Οι ξένες εταιρείες, που αξιοποιούν το καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ώστε να δραστηριοποιηθούν στην ελληνική ασφαλιστική αγορά, δεν είναι ο μοναδικός πονοκέφαλος του κλάδου, όπως προκύπτει από τις ομιλίες και παρεμβάσεις στο 19ο Ασφαλιστικό Συνέδριο. Ένας από τους παλαίμαχους επιχειρηματίες του κλάδου, ο κ. Νικόλαος Μακρόπουλος, Εκτελεστικός Αντιπρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ΕΥΡΩΠΗ Ασφαλιστική, επισήμανε χαρακτηριστικά πως «ο αριθμός των ασφαλιστικών εταιρειών που λειτουργεί στην Ελλάδα έχει μειωθεί πάρα πολύ, είναι 25-26 επιχειρήσεις».
Η συρρίκνωση των εγχωρίων παικτών συνοδεύεται, όμως, κατά τον κ. Μακρόπουλο από τη δραστηριοποίηση ορισμένων ξένων εταιρειών. Πρόσθεσε πως «έχουν έρθει αυτές οι εταιρείες με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, εκ των οποίων οι περισσότερες, όχι όλες, υπάρχουν και σοβαρές εταιρείες, δημιουργούν πολλά σοβαρά προβλήματα στον κλάδο της ιδιωτικής ασφάλισης. Δηλαδή, έρχονται στην Ελλάδα, ασχολούνται κατ’ εξοχήν με τον κλάδο αυτοκινήτων, με αποτέλεσμα να παίρνουν ένα μερίδιο μεγάλο της αγοράς, 300.000 αυτοκίνητα μια μεγάλη ασφαλιστική εταιρεία από το εξωτερικό, και μετά από λίγα χρόνια ή πτωχεύουν γενικά, ή τα αποτελέσματά τους είναι αρνητικά στην Ελλάδα και αποχωρούν». Εξήγησε πως «αυτό είναι ένα θέμα το οποίο μας απασχολεί πολύ και οπωσδήποτε πρέπει να λυθεί όσον αφορά το μέλλον της ασφαλιστικής αγοράς».
Στην συνέχεια σε ερώτηση που του έγινε σχετικά με τις αλλαγές που παρατηρεί στο κλάδο, o κ. Μακρόπουλος έκανε μια ιστορική αναδρομή, εξηγώντας τους λόγους για τους οποίους φτάσαμε στις μαζικές πωλήσεις εταιρειών των προηγούμενων ετών. Ειδικότερα, θύμισε ότι κατά την περίοδο της κρίσης, «στα χρόνια, στα δύσκολα χρόνια που περάσαμε, οι πιστωτές ζήτησαν από τις τράπεζες να πωλήσουν, επειδή γινόταν ανασυγκρότηση και ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, θυμάστε πολύ σωστά, τότε υποχρέωσαν τις τράπεζες να πωλήσουν τις ασφαλιστικές εταιρείες». «Ο νόμος έλεγε non-core business (σ.σ. οι τομείς εκτός κύριας δραστηριότητας), δηλαδή ό,τι δεν είναι στη δραστηριότητα μιας τράπεζας πρέπει να πωληθεί».
Ως αποτέλεσμα, «πωλήθηκαν πολλές ασφαλιστικές εταιρείες από τις τράπεζες […] και σε αποτιμήσεις, πολύ χαμηλές». Ο ίδιος, πάντως, έδωσε τα εύσημα στις μεγάλες πολυεθνικές που εισήλθαν τότε στην Ελλάδα, σημειώνοντας ότι «είχαν το κουράγιο, σε αυτά τα δύσκολα χρόνια που δεν προχωρούσαν επενδύσεις, ήρθαν στην Ελλάδα, πίστεψαν στο θεσμό της ιδιωτικής ασφάλισης και αγόρασαν πολλές εταιρείες», κάνοντας εξαιρετικές επενδύσεις που τελικά τους απέδωσαν, με χαρακτηριστικό παράδειγμα μια πολύ γνωστή εταιρεία ζωής που «πωλήθηκε 850 εκατομμύρια».

