσφορά πετρελαίου και τις πληθωριστικές πιέσεις.
Η νευρικότητα αποτυπώνεται και στις ασιατικές χρηματιστηριακές αγορές, με τον ιαπωνικό Nikkei να υποχωρεί κατά 1,42%, τον νοτιοκορεατικό Kospi κατά 2,01%, τον κινεζικό Shanghai Composite κατά 1,09% και τον Shenzhen κατά 2,53%.
Την ίδια ώρα, το ευρώ κινείται κοντά στα 1,1204 δολάρια, ενώ ο δείκτης του αμερικανικού νομίσματος βρίσκεται κοντά σε υψηλά 18 μηνών.
Το βασικό ερώτημα για τις αγορές είναι πλέον κατά πόσο η ζήτηση των επενδυτών μπορεί να απορροφήσει ταυτόχρονα τις αυξανόμενες εκδόσεις κρατικού και εταιρικού χρέους. Με τον πληθωρισμό να παραμένει απειλή και τις επενδύσεις στην AI να απαιτούν τεράστια κεφάλαια, ο ανταγωνισμός για χρηματοδότηση ενδέχεται να διατηρήσει τις αποδόσεις των ομολόγων σε υψηλά επίπεδα, αυξάνοντας το κόστος δανεισμού για κυβερνήσεις και επιχειρήσεις.
