Η ιστορία των αποχωρήσεων από τον ΟΠΕΚ

Μια διαδρομή εσωτερικών κλυδωνισμών για τον ΟΠΕΚ, με τα μέλη του να καθορίζουν τις στρατηγικές τους με γνώμονα τα εθνικά τους συμφέροντα

Η έδρα του ΟΠΕΚ στη Βιέννη © EPA/CHRISTIAN BRUNA

Η πρόσφατη και αιφνιδιαστική ανακοίνωση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (ΗΑΕ) ότι αποχωρούν από τον ΟΠΕΚ και τον ΟΠΕΚ+ προκάλεσε ισχυρούς τριγμούς στη διεθνή ενεργειακή σκακιέρα.

Πάντως η απόφαση αυτή, που ελήφθη εν μέσω γεωπολιτικής αστάθειας και ιστορικών ενεργειακών σοκ, δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό, αλλά προστίθεται σε μια σειρά αποχωρήσεων που έχουν σημαδέψει την ιστορία του Οργανισμού.

Παρά την προσπάθεια του ΟΠΕΚ να παρουσιάζει ένα αρραγές μέτωπο, η ιστορική πραγματικότητα δείχνει ότι η ενότητα αυτή έχει δοκιμαστεί επανειλημμένα. Πριν από τα ΗΑΕ, τρεις ακόμη χώρες, το Κατάρ, ο Ισημερινός και η Ανγκόλα ολοκλήρωσαν την έξοδό τους από το καρτέλ, ενώ άλλες δύο περιπτώσεις, αυτές της Γκαμπόν και της Ινδονησίας, έφτασαν πολύ κοντά στην οριστική ρήξη ή οδηγήθηκαν σε μακροχρόνιες αναστολές της ιδιότητας του μέλους.

Η ιστορία των αποχωρήσεων αντανακλά τη διαρκή σύγκρουση μεταξύ των εθνικών συμφερόντων και της συλλογικής πολιτικής παραγωγής.

Η διαδρομή του ΟΠΕΚ από το 1960

Ο ΟΠΕΚ ιδρύθηκε τον Σεπτέμβριο του 1960 στη Βαγδάτη, σε μια εποχή όπου η παγκόσμια αγορά πετρελαίου ελεγχόταν από το ολιγοπώλιο των «Επτά Αδελφών».

Τα πέντε ιδρυτικά μέλη – Ιράν, Ιράκ, Κουβέιτ, Σαουδική Αραβία και Βενεζουέλα – ενώθηκαν για να ανακτήσουν την κυριαρχία επί των φυσικών τους πόρων. Σύντομα, ο Οργανισμός άρχισε να επεκτείνεται: το Κατάρ προσχώρησε το 1961, η Ινδονησία και η Λιβύη το 1962, τα ΗΑΕ το 1967, η Αλγερία το 1969 και η Νιγηρία το 1971.

Η δεκαετία του ’70 ήταν η χρυσή εποχή του Οργανισμού, με την ένταξη του Ισημερινού (1973) και της Γκαμπόν (1975).

Ωστόσο, η ιστορία των αποχωρήσεων ξεκίνησε επίσης νωρίς. Το Κατάρ αποχώρησε το 2019. Ο Ισημερινός ανέστειλε τη συμμετοχή του το 1992, για να επιστρέψει το 2007 και να αποχωρήσει οριστικά το 2020. Η Γκαμπόν τερμάτισε τη συμμετοχή της το 1995, αλλά επανήλθε το 2016. Η Ανγκόλα εισήλθε το 2007 και αποχώρησε το 2024. Η Ινδονησία αποτελεί την πιο περίπλοκη περίπτωση, καθώς ανέστειλε την ιδιότητά της το 2009, επανήλθε το 2016 για λίγους μήνες και έκτοτε παραμένει σε αναστολή.

Τα τελευταία χρόνια, ο Οργανισμός διευρύνθηκε με την Ισημερινή Γουινέα (2017) και το Κονγκό (2018).

Η σημαντικότερη όμως εξέλιξη ήταν η δημιουργία του ΟΠΕΚ+ το 2016, μια ευρύτερη συμμαχία με 10 μη-μέλη (συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας), που στοχεύει στον έλεγχο της παγκόσμιας προσφοράς απέναντι στην άνοδο του αμερικανικού σχιστολιθικού πετρελαίου. Τα μέλη του ΟΠΕΚ+ είναι οι Ρωσία, Καζακστάν, Μεξικό, Αζερμπαϊτζάν, Μαλαισία, Ομάν, Μπαχρέιν, Μπρουνέι, Σουδάν, Νότιο Σουδάν.

