Στην υλοποίηση του δεύτερου βασικού και πιο δύσκολου σκέλους της Εθνικής Κοινωνικής Συμφωνίας για την ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων σχεδιάζει να προχωρήσει μέσα στον τρέχοντα μήνα η κυβέρνηση.
Το δεύτερο σκέλος αφορά τον καθορισμό των όρων με βάση τους οποίους θα ελέγχεται το ποσοστό 40% της κάλυψης, προκειμένου να κηρυχθεί μία κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας (κεντρικό σημείο της οποίας είναι οι αυξήσεις στους βασικούς μισθούς) επεκτάσιμη, δηλαδή υποχρεωτική και για τις επιχειρήσεις που δεν είναι μέλη της κλαδικής εργοδοτικής οργάνωσης η οποία υπογράφει μία τέτοια σύμβαση.
Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες του powergame.gr, τις επόμενες μέρες θα συνεδριάσει η νέα, «μόνιμη» Task Force κυβέρνησης – κοινωνικών εταίρων, προκειμένου να συζητήσει την επικείμενη Υπουργική Απόφαση σε σχέση με το ζήτημα αυτό.
Υπενθυμίζεται πως η εν λόγω Task Force (αντικείμενο της οποίας είναι ο συντονισμός κυβέρνησης – κοινωνικών εταίρων για την προώθηση των συλλογικών συμβάσεων) συγκροτήθηκε τον περασμένο μήνα, κατ’ εφαρμογήν του Εθνικού Σχεδίου για την προώθηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, το οποίο προβλέπεται σε σχετική Απόφαση της υπουργού Εργασίας, Νίκης Κεραμέως (Δεκέμβριος 2025).
Σημειώνεται πως το πρώτο βασικό σκέλος της Εθνικής Κοινωνικής Συμφωνίας, το οποίο αφορά τη δυνατότητα συνυπογραφής (μαζί με τις αντίστοιχες κλαδικές εργατικές οργανώσεις) κλαδικών συλλογικών συμβάσεων από τη ΓΣΕΕ, χωρίς να λαμβάνεται υπ’ όψιν το ποσοστό κάλυψης 40%, έχει τεθεί ήδη σε εφαρμογή. Και αυτό γιατί η ΓΣΕΕ έχει ήδη συνυπογράψει κλαδικές συμβάσεις, όπως π.χ. τη σύμβαση στην εστίαση.
Το κλειδί της επεκτασιμότητας χωρίς την κάλυψη της ΓΣΕΕ
Στην περίπτωση της συνυπογραφής κλαδικής συλλογικής σύμβασης από τη ΓΣΕΕ, οι «τεχνικές» διαδικασίες είναι απλούστατες. Το μόνο που απαιτείται είναι να έχει εγγραφεί στο Γενικό Συνδικαλιστικό Μητρώο του υπουργείου Εργασίας η κλαδική εργατική οργάνωση η οποία θα καλέσει την τριτοβάθμια οργάνωση να συνυπογράψει.
Αλλά δεν ισχύει το ίδιο αν μία κλαδική εργατική οργάνωση δεν επιθυμεί τη συμμετοχή της ΓΣΕΕ σε αυτήν τη διαδικασία. Γιατί όχι μόνο θα πρέπει να έχει εγγραφεί στο Μητρώο του υπ. Εργασίας, αλλά θα πρέπει να μπει στη διαδικασία ελέγχου του αν τηρείται η ρήτρα του 40% που προβλέπει ο νόμος της Εθνικής Κοινωνικής Συμφωνίας.
Ο έλεγχος αυτός σχεδιάζεται με τον εξής μηχανισμό σε γενικές γραμμές: Με τη συσχέτιση του πλήθους των επιχειρήσεων που είναι μέλη μιας κλαδικής εργοδοτικής οργάνωσης με το πλήθος των εργαζομένων του ίδιου κλάδου – με βάση, όμως, τους ΚΑΔ (σ.σ. Κωδικοί Αριθμοί Δραστηριότητας).
Εφόσον με βάση την παραπάνω συσχέτιση προκύπτει πως στις επιχειρήσεις-μέλη μιας κλαδικής εργοδοτικής οργάνωσης απασχολείται τουλάχιστον το 40% του κλάδου, τότε οι αυξήσεις στους μισθούς κ.λπ. που προβλέπει η συλλογική σύμβαση την οποία έχουν υπογράψει οι δυο μεριές θα κηρύσσεται από το Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας επεκτάσιμη, δηλαδή υποχρεωτική και για τους εργαζομένους των επιχειρήσεων που δεν είναι μέλη μιας κλαδικής εργοδοτικής οργάνωσης.
Αν δεν «πιάνεται» το 40%, τότε δεν θα κηρύσσεται υποχρεωτική και για εργαζομένους των επιχειρήσεων που δεν είναι μέλη της κλαδικής εργοδοτικής οργάνωσης. Αυτό δεν σημαίνει πως η εν λόγω σύμβαση θα είναι άκυρη, δηλαδή δεν θα δεσμεύει τις επιχειρήσεις που είναι μέλη της κλαδικής εργοδοτικής οργάνωσης. Απλά δεν θα είναι επεκτάσιμη.
Πρόσβαση των Συνδικαλιστικών Οργανώσεων στο Εργάνη ΙΙ
Με διάταξη που περιλήφθηκε εμβόλιμα στο νομοσχέδιο περί ίσης αμοιβής γυναικών και ανδρών (το οποίο ψηφίστηκε στις 2/7/26) προβλέπεται πως οι οργανώσεις των εργοδοτών και των εργαζομένων θα έχουν πρόσβαση μέσω του Πληροφοριακού Συστήματος ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ (σ.σ. στο οποίο πρέπει να ενταχθούν και τα Συνδικαλιστικά Μητρώα και οι Συμβάσεις) σε ανωνυμοποιημένα στοιχεία που αφορούν σε αριθμούς εργαζομένων ανά ειδικότητα, κλάδο οικονομικής δραστηριότητας και γεωγραφική περιοχή.
Επίσης, οι οργανώσεις εργοδοτών θα έχουν πρόσβαση σε ανωνυμοποιημένα στοιχεία αναφορικά με τον αριθμό και τις ειδικότητες των εργαζομένων των επιχειρήσεων που είναι μέλη τους». Και αυτό με στόχο την «αποτελεσματική άσκηση των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων και των συλλογικών διαπραγματεύσεων».
Στην ανάλυση συνεπειών ρύθμισης διευκρινίζεται πως «τα στοιχεία αυτά αφορούν τον αριθμό εργαζομένων ανά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας (βάσει Κ.Α.Δ.), ανά ειδικότητα (βάσει Σ.Τ.ΕΠ.) και ανά γεωγραφική περιοχή».
Παραπέρα, σημειώνεται πως «με τον τρόπο αυτόν εξασφαλίζεται ότι οι οργανώσεις που συμμετέχουν στη διαδικασία συλλογικών διαπραγματεύσεων διαθέτουν αξιόπιστα και αντικειμενικά στοιχεία σχετικά με τον αριθμό των εργαζομένων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της υπό διαπραγμάτευση συλλογικής ρύθμισης.
