Ισχυρή δυναμική εξακολουθεί να εμφανίζει η ελληνική αγορά logistics, η οποία εισήλθε στο 2026 με θετικές επιδόσεις, παρά τις διεθνείς αβεβαιότητες και τις προκλήσεις που εξακολουθούν να επηρεάζουν την παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα. Η περιορισμένη διαθεσιμότητα σύγχρονων αποθηκευτικών χώρων, σε συνδυασμό με τη συνεχιζόμενη ζήτηση από εταιρείες λιανεμπορίου, βιομηχανίες και παρόχους υπηρεσιών logistics, διαμορφώνει συνθήκες περαιτέρω ανόδου των ενοικίων και ενίσχυσης του επενδυτικού ενδιαφέροντος.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Cushman & Wakefield Proprius για το πρώτο τρίμηνο του 2026, η απορρόφηση αποθηκευτικών χώρων διαμορφώθηκε σε περίπου 90.000 τετραγωνικά μέτρα, ενώ τα ενοίκια των ποιοτικότερων ακινήτων logistics (prime rents) διατηρήθηκαν στα 6 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο τον μήνα. Την ίδια στιγμή, οι αποδόσεις των κορυφαίων ακινήτων του κλάδου υποχώρησαν στο 6,8%, επιβεβαιώνοντας τη συνεχιζόμενη συμπίεση των yields που καταγράφεται τα τελευταία χρόνια.
Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει την αυξημένη ζήτηση για σύγχρονες εγκαταστάσεις logistics, σε μια περίοδο κατά την οποία η προσφορά εξακολουθεί να υπολείπεται σημαντικά των αναγκών της αγοράς. Ειδικά σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, οι διαθέσιμοι χώροι κατηγορίας Α προς μίσθωση παραμένουν περιορισμένοι, γεγονός που διατηρεί ανοδικές πιέσεις στα μισθώματα.
Η επενδυτική δραστηριότητα στον κλάδο ανήλθε περίπου στα 54 εκατ. ευρώ κατά το πρώτο τρίμηνο, με σημαντικό μέρος των συναλλαγών να αφορά βιομηχανικά ακίνητα και αποθηκευτικούς χώρους.
Η μεγαλύτερη συναλλαγή της περιόδου ήταν η πώληση ακινήτου logistics στη Σίνδο Θεσσαλονίκης, συνολικής επιφάνειας 24.703 τ.μ., έναντι τιμήματος 17 εκατ. ευρώ.
Την πώληση ανακοίνωσε η Premia Properties, και αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς αποτελεί μία από τις πρώτες μεγάλες επενδυτικές κινήσεις της Dedeman στην ελληνική αγορά logistics μετά την είσοδό της στη χώρα μέσω της εξαγοράς της Praktiker Hellas. Παράλληλα, αναδεικνύει τη στρατηγική των μεγάλων λιανεμπορικών ομίλων να ενισχύσουν τις υποδομές αποθήκευσης και διανομής τους, προκειμένου να υποστηρίξουν τα δίκτυα καταστημάτων και τις αυξανόμενες ανάγκες του ηλεκτρονικού εμπορίου.
Σύμφωνα με την Premia, το ακίνητο πωλήθηκε χωρίς ενεργή μίσθωση, καθώς μέχρι πρότινος ήταν εκμισθωμένο στην εταιρεία Seagull. Η αξία του ακινήτου στις 31 Δεκεμβρίου 2025 ανερχόταν σε 15,85 εκατ. ευρώ, γεγονός που υποδηλώνει ότι η πώληση πραγματοποιήθηκε σε τίμημα υψηλότερο από την τελευταία αποτίμησή του.
Από το συνολικό τίμημα των 17 εκατ. ευρώ, τα 9,9 εκατ. ευρώ θα διατεθούν για την αποπληρωμή δανειακών υποχρεώσεων, ενώ τα υπόλοιπα κεφάλαια θα κατευθυνθούν στην υλοποίηση του επενδυτικού προγράμματος της Premia Properties.
Η περιορισμένη διαθεσιμότητα επενδυτικών ακινήτων και η έλλειψη σύγχρονων αποθηκών οδηγούν όλο και περισσότερους επενδυτές στην αγορά γης και στην ανάπτυξη νέων εγκαταστάσεων logistics.
Ωστόσο, η στρατηγική αυτή συνοδεύεται από σημαντικές προκλήσεις. Οι χρονοβόρες αδειοδοτικές διαδικασίες, οι ανάγκες για αναβάθμιση υποδομών αλλά και το αυξημένο κόστος κατασκευής επιβραδύνουν την υλοποίηση νέων έργων, συμβάλλοντας στη διατήρηση του ελλείμματος προσφοράς.
Αποτέλεσμα είναι η συνεχής άνοδος των αξιών των ακινήτων logistics και η περαιτέρω συμπίεση των αποδόσεων, καθώς αυξάνεται ο ανταγωνισμός για τα διαθέσιμα ακίνητα υψηλών προδιαγραφών.
Τις θετικές προοπτικές της αγοράς στηρίζουν και τα μακροοικονομικά μεγέθη της χώρας. Η ελληνική οικονομία συνεχίζει να αναπτύσσεται με ρυθμό 2,3%, ενώ η βιομηχανική παραγωγή καταγράφει αύξηση 8,3%. Παράλληλα, ο δείκτης PMI της μεταποίησης διαμορφώνεται στις 54,5 μονάδες, επίπεδο που υποδηλώνει επέκταση της παραγωγικής δραστηριότητας.
Σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν επίσης οι μεταφορικές υποδομές. Ο Πειραιάς παραμένει η βασική πύλη εισόδου και διακίνησης εμπορευμάτων στη χώρα, αν και κατά το πρώτο τρίμηνο καταγράφηκαν ορισμένες βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις λόγω των διεθνών αναταράξεων στη ναυτιλία. Την ίδια στιγμή, η Θεσσαλονίκη ενισχύει διαρκώς τη θέση της ως περιφερειακός κόμβος για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια, προσελκύοντας νέες επενδύσεις σε αποθήκες και κέντρα διανομής.
Παρά τις προκλήσεις που συνδέονται με το κόστος ανάπτυξης νέων έργων και τη διεθνή οικονομική αβεβαιότητα, η εικόνα της ελληνικής αγοράς logistics παραμένει θετική. Η ισχυρή ζήτηση, η περιορισμένη προσφορά ποιοτικών χώρων, η ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου και η ενίσχυση των επενδύσεων σε υποδομές εφοδιαστικής αλυσίδας δημιουργούν προϋποθέσεις για συνέχιση της ανοδικής πορείας του κλάδου.
Αναδημοσίευση από «Απογευματινή»