Η στρατηγική αποχώρηση του Κατάρ

Η αποχώρηση του Κατάρ την 1η Ιανουαρίου 2019 αποτέλεσε ένα σημαντικό ορόσημο, καθώς ήταν η πρώτη φορά που ένα κράτος της Μέσης Ανατολής εγκατέλειπε τον Οργανισμό μετά από 57 χρόνια.

Αν και η επίσημη αιτιολογία που προέβαλε ο Υπουργός Ενέργειας, Σαάντ αλ-Κάαμπι, ήταν «τεχνική και στρατηγική», η κίνηση αυτή ερμηνεύτηκε ευρέως ως πολιτικό πλήγμα κατά της Σαουδικής Αραβίας.

Εκείνη την περίοδο, το Κατάρ βρισκόταν υπό έναν 18μηνο διπλωματικό και οικονομικό αποκλεισμό από τη Σαουδική Αραβία και άλλες αραβικές χώρες, με κατηγορίες περί υποστήριξης της τρομοκρατίας. Παρόλο που η Ντόχα αρνήθηκε ότι η αποχώρηση συνδεόταν με την πολιτική κρίση, ήταν σαφές ότι η συμμετοχή σε έναν οργανισμό όπου κυριαρχούσε ο κύριος πολιτικός της αντίπαλος δεν εξυπηρετούσε πλέον τα συμφέροντά της.

Στρατηγικά, το Κατάρ αποφάσισε να επικεντρωθεί στην παραγωγή υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), όπου κατέχει ηγετική θέση παγκοσμίως, αντί για το αργό πετρέλαιο. Με παραγωγή περίπου 600.000 βαρελιών την ημέρα, το Κατάρ ήταν ένας από τους μικρότερους παραγωγούς του ΟΠΕΚ.

Επομένως, η έξοδός του δεν κλόνισε την αγορά πετρελαίου από άποψη όγκου, αλλά έστειλε ένα ηχηρό μήνυμα για τη διάβρωση της ενότητας του Κόλπου. Η κίνηση αυτή επέτρεψε στο Κατάρ να χαράξει μια αυτόνομη ενεργειακή πολιτική, μακριά από τις ποσοστώσεις παραγωγής που επέβαλε το Ριάντ.

Οι δημοσιονομικές πιέσεις οδηγούν στην έξοδο τον Ισημερινό

Ο Ισημερινός αποτελεί μια χαρακτηριστική περίπτωση χώρας που η παραμονή στον ΟΠΕΚ ήρθε σε σύγκρουση με την ανάγκη για εθνική οικονομική επιβίωση.

Η χώρα αποχώρησε για δεύτερη φορά την 1η Ιανουαρίου 2020, επικαλούμενη σοβαρά δημοσιονομικά προβλήματα.

Η οικονομία του Ισημερινού βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις εξαγωγές πετρελαίου για τη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού του. Οι ποσοστώσεις παραγωγής που επέβαλε ο ΟΠΕΚ για τη διατήρηση των τιμών εμπόδιζαν την κυβέρνηση να αυξήσει την παραγωγή της και να ενισχύσει τα δημόσια έσοδα.

Στην πραγματικότητα, ο Ισημερινός είχε παραβιάσει επανειλημμένα τις δεσμεύσεις του προς τον Οργανισμό πριν την αποχώρησή του, προσπαθώντας να εξισορροπήσει τα ελλείμματά του.

Η αποχώρηση αυτή προκάλεσε έκπληξη στον τότε Γενικό Γραμματέα Μοχάμεντ Μπαρκίντο, ο οποίος θεωρούσε τον Ισημερινό «πολύτιμο μέλος». Ωστόσο, η ανάγκη για «χρηματοπιστωτική σταθερότητα» υπερίσχυσε της διεθνούς συνεργασίας.

Με αποθέματα περίπου 8,3 δισεκατομμυρίων βαρελιών και παραγωγή άνω των 500.000 βαρελιών ημερησίως, ο Ισημερινός επέλεξε την ελευθερία να παράγει κατά το δοκούν, αποδεικνύοντας ότι για τα μικρότερα μέλη, το κόστος των περιορισμών του ΟΠΕΚ συχνά ξεπερνά τα οφέλη από τη συλλογική διαχείριση των τιμών.

