Νέο κύμα ισχυρών πιέσεων σαρώνει τις διεθνείς κεφαλαιαγορές, με τις αποδόσεις να κινούνται απότομα υψηλότερα και το μεγαλύτερο βάρος των ρευστοποιήσεων να συγκεντρώνεται στις μακρές διάρκειες.
Στο επίκεντρο βρίσκονται τα αμερικανικά Treasuries, η Γαλλία και η Βρετανία, ενώ σημαντική άνοδο καταγράφουν οι αποδόσεις και στην περιφέρεια της Ευρωζώνης.
Ο συνδυασμός υψηλών τιμών πετρελαίου, νέων φόβων για τον πληθωρισμό και ολοένα μεγαλύτερης ανησυχίας για τα δημοσιονομικά ελλείμματα και το δημόσιο χρέος οδηγεί τους επενδυτές να ζητούν υψηλότερο premium για να δεσμεύσουν τα κεφάλαιά τους σε ομόλογα διάρκειας 10, 20 ή 30 ετών. Το πετρέλαιο Brent κινείται παράλληλα πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, ενισχύοντας τον φόβο ότι η ενεργειακή κρίση θα διατηρήσει τον πληθωρισμό σε υψηλά επίπεδα.
Στις ΗΠΑ, η απόδοση του 30ετούς κρατικού ομολόγου έφθασε ενδοσυνεδριακά στο 5,73%, το υψηλότερο επίπεδο από το 2002. Το αμερικανικό 10ετές κινείται στην περιοχή του 5,33%, πολύ κοντά επίσης στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων δεκαετιών. Η κίνηση αυτή έχει ήδη πραγματικές επιπτώσεις στην οικονομία. Οι FT επισημαίνουν ότι το μέσο επιτόκιο των 30ετών στεγαστικών δανείων στις ΗΠΑ έφθασε το 7,49%, καθώς η άνοδος των αποδόσεων των κρατικών τίτλων περνά στο κόστος χρηματοδότησης νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
Η καμπύλη αποδόσεων
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η εικόνα της αμερικανικής καμπύλης αποδόσεων. Το 2ετές Treasury βρίσκεται περίπου στο 4,81%, αισθητά χαμηλότερα από το 10ετές και το 30ετές.
Τα βραχυπρόθεσμα ομόλογα επηρεάζονται περισσότερο από τις προσδοκίες για το επιτόκιο της Fed τους επόμενους μήνες. Αντίθετα, όσο μεγαλώνει η διάρκεια, τόσο περισσότερο η απόδοση ενσωματώνει κινδύνους όπως ο μακροχρόνιος πληθωρισμός, η μελλοντική προσφορά νέου χρέους και η δημοσιονομική βιωσιμότητα.
Με άλλα λόγια, η αγορά δεν λέει απλώς ότι τα επιτόκια θα μείνουν ψηλά. Ζητεί επιπλέον αποζημίωση για τον κίνδυνο να δανείσει το αμερικανικό Δημόσιο για τρεις δεκαετίες.
Πίεση στο γαλλικό χρέος
Στην Ευρώπη, η μεγαλύτερη πίεση συγκεντρώνεται στη Γαλλία. Η απόδοση του γαλλικού 10ετούς κινήθηκε έως περίπου το 4,92%, ενώ στο 30ετές έφθασε περίπου στο 5,45%. Πρόκειται για εξαιρετικά υψηλά επίπεδα για μία οικονομία που μέχρι πριν λίγα χρόνια χρηματοδοτούνταν με σχεδόν μηδενικό κόστος.
Οι ανησυχίες για τα γαλλικά δημόσια οικονομικά, σε συνδυασμό με την πολιτική αβεβαιότητα ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2027, έχουν οδηγήσει τους επενδυτές να απαιτούν ολοένα μεγαλύτερο ασφάλιστρο κινδύνου. Ο Akshay Singal, επικεφαλής του short-term interest rate trading της Citi, σημείωσε στους FT ότι «η Γαλλία μπορεί να είναι η πρώτη, αλλά δεν θα είναι η τελευταία», συνδέοντας τις πιέσεις με την έλλειψη αξιόπιστων δημοσιονομικών πολιτικών διεθνώς.
Η απόδοση του γερμανικού 10ετούς Bund βρίσκεται κοντά στο 3,5%, ενώ του 30ετούς περίπου στο 3,89%. Παρά τη γενικευμένη άνοδο των αποδόσεων, η Γερμανία εξακολουθεί συνεπώς να απολαμβάνει σαφώς χαμηλότερο κόστος χρηματοδότησης, λειτουργώντας ξανά ως βασικό ασφαλές καταφύγιο της Ευρωζώνης.
Πάνω από το 6% το βρετανικό 30ετές
Ιδιαίτερα έντονο είναι το sell-off και στη Βρετανία. Η απόδοση του 10ετούς gilt έχει ανεβεί περίπου στο 5,48%, ενώ το 30ετές πέρασε το 6%, φθάνοντας περίπου στο 6,02%, κοντά στο υψηλότερο επίπεδο του τελευταίου έτους.
Και εδώ η σύγκριση με το 2ετές, που κινείται περίπου στο 4,89%, είναι ενδεικτική. Η μεγάλη κλίση μεταξύ βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων τίτλων δείχνει ότι οι επενδυτές απαιτούν σημαντικό premium για τους δημοσιονομικούς και πληθωριστικούς κινδύνους των επόμενων δεκαετιών.
Οι αποδόσεις σε Γερμανία, Ιταλία, Ελλάδα
Στην Ιταλία, το 10ετές κινείται περίπου στο 4,68%, έχοντας επίσης δεχθεί έντονες πιέσεις στη διάρκεια της συνεδρίασης. Το 30ετές βρισκόταν κοντά στο 5,20%, έναντι 5,15% στο προηγούμενο κλείσιμο.
Στην Ελλάδα, η απόδοση του 10ετούς κινείται περίπου στο 4,52%, χαμηλότερα τόσο από τη Γαλλία όσο και από την Ιταλία. Το 30ετές ελληνικό ομόλογο είχε απόδοση 4,95% στο τελευταίο διαθέσιμο κλείσιμο της 6ης Οκτωβρίου. Η εικόνα αυτή έχει ιδιαίτερη συμβολική σημασία: η Ελλάδα, που για χρόνια αποτελούσε το βασικό σημείο αναφοράς του sovereign risk στην Ευρωζώνη, εμφανίζεται σήμερα να δανείζεται στη δεκαετία φθηνότερα από τη Γαλλία.
Το παγκόσμιο sell-off έχει επομένως δύο διαφορετικά επίπεδα. Στα 2ετή ομόλογα η συζήτηση εξακολουθεί να αφορά κυρίως τη Fed, την ΕΚΤ και την Τράπεζα της Αγγλίας, πόσο ψηλά θα πάνε τα επιτόκια και πότε θα μπορέσουν να αρχίσουν να τα μειώνουν. Στα 10ετή και στα 30ετή, όμως, η αγορά τιμολογεί ένα βαθύτερο πρόβλημα: περισσότερο δημόσιο χρέος, μεγάλες χρηματοδοτικές ανάγκες, υψηλότερες δαπάνες για άμυνα και ενέργεια και τον κίνδυνο ο πληθωρισμός να αποδειχθεί πιο επίμονος από ό,τι αναμενόταν.