Μαρκόπουλος, Εκτελεστικός Αντιπρόεδρος και Δ/νων Σύμβουλος ΕΥΡΩΠΗ Ασφαλιστική, στο 19th Insurance Conference, με τίτλο “Shaping the Future of Insurance” © Θεόδωρος Αναγνωστόπουλος/PHOTOPRESS Θ&Α Αναγνωστόπουλοι
Αλλαγή σκηνικού και στροφή προς το bancassurance
Την «ταυτόχρονη» στροφή των τραπεζών προς τις ασφαλιστικές εταιρείες υπογράμμισε στη συνέχεια ο κ. Μακρόπουλος αναφέροντας ότι η βελτίωση της οικονομίας και η θετική πορεία της χώρας σε σχέση με τα δύσκολα χρόνια του παρελθόντος έφεραν μια πλήρη αντιστροφή των κανόνων στην αγορά, με τις τράπεζες να επιδιώκουν πλέον την εξαγορά ασφαλιστικών εταιρειών. « Η οικονομία πάει καλά, η χώρα πάει πολύ καλύτερα απ’ ό,τι τα δύσκολα χρόνια που περάσαμε, αντιστράφηκαν τώρα οι κανόνες και οι τράπεζες θέλουν να αγοράσουν ασφαλιστικές εταιρείες».
Στη συνέχεια προχώρησε σε μια χαρτογράφηση των μεγάλων επιχειρηματικών συμφωνιών που έχουν γίνει έως σήμερα (M&As), ξεκινώντας από την πρώτη εξαγορά που έγινε, αυτή της Αγροτικής Ασφαλιστικής από την Ergo, φτάνοντας μέχρι τα πιο πρόσφατα μεγάλα deals: την εξαγορά της Ευρωπαϊκής Πίστης από την Allianz, της AXA από την Generali, της MetLife από την NN, καθώς και την εξαγορά της Ευρώπης Ασφαλιστικής από την Credia. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο γεγονός ότι «η Πειραιώς αγόρασε πρόσφατα την Εθνική Ασφαλιστική».
Μέσα από αυτό το μπαράζ αλλαγών, το σκηνικό μεταβάλλεται ριζικά, με τον ίδιο να εκτιμά ότι πλέον «δεν έχουν μείνει και πολλές τράπεζες οι οποίες να μπορούν να προχωρήσουν σε συνεργασίες στο bancassurance», πέρα από μία συστημική και ορισμένες συνεταιριστικές. «Άρα βλέπετε ότι έγιναν πολλές αλλαγές, άρα το σκηνικό αλλάζει, άρα υπάρχει αυτή τη στιγμή μια σημαντική αλλαγή όσον αφορά τις εξαγορές και συγχωνεύσεις».
Παράλληλα, τον τόνο για την στροφή των τραπεζών στις ασφάλειες επισήμανε και κ. Τριαντάφυλλος Λυσιμάχου, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εθνικής Ασφαλιστικής. Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε το bancassurance, ως κανάλι διαμεσολάβησης και όχι ως αυτόνομη εταιρεία, έχει διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην αλλαγή του ασφαλιστικού σκηνικού στην Ελλάδα. Αναλύοντας τα πλεονεκτήματα του μοντέλου, επισημαίνει ότι «το bancassurance σαν διαμεσολάβηση παρέχει μεγάλα κέρδη στις ασφαλιστικές εταιρείες με τις οποίες συνεργάζεται, δεδομένου ότι ο πελάτης της τράπεζας, ο οποίος γίνεται και πελάτης της ασφαλιστικής εταιρείας, είναι πιο πειθαρχημένος, έχει λιγότερη τάση προς την απάτη, και είναι πιο εύκολος, δεδομένου ότι ο κεντρικός σκοπός που ασφαλίστηκε είναι το τραπεζικό προϊόν και όχι το ασφαλιστικό».

