Πώς η Alpha Bank χτίζει χαρτοφυλάκιο ακινήτων ύψους 1 δισ.

Ο σχεδιασμός της Alpha Banke βασίζεται στην απόκτηση εισοδηματικών ακινήτων με εξασφαλισμένες μισθώσεις και προβλέψιμες αποδόσεις

Βασίλης Ψάλτης, CEO Alpha Bank © Alpha Bank

Ένα από τα πιο φιλόδοξα και ταυτόχρονα συστηματικά επενδυτικά εγχειρήματα στην ελληνική αγορά ακινήτων βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη από την Alpha Bank, η οποία έχει θέσει ως σαφή στόχο τη δημιουργία χαρτοφυλακίου αξίας 1 δισ. ευρώ μέσα στην επόμενη διετία. Ήδη, η τράπεζα έχει διανύσει περίπου τη μισή διαδρομή, με το χαρτοφυλάκιο να προσεγγίζει τα 500 εκατ. ευρώ, γεγονός που αποτυπώνει τόσο τον ρυθμό υλοποίησης όσο και την ένταση των επενδυτικών κινήσεων που βρίσκονται σε εξέλιξη.

Ο σχεδιασμός βασίζεται σε ένα ξεκάθαρο μοντέλο, την απόκτηση εισοδηματικών ακινήτων με εξασφαλισμένες μισθώσεις και προβλέψιμες αποδόσεις. Στο επίκεντρο βρίσκονται εμπορικά ακίνητα, σύγχρονα γραφεία και logistics, ενώ η έκθεση στον ξενοδοχειακό κλάδο παραμένει πιο επιλεκτική και συνδέεται αποκλειστικά με περιπτώσεις όπου υπάρχουν μακροχρόνιες συμβάσεις μίσθωσης. Στόχος είναι η δημιουργία ενός χαρτοφυλακίου με σταθερές ταμειακές ροές, το οποίο θα λειτουργεί ως πυλώνας δημιουργίας εισοδήματος για τον όμιλο, περιορίζοντας την έκθεσή του στις διακυμάνσεις της αγοράς.

Στο πλαίσιο αυτό, η τράπεζα έχει ενισχύσει αισθητά την παρουσία της στο retail, χωρίς ωστόσο να περιορίζεται σε αυτό. Η στρατηγική διαφοροποίησης παραμένει κεντρική επιλογή, με ισορροπία μεταξύ εμπορικών χρήσεων και γραφειακών χώρων. Χαρακτηριστικές είναι οι επενδύσεις σε ακίνητα υψηλής προβολής, όπως τα καταστήματα στην οδό Ερμού που μισθώνονται από διεθνή brands όπως η Zara και η Adidas, αλλά και το εμπορικό συγκρότημα Academy Gardens στη Λεωφόρο Κηφισού, το οποίο αποκτήθηκε από τη Hines και φιλοξενεί μεγάλους μισθωτές όπως η Leroy Merlin και η Intersport. Αντίστοιχα, η απόκτηση καταστήματος της Lidl στη Λεωφόρο Θηβών ενισχύει την παρουσία σε ακίνητα καθημερινής εμπορικής χρήσης με σταθερή επισκεψιμότητα.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στον τομέα των γραφείων, με εμβληματικό παράδειγμα την επένδυση στο Μινιόν, το οποίο επανατοποθετείται ως σύγχρονο κτίριο γραφείων. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και άλλες επενδύσεις, όπως ακίνητα που στεγάζουν δημόσιες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και τα κτίρια του Υπουργείου Τουρισμού στη Λεωφόρο Βασιλίσσης Αμαλίας, σε άμεση γειτνίαση με το Ζάππειο Μέγαρο, επιλογή που ενισχύεται από τη σταθερότητα του μισθωτή και την προνομιακή τοποθεσία.

Καθοριστική για τη διαμόρφωση της στρατηγικής υπήρξε και η υλοποίηση του Project Skyline, που αποτέλεσε τη μεγαλύτερη συναλλαγή real estate στην ελληνική αγορά. Η συμφωνία, που αρχικά αφορούσε 573 ακίνητα και στη συνέχεια αναδιαμορφώθηκε, υλοποιείται σε συνεργασία με τη Dimand, την Premia Properties και την EBRD. Η Alpha Bank διατηρεί ποσοστό 35% στο σχήμα, ενώ τα ακίνητα του χαρτοφυλακίου ήδη αποδίδουν σημαντικά έσοδα από μισθώματα, τα οποία αναμένεται να αυξηθούν περαιτέρω μέσω ανακαινίσεων και επανατοποθέτησης στην αγορά.

Σήμερα, η έμφαση έχει μετατοπιστεί σε σταδιακές αποεπενδύσεις μεμονωμένων ακινήτων, που αποφέρουν δεκάδες εκατομμύρια ευρώ ετησίως, με τα έσοδα του 2025 να ξεπερνούν τα 50 εκατ. ευρώ.

Σημαντικό ρόλο στον σχεδιασμό παίζουν και projects αστικής αναβάθμισης. Στη Σταδίου 40 προχωρά η δημιουργία της νέας έδρας της τράπεζας, μέσω πλήρους ανακαίνισης και ενεργειακής αναβάθμισης του ακινήτου. Την ίδια στιγμή, σε εκκρεμότητα βρίσκεται η αξιοποίηση των παλαιών γραφείων της πρώην Εμπορικής Τράπεζας, ενός μεγάλου και σύνθετου συγκροτήματος 24.000 τ.μ., για το οποίο εξετάζεται η χρήση της φιλοξενίας.

Συνολικά, η Alpha Bank φαίνεται να ακολουθεί ένα υβριδικό μοντέλο ανάπτυξης, συνδυάζοντας επιθετικές εξαγορές με ενεργή διαχείριση και στοχευμένες αποεπενδύσεις. Με σαφή στόχο, οργανωμένη κεφαλαιακή δομή και έμφαση σε ακίνητα με σταθερές αποδόσεις, η τράπεζα επιδιώκει όχι απλώς να αυξήσει το μέγεθος του χαρτοφυλακίου της, αλλά να δημιουργήσει έναν ισχυρό, ανθεκτικό και διαρκώς αποδοτικό πυλώνα real estate, ικανό να στηρίξει τη μακροπρόθεσμη στρατηγική της.