Ακίνητα: Φρένο στις μεταβιβάσεις τον Απρίλιο, οι υψηλές τιμές δοκιμάζουν τις αντοχές της αγοράς

Η επιβράδυνση της αγοράς αποτυπώθηκε με μεγαλύτερη ένταση στις μεταβιβάσεις γης. Tα έσοδα από τον αντίστοιχο φόρο μειώθηκαν 28%

Πολυκατοικίες, ακίνητα στην Αθήνα © Eurokinissi

Η ελληνική αγορά ακινήτων εκπέμπει για πρώτη φορά μετά από μήνες ένα διπλό μήνυμα. Από τη μία οι τιμές παραμένουν σε ιστορικά υψηλά επίπεδα και η πρόσβαση στην κατοικία γίνεται ολοένα δυσκολότερη για χιλιάδες νοικοκυριά, από την άλλη τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι η έντονη δυναμική των συναλλαγών αρχίζει να χάνει ταχύτητα. Ο Απρίλιος του 2026 κατέγραψε αισθητή υποχώρηση στις μεταβιβάσεις ακινήτων, εξέλιξη που προκαλεί προβληματισμό σε μια αγορά η οποία τα προηγούμενα χρόνια κινούνταν με σταθερά ανοδικούς ρυθμούς. Παρότι το πρόγραμμα «Σπίτι μου 2» και η επιστροφή ξένων επενδυτών τροφοδότησαν σημαντική κινητικότητα στις αρχές του έτους, η συνεχής αύξηση των τιμών και η περιορισμένη προσφορά διαθέσιμων κατοικιών φαίνεται να δοκιμάζουν πλέον τις αντοχές της αγοράς, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα το βάθος του στεγαστικού προβλήματος.

Τα τελευταία στοιχεία της ΑΑΔΕ καταγράφουν επιβράδυνση της δραστηριότητας τον Απρίλιο του 2026, καθώς τα έσοδα από τον φόρο μεταβίβασης ακινήτων μειώθηκαν κατά 10,9% σε σύγκριση με τον αντίστοιχο μήνα του 2025. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει τη δυσκολία που αντιμετωπίζουν ολοένα και περισσότεροι ενδιαφερόμενοι αγοραστές να προχωρήσουν σε αγορά κατοικίας, παρά τη διατήρηση της ζήτησης σε υψηλά επίπεδα.

Ωστόσο, η συνολική εικόνα του πρώτου τετραμήνου παραμένει θετική. Σύμφωνα με τα στοιχεία της φορολογικής διοίκησης, τα έσοδα από τον φόρο μεταβίβασης αυξήθηκαν κατά 7,3% σε ετήσια βάση, γεγονός που αντανακλά την έντονη κινητικότητα που καταγράφηκε κυρίως κατά τους πρώτους μήνες του έτους.

Οι περισσότερες συναλλαγές αφορούσαν διαμερίσματα, ενώ ακολούθησαν τα γραφεία και τα καταστήματα. Αντίθετα, οι μεταβιβάσεις οικοπέδων και αγροτεμαχίων κινήθηκαν σε χαμηλότερα επίπεδα.

Παράγοντες της αγοράς αποδίδουν τη σημαντική άνοδο που σημειώθηκε τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο στην ενεργοποίηση του προγράμματος «Σπίτι μου 2», το οποίο κινητοποίησε χιλιάδες υποψήφιους αγοραστές, κυρίως για παλαιότερες κατοικίες. Η σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025 ευνοεί τα φετινά μεγέθη, καθώς τότε το συγκεκριμένο πρόγραμμα δεν βρισκόταν σε εφαρμογή.

Την ίδια στιγμή, η αγορά καταγράφει αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος από ξένους επενδυτές, οι οποίοι το προηγούμενο έτος είχαν εμφανίσει πιο συγκρατημένη παρουσία. Η επιβράδυνση του Απριλίου αποτυπώθηκε τόσο στις μεταβιβάσεις κατοικιών όσο και στις συναλλαγές οικοπέδων και αγροτεμαχίων. Συγκεκριμένα:

  • Τα έσοδα από μεταβιβάσεις οικοδομών διαμορφώθηκαν σε 37,3 εκατ. ευρώ, έναντι 39,92 εκατ. ευρώ τον Απρίλιο του 2025.
  • Τα έσοδα από μεταβιβάσεις οικοπέδων και αγροτεμαχίων ανήλθαν σε 7,02 εκατ. ευρώ, από 9,81 εκατ. ευρώ ένα χρόνο νωρίτερα, καταγράφοντας πτώση 28,4%.

Παρά την υποχώρηση του Απριλίου, στο σύνολο του πρώτου τετραμήνου τα έσοδα από τον φόρο μεταβίβασης ακινήτων, που περιλαμβάνει οικοδομές, οικόπεδα και αγροτεμάχια, ανήλθαν σε 193,69 εκατ. ευρώ, έναντι 180,59 εκατ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2025, σημειώνοντας αύξηση 7,3%.

Κληρονομιές και δωρεές

Ανοδικά κινήθηκαν τον Απρίλιο και τα έσοδα από φόρους κληρονομιών, δωρεών και γονικών παροχών. Συγκεκριμένα, οι φόροι και τα τέλη κληρονομιών ανήλθαν σε 15,15 εκατ. ευρώ, από 15,08 εκατ. ευρώ τον αντίστοιχο μήνα του 2025, ενώ οι φόροι και τα τέλη δωρεών, γονικών και λοιπών παροχών αυξήθηκαν κατά 11,32%, φθάνοντας τα 5,03 εκατ. ευρώ από 4,54 εκατ. ευρώ.

Καθοριστικό ρόλο στις συγκεκριμένες μεταβιβάσεις εξακολουθεί να διαδραματίζει το αφορολόγητο όριο των 800.000 ευρώ που ισχύει για γονικές παροχές και δωρεές μεταξύ συγγενών πρώτου βαθμού. Η ευνοϊκή αυτή ρύθμιση έχει οδηγήσει πολλούς ιδιοκτήτες να προχωρούν έγκαιρα στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων προς τα παιδιά ή τα εγγόνια τους, προκειμένου να αποφύγουν μελλοντικές φορολογικές επιβαρύνσεις.

Υπενθυμίζεται ότι το 2025 τα συνολικά έσοδα από τον φόρο μεταβίβασης ακινήτων διαμορφώθηκαν σε 607,93 εκατ. ευρώ, έναντι 656,49 εκατ. ευρώ το 2024, καταγράφοντας μείωση κατά 48,56 εκατ. ευρώ ή 7,4%. Η πορεία των επόμενων μηνών αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η αγορά καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην αυξημένη ζήτηση, τα προγράμματα στήριξης της κατοικίας και τις επίμονες ανατιμήσεις στα ακίνητα, οι οποίες εξακολουθούν να τροφοδοτούν το στεγαστικό αδιέξοδο για μεγάλο μέρος των νοικοκυριών.