κ. Τριαντάφυλλος Λυσιμάχου, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εθνικής Ασφαλιστικής, στο 19th Insurance Conference, με τίτλο “Shaping the Future of Insurance” © Θεόδωρος Αναγνωστόπουλος/PHOTOPRESS Θ&Α Αναγνωστόπουλοι
Αυτή η ιδιαιτερότητα της τραπεζικής πελατείας λειτουργεί ως καταλύτης για την ευρύτερη αγορά. Όπως εξήγησε ο ίδιος, «αυτό βέβαια δημιουργεί ένα περιβάλλον τέτοιο, στο οποίο μπορούν να αναπτυχθούν και άλλου είδους καλές συνέργειες, και μία εκ των οποίων είναι η ασφαλισιμότητα και η διεισδυτικότητα του προϊόντος στον πληθυσμό». Στο πλαίσιο αυτό, υπογραμμίζει τη διαχρονική προσφορά του θεσμού, συμπληρώνοντας ότι «έχει αποδειχθεί ότι οι τράπεζες, με το να πωλούν και ασφαλιστικό προϊόν —έστω με τον τρόπο που το πωλούσαν στην αρχή, τώρα διαφορετικά βέβαια— έχουν συμβάλει στο να αναπτυχθεί πάνω από 15%, ειδικά στα ακίνητα, η ασφαλισιμότητα των Ελλήνων», γεγονός που ανοίγει εξαιρετικά θετικές προοπτικές για το μέλλον του κλάδου. Καταλήγοντας, σημειώνει ότι αυτή η στρατηγική αλλαγή ευνοεί τελικά τον ίδιο τον καταναλωτή, ο οποίος απολαμβάνει προστασία με πολύ θετικές προοπτικές για το μέλλον.
Το νέο πεδίο κερδοφορίας
Το «πάντρεμα» των τραπεζών με τις ασφαλιστικές εταιρείες φαίνεται να αποτελεί πλέον μονόδρομο για τις ελληνικές τράπεζες. Συγκεκριμένα και οι τέσσερις συστημικές τράπεζες έχουν συνάψει στρατηγικές συνεργασίες με ισχυρούς ασφαλιστικούς ομίλους, δημιουργώντας έτσι μια «φρέσκια» και σημαντική πηγή εσόδων για την ενίσχυση της κερδοφορίας τους.
Την ίδια στιγμή η ασφαλιστική αγορά στην Ελλάδα εξακολουθεί να έχει μεγάλα περιθώρια ανάπτυξης, καθώς οι δαπάνες για ασφάλιση αντιστοιχούν μόλις στο 2,9% του ΑΕΠ, έναντι περίπου 7% στην Ευρώπη, ενώ μόνο το 25% των ασφαλιστικών προϊόντων πωλείται μέσω των τραπεζών (bancassurance), ποσοστό τρεις έως τέσσερις φορές χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Με απλά λόγια, οι Έλληνες αγοράζουν λιγότερα ασφαλιστικά προϊόντα σε σχέση με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους, γεγονός που σημαίνει ότι υπάρχει ακόμη μεγάλο περιθώριο ανάπτυξης της αγοράς. Οι τράπεζες αξιοποιούν το μεγάλο πελατολόγιό τους για να διαθέσουν, εκτός από τραπεζικά προϊόντα και ασφαλιστικές καλύψεις, όπως ασφάλειες ζωής, υγείας, κατοικίας και αυτοκινήτου. Με αυτόν τον τρόπο αυξάνουν τα έσοδά τους από προμήθειες και δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από τα έσοδα που προέρχονται από τα δάνεια.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Εθνική Τράπεζα, η οποία μέσω της συνεργασίας της με την Allianz αναμένει να τετραπλασιάσει τα έσοδά της από ασφαλιστικές δραστηριότητες, να αυξήσει κατά 6% τα καθαρά έσοδα από προμήθειες και να ενισχύσει την απόδοση των ενσώματων ιδίων κεφαλαίων της κατά περισσότερες από 50 μονάδες βάσης. Ουσιαστικά, οι τράπεζες επιδιώκουν να εξελιχθούν σταδιακά σε ολοκληρωμένους τραπεζοασφαλιστικούς ομίλους, προσφέροντας στους πελάτες τους τόσο τραπεζικές όσο και ασφαλιστικές υπηρεσίες από το ίδιο σημείο.