Η Ανγκόλα αποχωρεί μετά τη σύγκρουση για τις ποσοστώσεις

Η αποχώρηση της Ανγκόλας τον Ιανουάριο του 2024 υπήρξε το αποτέλεσμα μιας παρατεταμένης και έντονης διαφωνίας σχετικά με τους στόχους παραγωγής.

Η Ανγκόλα, που εντάχθηκε το 2007, είδε την παραγωγή της να μειώνεται τα τελευταία χρόνια λόγω έλλειψης επενδύσεων και τεχνικών προβλημάτων σε βαθιά ύδατα.

Η κρίση κορυφώθηκε όταν ο ΟΠΕΚ+ μείωσε τον στόχο παραγωγής της Ανγκόλας για το 2024 στα 1,11 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα, ενώ η Λουάντα απαιτούσε 1,18 εκατομμύρια. Η κυβέρνηση της Ανγκόλας αισθάνθηκε ότι οι νέες ποσοστώσεις υπονόμευαν τις προσπάθειές της να προσελκύσει ξένες επενδύσεις και να αναζωογονήσει τον τομέα της. Ο υπουργός Διαμαντίνο Αζεβέντο δήλωσε χαρακτηριστικά ότι «η Ανγκόλα δεν κερδίζει τίποτα παραμένοντας στον οργανισμό».

Επιπλέον, η Ανγκόλα έχει έρθει πιο κοντά στις ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια. Η συμμετοχή σε ένα καρτέλ που συχνά συγκρούεται με τα δυτικά συμφέροντα και συνεργάζεται στενά με τη Ρωσία (μέσω του ΟΠΕΚ+) άρχισε να θεωρείται στρατηγικό βαρίδι.

Η Ανγκόλα προτίμησε να προστατεύσει τα δικά της συμφέροντα, επιδιώκοντας την αύξηση της παραγωγής της χωρίς εξωτερικούς περιορισμούς, παρόλο που οι προβλέψεις της IEA δείχνουν ότι η παραγωγική της ικανότητα ενδέχεται να συνεχίσει να φθίνει.

Οι περιπτώσεις της Ινδονησίας και της Γκαμπόν

Η Ινδονησία και η Γκαμπόν αποτελούν τα πιο εύγλωττα παραδείγματα της αμφιταλάντευσης των μελών.

Η Ινδονησία ανέστειλε την ιδιότητά της το 2009, καθώς μετατράπηκε από καθαρό εξαγωγέα σε καθαρό εισαγωγέα πετρελαίου. Ως εισαγωγέας, τα συμφέροντά της ταυτίζονταν πλέον με τις χαμηλές τιμές, κάτι που έρχεται σε άμεση αντίθεση με τον στόχο του ΟΠΕΚ.

Παρόλο που επανήλθε το 2016, η συμμετοχή της διήρκεσε μόλις λίγους μήνες. Όταν ο ΟΠΕΚ απαίτησε μείωση παραγωγής κατά 5%, η Τζακάρτα αρνήθηκε, υποστηρίζοντας ότι χρειαζόταν τα έσοδα για τον κρατικό προϋπολογισμό. Έκτοτε, η ιδιότητά της παραμένει σε αναστολή, επιτρέποντάς της να διατηρεί επαφή χωρίς όμως να δεσμεύεται από τις αποφάσεις.

Η Γκαμπόν, από την άλλη, αποχώρησε το 1995 κυρίως για οικονομικούς λόγους, καθώς ο Οργανισμός αρνήθηκε να μειώσει την ετήσια εισφορά της, η οποία ήταν δυσανάλογη με τη μικρή παραγωγή της (περίπου 200.000 βαρέλια/ημέρα). Ωστόσο, η Γκαμπόν επέστρεψε το 2016, επιδιώκοντας τη διεθνή στήριξη και το κύρος που προσφέρει ο Οργανισμός σε μια περίοδο χαμηλών τιμών.

Οι δύο αυτές περιπτώσεις δείχνουν ότι η σχέση με τον ΟΠΕΚ είναι συχνά συναλλακτική: οι χώρες προσχωρούν όταν χρειάζονται προστασία των τιμών και αποχωρούν ή αναστέλλουν τη συμμετοχή τους όταν οι συλλογικές αποφάσεις πνίγουν την εθνική τους ανάπτυξη.