Αλλαγές και στο τομέα της διαμεσολάβησης
Παράλληλα με το bancassurance, ο κ. Μακρόπουλος επισημαίνει ότι σημαντικές ανακατατάξεις καταγράφονται και στον τομέα της ελεύθερης διαμεσολάβησης, όπου μεγάλα μεσιτικά γραφεία εξαγοράζουν άλλα, οδηγώντας σε μια ισχυρή συγκέντρωση των δυνάμεων της αγοράς. Ο ίδιος χαρακτηρίζει αυτή τη συγκέντρωση (consolidation) ως θετική εξέλιξη, ωστόσο, λόγω και της προσωπικής του διαδρομής στον κλάδο, υπογραμμίζει τη σημασία που διατηρεί η αυθεντική τεχνογνωσία. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά: «πιστεύω ότι πρέπει ακόμα να συνεχίζουν να υπάρχουν μεσιτικά γραφεία ή πρακτορειακά, τα οποία να είναι εξειδικευμένα σε εξειδικευμένους κλάδους. Άρα είναι η εξειδίκευση. Αν είναι πολύ σημαντικό».

Ο κ. Κωστής Αλφιέρης, Γενικός Γραμματέας της Ένωσης Ασφαλιστικών Διαμεσολαβητών Ελλάδος (ΕΑΔΕ) και Πρόεδρος του Συνδέσμου Ελλήνων Μεσιτών Ασφαλίσεων (ΣΕΜΑ), στο 19th Insurance Conference, με τίτλο “Shaping the Future of Insurance” © Θεόδωρος Αναγνωστόπουλος/PHOTOPRESS Θ&Α Αναγνωστόπουλοι
Στη συνέχεια στην ενότητα με θέμα «Η νέα αξία της Ασφαλιστικής Διαμεσολάβησης», ο κ. Κωστής Αλφιέρης, Γενικός Γραμματέας της Ένωσης Ασφαλιστικών Διαμεσολαβητών Ελλάδος (ΕΑΔΕ) και Πρόεδρος του Συνδέσμου Ελλήνων Μεσιτών Ασφαλίσεων (ΣΕΜΑ), ανέλυσε και αυτός με τη σειρά του πώς οι νέες συνθήκες στην τεχνολογία, την οικονομία, το κλίμα και την ψηφιακή μετάβαση συνδιαμορφώνουν ένα νέο περιβάλλον, όπου η έννοια του κινδύνου γίνεται πιο σύνθετη, απαιτητική και μετασχηματίζεται.
Όπως χαρακτηριστικά τόνισε, «μέσα σε αυτό το περιβάλλον αλλάζει και ο ρόλος της ασφαλιστικής διαμεσολάβησης. Απαιτούνται επαγγελματίες που κατανοούν σε βάθος το περιβάλλον, ενημερώνονται διαρκώς για τις εξελίξεις και αναλύουν ανάγκες, αξιολογούν κινδύνους και σχεδιάζουν λύσεις με ουσία και προοπτική», συμπληρώνοντας ότι η πραγματική αξία στην ασφάλιση δεν εντοπίζεται μόνο στο ίδιο το προϊόν, αλλά στη γνώση που το συνοδεύει.
Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε στην ευρωπαϊκή συζήτηση για την αναθεώρηση της οδηγίας IDD, η οποία αναδεικνύει μια νέα φιλοσοφία με επίκεντρο το value for money. Εξήγησε ότι «δεν αρκεί ένα προϊόν να είναι συμβατό με το κανονιστικό πλαίσιο. Πρέπει να αποδεικνύει ότι προσφέρει πραγματική αξία σε σχέση με το κόστος, τις καλύψεις και το τελικό όφελος για τον ασφαλισμένο», μια μεταβολή που επηρεάζει τον πυρήνα της διαμεσολάβησης. Καταλήγοντας, υπογράμμισε την ουσιαστική αναβάθμιση του επαγγέλματος, επισημαίνοντας ότι «ο ρόλος του μεσίτη ασφαλίσεων αναβαθμίζεται ουσιαστικά. Δεν είναι απλός ενδιάμεσος, αλλά ανεξάρτητος επαγγελματίας. Εξελίσσεται σε σύμβουλο διαχείρισης κινδύνου», ενώ διαβεβαίωσε ότι μέσω του ΣΕΜΑ, της ΕΑΔΕ και της ενιαίας συμμετοχής όλων των βαθμίδων, ο κλάδος μεριμνά διαρκώς για την εξέλιξή του.
